Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

Αγάπη σε γκρεμό και χάσμα. Ακούγοντας Παπαδιαμάντη τώρα. Γράφει o Ισαάκ Σούσης.

Αναρωτιόμαστε ρητορικά με ποιους τρόπους ή για ποιους λόγους θα μπορούσε η εποχή μας και εμείς να συντηρήσουμε πέρα από μνημειώδη, οργανικό τον Παπαδιαμάντη, για το αντίθετο, το πού θα μπορούσε να βρει καταφύγιο ο ίδιος ανάμεσα μας τώρα, δεν έχω διαπιστώσει να ρισκάρει κανείς την ερώτηση. Τώρα μάλιστα που οι καπνίζοντες διώκονται και οι φτωχοί τείνει να μην μετέχουν της κοινωνίας παρά μόνο σε ρήξη.
Στο εκκλησίασμα τόσο στην πόλη, όσο και στα χωριά o Παπαδιαμάντης που κυοφορήθηκε αισθητικά και συναισθηματικά μέσα στο ενοριακό εκκλησιαστικό ήθος κα δεν απογαλακτίστηκε ποτέ, θα δυσανασχετούσε από την εκκοσμίκευση, ήδη τότε, στα πρώιμα ακόμα συμπτώματα της τον απωθούσε σφόδρα. Πού θα εξοικονομούσε σήμερα την μοναχικότητά του, και που την κατάνυξη; Ποια κομμάτια καθημερινότητας θα τον ενέπνεαν να τα προεκτείνει; Ως στιχουργό θα τον καταχωρούσαμε στο Έθνικ;

Το κράτος που κόβει τις τιμητικές συντάξεις θα υπήρχε περίπτωση σήμερα για ανάλογη προσφορά να τον τιμήσει έστω την προτελευταία μέρα της ζωής του; To oτι η εποχή μας κάνει άριστες προσομοιώσεις σημαίνει ότι θα μπορούσε να ανασυστήσει τη Σκιάθο του Παπαδιαμάντη, σε ένα εικονικό περιβάλλον όπως το κάνει για την Ακρόπολη και τις Μυκήνες π.χ.;
Έχω την πεποίθηση κόντρα στους θεματοφύλακες ότι υπάρχει μια πιθανότητα να εξακολουθεί να συνυπάρχει ο Παπαδιαμάντης με κάποιον τρόπο μαζί μας μόνο αν τον δηλώσουμε οριστικά και ανέκκλητα απολεσθέντα. Να πάψει και αυτή η ανοησία της διένεξης αν θα πρέπει να τον μεταφράσουμε στην Δημοτική, ωσάν να είχε ο Παπαδιαμάντης τις πολύπλοκες εκείνες έννοιες και τα διανοήματά που πρέπει οπωσδήποτε οι νεότεροι να εντρυφήσουν, ωσάν να μην είναι θέμα ξεκάθαρα ιδιοτυπίας η δημιουργία του που την συνθέτουν αίσθημα και αντίληψη του κόσμου εντελώς αξεχώριστα από τη γραφή του, δηλαδή τη γλώσσα του. Σε αυτόν που δεν ήθελε να διαπιστώνει την παραμικρή αλλοίωση και ανακατάταξη στα τελετουργικά όπως τα γνώριζε από τα παιδικάτα του, μας κόβει ότι θα μπορούσαμε να παρέμβουμε ανάλογα. Για αυτό λέω καλύτερα απολεσθείς, έτσι ώστε ίσως η φαντασία κάποιων να ενδιαφερθεί, να καλλιεργήσει ορθά έναν θρύλο εκεί που τώρα περιπλανάται σαν φάντασμα η βεβαιότητα ότι ο μονόχνοτος, ο παρμένος αυτός είναι τάχαμου κοινό μας κτήμα.

