Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΨΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΨΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ της Πολίνας Μοίρα


Ο Παπαδιαμάντης μεγάλωσε σ' ένα ιδιαίτερα συντηρητικό και βαθιά θρησκευτικό περιβάλλον - ο πατέρας του ήταν ιερέας και ο ίδιος ήταν βαθιά δεμένος με την ορθοδοξία και την ψαλτική - ιδιαίτερα κλειστό, αποξενωμένο ακόμα και από την κλειστή σκιαθίτικη κοινωνία, γεγονός που συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωση του τόσο ιδιόμορφου και εσωστρεφούς χαρακτήρα του.
Μέσα από τέτοια βιώματα διαμορφώθηκε η αντίληψή του για τον Έρωτα· τον ήθελε πάντα αγνό, φυσικό, απαλλαγμένο από τη σαρκική του διάσταση· ανιδιοτελής και ανυστερόβουλος να παραμένει στη σφαίρα του υψηλού αφήνοντας μακριά το πάθος της ηδονής. Η καταστολή της ερωτικής επιθυμίας δεν ηρωοποιεί απλά τα πρόσωπα των διηγημάτων του αλλά τα ωριμάζει ηθικά και πνευματικά.
Η διάσταση ανάμεσα στις επιθυμίες και τις επιλογές είναι πάντοτε παρούσα στο έργο του Παπαδιαμάντη . Ο πειρασμός δεν είναι επιλογή ανάμεσα σε πράγματα θετικά ή αρνητικά· είναι επιλογή αποδοχής ή απόρριψης πραγμάτων που είναι ταυτόχρονα και αποκρουστικά και γοητευτικά. 
Ο ερωτισμός του Παπαδιαμάντη, σύμφωνα με τον Π.Μουλλά, «είναι ένα φουσκωμένο ποτάμι που μολονότι ξεστρατισμένο από τη κοίτη του ,ξεχύνεται ακράτητο και ταυτόχρονα υποδεικνύει τις ρωγμές ενός ακρωτηριασμένου ανθρώπου. Γιατί εδώ η συνεργασία των αισθήσεων είναι σχεδόν αδιανόητη. Η όραση αυτόνομη, γίνεται το κύριο μέσο διαφυγής για την ανεκπλήρωτη επιθυμία.»
Έτσι λοιπόν μόνος στη ζωή ,μόνος και στη πάλη με το θεριό του έρωτα αποφάσισε να μείνει ο Παπαδιαμάντης. Φυλάκισε τον έρωτα στην έμπνευσή του και τον κρυφοκοίταζε μέσα από τους ήρωές του, ιδανικό ,άγιο και απραγματοποίητο…
Χαρακτηριστική φράση που αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο εκφράζεται η θέση του Παπαδιαμάντη απέναντι στο θέμα του έρωτα βρίσκεται στο διήγημα «Oλόγυρα στη λίμνη: «Όταν έχει τις πληγήν βαθείαν κρυφήν, εις την θάλασσαν πρέπει να πλέει, μόνος, ολομόναχος»!
Από την άλλη πλευρά όμως το βέβαιο είναι ότι ο αισθησιασμός και το πάθος διαπνέουν το παπαδιαμαντικό σύμπαν σε όλα τα επίπεδα του: είτε λοιπόν περιγράφει τη λειτουργία των Χριστουγέννων στο εγκαταλελειμμένο ναό του Κάστρου με το ευσεβές εκκλησίασμα, τους βοσκούς, τους ξυλοκόπους, είτε τη Μοσχούλα που "ο λαιμός της ήταν απείρως λευκότερος από τον χρώτα του προσώπου της", είτε περιγράφει κάποια αγρυπνία σ’ εκκλησάκι με λαμπάδες θυμιάματα και χρυσοποίκιλτα απαστράπτοντα ιερά σκεύη, σε κάθε περίπτωση δεν πρόκειται για ψυχρές περιγραφές αλλά για περιγραφές γεμάτες αισθησιακή απόλαυση, αγάπη και πάθος.
Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή της ανάβασης στο βουνό τη νύχτα, μέσα από τη ρεματιά στο έργο του η «Φαρμακολύτρια» με τον θόρυβο του χειμάρρου από τους καταρράκτες, τον μυστηριώδη μαύρο βράχο και τη σελήνη που «ως να είχε βάλει φωτιάν εις εν δένδρον μεμονωμένον και το δένδρον εφαίνετο ως να καίεται», όπως ο ίδιος από αγάπη για την εξαδέλφη του Μαχούλα . Ύστερα « ανήλθε βραδεία η σελήνη αφήσασα το δένδρον μαύρον και σκοτεινόν απόκαυμα» ,όπως δηλαδή αφήνει το πάθος τους ανθρώπους όλους αλλά και τον ίδιο τον συγγραφέα…

* Στο "Όνειρο στο κύμα" μιλάει όχι ως κοσμοκαλόγερος αλλά ως νέος όλο φλόγα. Πάθος μέχρι θανάτου. Βουτάει και σώζει την νεαρή κόρη, αγγίζει το όνειρο που αναζητούσε πάντα μα ως την τελευταία στιγμή είναι έτοιμος να γυρίσει πίσω. Η Μοσχούλα είναι το όνειρο που αξιώνεται να βρει πραγματωμένο τον πόθο του, να χαρεί με τα μάτια του το γυμνό σώμα, να το πιάσει στην αγκαλιά του. Όνειρο, γιατί πριν ακόμα πάρει τη μόνιμη και καθαρή ερωτική του μορφή, πρόφτασε η θρησκευτική φοβέρα και το καταπλάκωσε αυταρχικά κι αλύπητα, στα βάθη της ψυχής του


Το υπέροχο αυτό διήγημα που παραληρεί από αισθησιασμό, αποτελεί μια εξήγηση του Παπαδιαμάντη για την επιλογή του, να μην ακολουθήσει τον μοναχισμό και να ζήσει μια ζωή τόσο ιδιόμορφη.

* "Η Νοσταλγός" κρύβει έναν εξαίρετο νεαρό ήρωα τον Μαθιό που ντροπαλός και ιπποτικός μαζί, παρόλη τη φλόγα του έρωτά του, δέχεται τις επιλογές της αγαπημένης του και του ηλικιωμένου άντρα της καρτερικά και με υποταγή στο θείο θέλημα. Ο Μαθιός δεν είναι άλλος από τον νεαρό Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη κατά την διάρκεια των μαθητικών του χρόνων στην Χαλκίδα, σύμφωνα με κάποιους μελετητές του. Εδώ θα πρέπει να πούμε ότι οι πιο πολλές ατυχίες στην αγάπη μέσα στο έργο του Παπαδιαμάντη έχουν για θύματα τον άντρα. Στην πλάστιγγα της αγάπης η γυναίκα φαίνεται πάντα λιπόβαρη κι ο άνδρας γίνεται πολλές φορές το θύμα.


Όταν το Λιαλιώ της "Νοσταλγού" ξεμακραίνει με το Μαθιό στην κλεμμένη βάρκα και τα ρέματα τους απομακρύνουν, για να μην τους βρει ο άντρας της ,δεν διστάζει να "δει" την επέμβαση κάποιου θεού που ήθελε να καλύψει την όποια της διάθεση φυγής ή απιστίας. Στην απιστία ωστόσο και την απάτη από μέρους της γυναίκας, βρίσκει ο συγγραφέας μας ένα μέσο για να ωριμάσει ο άντρας. Η Λαλιώ είναι το αντικείμενο του εφηβικού ερωτισμού του Παπαδιαμάντη όπου ο καημός της σάρκας έχει ρίξει τις πρώτες δειλές και αδύνατες φλόγες του

* Στο "Έρως - ήρως" ο Γιωργής (που "εκπληρώνει" μια μοναδική σκιαγράφηση του ψυχισμού του συγγραφέα) , με τρόπο εκπληκτικό νικά τον πειρασμό και ζει μια πρωτοφανή ερωτική τραγωδία. Το δράμα του μοιάζει με του Μαθιού, μόνο που ο Γιωργής δρα ο ίδιος, δοκιμάζεται και αποφασίζει να υψωθεί πάνω από μικρότητες και εμπάθειες που ζώνουν τα ανθρώπινα πάθη. Ορόσημο στην ερωτική - λυρική πεζογραφία του Παπαδιαμάντη αποτελεί η επιγραμματική φράση του στο διήγημα "Έρως - ήρως" όπου περιγράφεται το παιχνίδι "δείχτης" με την κλωστή στα δάχτυλα που αλλάζει σχήματα και γίνεται πότε πριόνι, πότε καράβι, πότε τραπέζι, αγραλειός κ.ά. Ή το άλλο "Δο μ' φωτίτσα - έλα παραπανίτσα" που έπαιζαν μικρά παιδιά κάποτε ο Γιωργής και το Αρχοντώ που τώρα, στα δεκαεννιά της παντρευότανε κάποιον άλλο: "Ω της αθώας παιδιάς, οπού είναι κρίμα να μην είναι τις ακόμη παιδί δια να την παίξει!" Αυτό το θαυμαστικό για την "αθώα παιδιά" δείχνει μια εξιδανίκευση του παιχνιδιού του έρωτα από τη πλευρά του Παπαδιαμάντη που μόνο η νοσταλγία των παιδικών και εφηβικών χρόνων μπορεί να δικαιολογήσει.