Ας γλυτώσουμε τον Παπαδιαμάντη και μερικούς ακόμα που το αξίζουν από αυτή την εξαθλίωση. Ας παύσει για αυτόν στην εκπαίδευση η παραμικρή μνεία πέραν του ότι ήταν ένας καταραμένος των γραμμάτων, κάτι που και αλήθεια είναι και θα εξάψει τους νέους προς την σωστή κατεύθυνση, Άνθρωπος που δεν μπορούσε να συμβιώσει, που παρέμενε αλλά δεν στέριωνε, με ξεκάθαρη προκατάληψη για την τροπή του νεοελληνικού βίου, με έμφυτη γνώση του παρελθόντος, πραγματιστής από την πλευρά των ονείρων, θρήσκος από την πλευρά της εικόνας.
Ακούω τα τραγούδια του Αντρέα Κατσιγιάννη και χαίρομαι που ερευνούν την ευαισθησία του Παπαδιαμάντη σε ένα νεοελληνικό αδιευκρίνιστο μουσικό ιδίωμα, που μέλημά τους είναι όχι μια τυπολατρική αναπαράσταση αλλά η δημιουργία προσωπικής ατμόσφαιράς και αισθήματος που είναι παραπλανητικά οικεία, έτσι που αν τα βάλεις στο στόμα σου η τα ακούσεις σαν τραγούδια απελευθερωμένα από το βάρος του αφιερώματος σε μια επιβεβλημένη αξία, είναι βέβαιο ότι κάποια στιγμή θα σε οδηγήσουν στην περιοχή της έκπληξης. Ο αυτοοικτιρμός του ποιητή τους, η βεβαιότητά του για την διαρκή απώλεια της ανθρώπινης υπόστασης έχουν περάσει χωρίς έμφαση και κουλτουρο-εφετζίδικα μουσικά συμφραζόμενα στα τραγούδια που ακούω.

Η αισθητοποιημένη φύση του Παπαδιαμάντη σε ανοιχτή αντιπαράθεση με την αισθητοποιημένη πόλη του Καβάφη, ακούγεται σαν χαμένος παράδεισος που ωστόσο η μουσική μπορεί ακόμα να αποπειράται την περιγραφή του, όχι αναμνησιολογικά και στημένα παραδοσιακά, αλλά σαν παράδοξη αίσθηση που αντλεί πλέον από το πουθενά των ανθρώπινων τόπων.
Υπάρχει και ο στίχος του Ηλία Κατσούλη βεβαία που με την γνωστή μας μαεστρία του εκλιπόντος, πυκνώνει πληροφορίες για τον Παπαδιαμάντη με τρόπο που να περισσεύει πάντα το αμετάδοτο. Στην δεύτερή μου ακρόαση του δίσκου, άκουσα αυτό το τραγούδι πρώτο, σαν πρόλογο και μετά αφέθηκα ανυποψίαστος στο περιεχόμενο στίχων όπως «Κι αν δεν σε κλάψει η μάνα σου, ο κόσμος δεν δακρύζει» η «Ονείρατα στον ύπνο μου μαυροφτερουγισμένα σαν περιστέρι στη σπηλιά με τάραξαν και μένα». Ακούγοντας αυτούς τους στίχους αισθάνθηκα μια σταθερή επίκληση να προέρχεται ι από μια κατεύθυνση που δεν μπορούσα να εντοπίσω. Κάτι ουσιαστικά αδιασταύρωτο, κάτι νέο.
Καλή ακρόαση και σε σας.


* Το κείμενο θα υπάρχει ως εισαγωγικό σημείωμα στο νέο δίσκο της Εστουδιαντίνας, «Εικόνα αχειροποίητη» σε μουσική του Ανδρέα Κατσιγιάννη που θα κυκλοφορήσει στο εμπόριο. Δεν υπήρχε στο cdπου δόθηκε με την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία»

πηγή: http://www.musicpaper.gr/articles/item/3169-%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CF%80%CE%B7-%CF%83%CE%B5-%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CF%8C-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%87%CE%AC%CF%83%CE%BC%CE%B1-%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82-%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B7-%CF%84%CF%8E%CF%81%CE%B1#.UX_ZT8o7Y4l