* Μεσόκοπος παρουσιάζεται ο Παπαδιαμάντης στην "Φαρμακολύτρια", ερωτευμένος ακόμη με την ανέγγιχτη από το χρόνο εξαδέλφη του Μαχούλα. Εδώ διαφαίνεται σε πρώτο πλάνο το δράμα ν' αγαπά μια απαγορευμένη αγάπη, ένα ανυπέρβλητο προσωπικό του πάθος. Ψάχνει την λύτρωση στο ναό της Αγίας Αναστασίας όπου η φωνή της πίστης του δίνει την καθοριστική απάντηση: "Ύπαγε ανίατε! Ο πόνος θα είναι η ζωή σου!»


* Στο "Ολόγυρα στη λίμνη" ο Παπαδιαμάντης μας παρουσιάζει να κατεβαίνει ένας δεύτερος ουρανός, με μυριάδες άστρα και να πλουτίζει την "εντρύφησιν αισθήματος και ρομαντισμού" των δύο αγαπημένων, "εν μέσω του ευώδους και χλοερού κήπου, με τας ροιάς, με τας ροδωνιάς, με τα αμυγδαλέας και πασχαλέας, με όλα τα εκλεκτότερα φυτά και άνθη παρά της όχθην της ωραίας λίμνης". Αυτή η έκσταση του έρωτα στη φύση, παρόλο ότι στηρίζεται στο ίδιο το σώμα, όπου φωλιάζουν τα αισθήματα, φαίνεται να μας βγάζει έξω και πάνω από τα σωματικά.


«Α, περικαλλής μορφή! Α, όνειρον! Α, οπτασία!» θα μας πει παρακάτω…Ο Πάνος Δημούλης αισθάνθηκε το ερωτικό κεντρί να τον τσιμπάει βαθύτερα, τόσο που αναγκάστηκε, Μεγαλοσαββατιάτικα, να μονολογήσει "καθ' ευατόν": "Τι θέλεις από εμέ; Φύγε, ω Βλαχοπούλα. Μη με κολάζης χωρίς να με συμπονής! Μη με ενοχλής, χωρίς να με γνωρίζης! Πώς να καταπραύνω την φαντασίαν μου, σήμερον Μέγα Σάββατον;…… Πώς να υπάγω να μεταλάβω την νύκτα, εις την Ανάστασιν, ω Βλαχοπούλα;"
Σ’ αυτό το διήγημα ( από τα αγαπημένα μου να σημειώσω), που αγγίζει τα όρια της νουβέλας, θα μας το πει σχεδόν επιγραμματικά: " αλλά πως δύναταί τις να γίνη ανήρ, χωρίς ν' αγαπήση δεκάκις τουλάχιστον και δεκάκις ν' απατηθή;"

Ο Παπαδιαμάντης εκτός από πεζογράφος ήταν και δοκιμασμένος τεχνίτης του στίχου, ευαίσθητος ρομαντικός ποιητής που μίλησε τρυφερά και πονεμένα για τον έρωτα:
"Αγάπες ταξιδιάρες στο κύμα το θολό
κι εβούλιαξε η βαρκούλα κι επέσαν στο γιαλό".
Και ένα δίστιχο από τον Ύμνο της Κόρης.
"Συ, που θάμπωσε τον ήλιο,που σ' εζήλεψ' η αυγή,
σπέρμα ουράνιο, ριχμένο, που εβλάστησες στη γη…
Σε ρομαντικούς στίχους ο Παπαδιαμάντης διοχετεύει την ερωτική του διάθεση απέναντι στις παροδικές και μάταιες αγάπες του.
"Αγάπες ταξιδιάρες στο κύμα το θολό
κι εβούλιξε η βαρκούλα κι επέσαν στο γιαλό"
"Αγάπης και χαράς γλυκεία ώρα
σ' επόνεσ' η ψυχή μου, ω μαυροφόρα!
Μη με κοιτάζης πλιά, μη με πειράζης,
Με τη ματιά σου πάψε να με σφάζης!…"
Και:
«Την νύκτα όλην άγρυπνος, νύκτα μακράν χειμώνος,
ο ναύτης προ του κύματος σιωπηλός και μόνος τηρεί τον ουρανόν,
ενώ αβύσσους διαβαίνει, και την χρυσήν ανατολήν ανήσυχος προσμένει.
Ομοίως σ' επερίμενα, να έλθης χθες, ομοίως!…
Μακράν σου είναι έρημος και αφεγγής ο βίος.»
(Τα παραπάνω κομμάτια είναι αποσπάσματα από παλιά αδημοσίευτα ποιήματα του Παπαδιαμάντη της φοιτητικής ρομαντικής περιόδου της ζωής του. Τα πέρασε ο ίδιος στο κοινωνικό του μυθιστόρημα "Ρόδινα Ακρογιάλια" που πρωτοδημοσιεύτηκε στη "Νέα Ζωή" της Αλεξάνδρειας στα 1907-1908)
Το πόσο συμπορεύεται η ερωτική ηθική των ηρώων του Παπαδιαμάντη με αυτήν της προσωπικής του ζωής δεν είναι δύσκολο να το καταλάβουμε:
Ο ίδιος ο σκιαθίτης συγγραφέας στα ανέμελα χρόνια της νιότης στο νησί του ζει την άνοιξη ως πειρασμό και διέξοδο στους αλύτρωτους πόθους του. Γυρίζει όλο αμηχανία στα βουνά, ξαγρυπνά, μεθά με τις μυρωδιές της άνοιξης και βρίσκει καταφύγιο σε έρημα ξωκλήσια και στη βοήθεια των Αγίων για να γιατρέψει τους ερωτικούς του πόνους. Ο πόθος για ζωή και η δοκιμασία από την συνεχή πάλη της θρησκείας και της φύσης μέσα του, αποτελούν το ηθικό βασανιστήριο του νεαρού ασκητή και γεννά μέσα μας ένα βαθύ αίσθημα συμπάθειας και συμπόνιας.
Πολλές φορές αγάπησε, αλλά μόνο με τον νου, την ψυχή και τα μάτια. Η ηθική της χριστιανικής πίστης αποτελεί βράχο αλύγιστο στα χτυπήματα του πειρασμού. Κάνει πάλη με το πάθος του έρωτα και νικά. Δεν υποκύπτει στο κάλεσμα της σάρκας, λέει όχι και αυτό το όχι τον βασανίζει μια ολόκληρη ζωή. Η νίκη του είναι νίκη και ήττα μαζί.
Η στάση αυτή απέναντι στον σαρκικό έρωτα εξηγεί πολλά στοιχεία του χαρακτήρα του και του έργου του. Η υπέρμετρη θρησκευτικότητα αποτελεί ένα αντίβαρο στο κενό που σίγουρα υπήρχε στην προσωπική ζωή του και η έκφραση της πηγαίας ευαισθησίας του εμφανιζόταν στον ερωτικό τρόπο με τον οποίο έψελνε και υμνολογούσε στις λατρευτικές τελετές.
Επίσης σ' όλους ήταν γνωστή η έντονη ευαισθησία των νεύρων του, οι συχνές βασανιστικές του αϋπνίες, και πάνω απ' όλα η μελαγχολία του.
Σ' αυτήν την ψυχαναλυτική ερμηνεία του χαρακτήρα του αντιτίθεται η θεολογική προσέγγιση του έρωτα στον Παπαδιαμάντη από τον Π.Β. Πάσχο ο οποίος γράφει χαρακτηριστικά: "Γνωρίζει και χαίρεται την ζωήν, ως πιστός χριστιανός. Δεν αποκλείει από το έργον του, ως σεμνότυφος ή διεστραμμένος, ούτε την αγάπην ούτε τον έρωτα. Ποτέ, όμως, δεν τον βλέπομεν να είχε ή να έχη σχέσιν με την σαρκικήν αμαρτίαν! Έχει, μάλιστα, τόσην ευαισθησίαν πνευματικήν η ωραία ψυχή του, ώστε, ουχί σπανίως, αναμιμνήσκεται νεανικά του οράματα, κρυφοκοιτάγματα, ερωτικά σκιρτήματα, ως μικράς τινας εκτροπάς, δια τας οποίας επικαλείται ένωθεν το έλεος και την λύτρωσιν. Αμαρτίας νεότητός μου μη μνησθής Κύριε (5).
Για τον Π.Β. Πάσχο και τους ανθρώπους της εκκλησίας…ο Παπαδιαμάντης αγάπησε και δεν ήταν ανέραστος και απάνθρωπος, μα "κατέστειλε το πάθος, επραΰνθη, κατενύγη, έκλαυσε κ' εφάνη ήρως εις τον έρωτά του - έρωτα χριστιανικόν, αγνόν, ανοχής και φιλανθρωπίας"!
Ο αγώνας με τη σάρκα και η αυτοσυγκράτησή του προβάλλονται σε πολλά έργα του και σε περιστατικά που αφηγούνται οι φίλοι του και οι βιογράφοι του. Και παντού νιώθεις πως κυριαρχεί η αντίθεση του φυσικού κόσμου των αισθήσεων με την χριστιανική διδασκαλία.
Μερικές φορές φαίνεται υπερβολικός και άλλοτε πάλι μιλάει σαν ηθικός αναμορφωτής της κοινωνίας ενώ συχνά ως αρχαιολάτρης προβληματίζεται: Οι ηδονές του βίου πρέπει ή δεν πρέπει να αποφεύγονται;
Οι γυναίκες που συγκινούσαν τον νεαρό Παπαδιαμάντη ήσαν μορφές αγγελικές, με μια αγνή ομορφιά, που τόσο ποιητικά μ' ένα πρωτόγνωρο εξιδανικευμένο ερωτισμό ξαναζωντανεύει στο έργο του.
Τα πρώτα χρόνια της αθηναϊκής ζωής του κυρ-Αλέξανδρου ο πειρασμός τον περικυκλώνει με προκλητική μορφή. Η σπιτονοικοκυρά του η κυρά Αχιλλέϊνα τον πλησιάζει και του κάνει γλυκά μάτια με μαργιόλικο ύφος, με δελεαστικό τρόπο, αφού κατηγορεί τον άντρα της, τέλος ζητά από τον Παπαδιαμάντη δανεικά "έβγαλα, γράφει εν πεντάδραχμον από το ισχόν θυλάκιον και της το ενεχείρισα, αποστρέφων το όμμα από τους βραχίονας τους γυμνούς και κοιτάζων επιμόνως το μούτρο το σκυλίσιο, ως αντίδοτον βεβαίως κατά της γοητείας, ως αποκρουστικόν κατά της έλξεως. Και πάραυτα έφυγα… " · φεύγοντας θα έλεγε και θα ξανάλεγε με θριαμβευτική διάθεση σα νικητής του πειρασμού τη γραφική ρήση: "Ο αντοφθαλμών ηδοναίς, στεφανοί ζωήν αυτού".
Μια από τις πιο «ηδονοβλεπτικές» σκηνές της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας αναφέρεται από τους φίλους του Μιλτ. Μαλακάση και Μιχάλη Περάνθη και αφορά ένα ακόμη ηθικό βασανιστήριο ενός ανδρός αποφασισμένου να στερηθεί τις εγκόσμιες ηδονές.
Μόνο που τώρα οι πειρασμός ελλοχεύει μέσα στο σπίτι του με την μορφή της όμορφης εξαδέλφης του, η οποία τον φιλοξενεί…( την αποτυπώνει στην ηρωίδα του Μαχούλα στη "Φαρμακολύτρια";...)
"Όταν καληνυχτίζονται και η Συραϊνώ φεύγει στην κάμαρά της, μια παράξενη ταραχή μένει και τον παιδεύει. Το δωμάτιο μυρίζει γυναικεία σάρκα και τον ερεθίζει. Ανοίγει ένα βιβλίο, αλλά το κλείνει γρήγορα. Στέκεται όρθιος, φέρνει βόλτες, κάθεται στην καρέκλα του, αλλά η ταραχή μένει και τρέμει στα γόνατά του. Μια μεσιανή κλειδωμένη πόρτα χωρίζει τα δωμάτιά τους. Κάνει να βαδίσει προς τα εκεί, αλλά συγκρατιέται. Σώσον με κύριε, ψιθυρίζει. Ύστερα σκέφτεται πως δεν είναι κακό. Θα κοιτάξει απ' τη χαραμάδα κι αν δει φως, θα της παραγγείλει να κουβεντιάσουν λίγο ακόμα, γιατί δεν του' ρχεται ύπνος.
Έτσι λέει. Όμως βαδίζοντας πατάει στα νύχια, να μην ακουστεί. Φτάνει με προφύλαξη και χαμηλώνει το μάτι του στην κλειδαρότρυπα. Σα να τινάζεται, το αποσύρει αμέσως. Όμως πάλι ξανασκύβει. Τώρα πια κοιτάζει, κοιτάζει… Η ξαδέλφη του γδύνεται για να κοιμηθεί. Έχει σηκώσει το φόρεμα πάνω από το κεφάλι και το τινάζει με τα χέρια από μέσα, να βγει. Το στήθος της αναδύεται πλούσιο στην άσπρη πουκαμίσα κι όταν πέφτει το φόρεμα λάμπουν δυο κατάλευκα μπράτσα
Αποτραβάει το κεφάλι του και σφουγγίζει το μέτωπο. Το σώμα του τρέμει και ντρέπεται. Παίρνει να φύγει αλλά μετανιώνει. Σφηνώνει μια φορά ακόμη το μάτι του. Η αναπνοή του βιαστική περνώντας από την χαραμάδα, αφήνει έναν ανάλαφρο συριγμό. Η Συραϊνώ στρώνει τώρα το πάπλωμα στο κρεβάτι της. Ελαστική καμπύλη σαλεύει τεζαρισμένη στο μεσοφόρι της, με κινήσεις μαλακές, πέρα δώθε. Ύστερα στέκεται ολόρθη, χασμουριέται, απλώνει τα παχουλά μπράτσα της προς τα πίσω και τεντώνεται. Το στήθος φουσκώνει μπροστά πλούσιο…"
Ο Περάνθης στη μυθιστορηματική βιογραφία "Ο Κοσμοκαλόγερος" όπου περιγράφει το περιστατικό αυτό, ξεκινά από την παραδοχή ότι κανείς δεν μπορεί ν' αγιάσει αν δεν υποβληθεί σε πειρασμούς.
Ο Μιλτ. Μαλακάσης μας μεταφέρει τον τρόπο αντίδρασης του Παπαδιαμάντη όπως του τον εμπιστεύθηκε ο ίδιος: "Έκαμα για δεύτερη φορά το σημείο του σταυρού και κατακλιθείς εκοιμήθηκα έως το πρωί τον ήσυχο ύπνον ενός παιδίου.
Την άλλην ημέρα έσπευσα εις εξαγνισμόν, επροσευχήθην και έκτοτε δια λίγον καιρόν που εμείναμε υπό την ιδίαν στέγην δεν την επρόσεξα και δεν την εφρόντισα παρά ως πρεσβύτερος αδελφός"( Στεργιόπουλος Κ.)
Η προσευχή λοιπόν, η νηστεία, η βαθιά πίστη και το κρασί είναι η μόνη διέξοδος που τον κρατούν μακριά από τους πειρασμούς της σάρκας. Καταφεύγει σ' έναν τρόπο ζωής καθαρά αντικοινωνικό. Αποφεύγει φιλολογικές συντροφιές θαυμαστές και φίλους και αφιερώνεται στην πίστη του και την τέχνη του σωστός κοσμοκαλόγερος.
Η αντινομία του χριστιανού με τον άνθρωπο συνοδεύει την ψυχική εξέλιξη του Παπαδιαμάντη σ' όλη του τη ζωή. Ο χριστιανός βγαίνει πάντα νικητής στην πάλη του με τον άνθρωπο. Οι αποδιωγμένες, οι παραπονεμένες επιθυμίες αφήνουν πίσω, καθώς φεύγουν διωγμένες απ' την ψυχή, την πίκρα και το μαράζι.
" Ο Ταγκόπουλος στο περιοδικό "Φιλολογικά Πορτραίτα" μας μεταφέρει την κριτική του Μητσάκη όταν ο Παπαδιαμάντης διάλεξε ν' απαγγείλει σε φιλολογική παρέα ένα ερωτικό του ποίημα.
" - Έτσι λοιπόν, κυρ Αλέξανδρε!… Έχουμε έρωτες και τους τραγουδάμε τόσο όμορφα!
- Εγώ δεν έχω έρωτες!… αποκρίθηκε ο Παπαδιαμάντης χαμηλώνοντας τα μάτια. Ο ήρωάς μου έχει!…
- Μπρέ αυτά είναι κολοκύθια, του κάνει ο Μητσάκης. Πρέπει ν' αγαπούμε εμείς, για ν' αγαπούνε και τα πλάσματα της φαντασίας μας. Τέτοια τραγούδια σαν κι αυτά δεν είναι φιλολογία και να με συμπαθάς. Αναβρύζουν απ' την ψυχή κι όταν η ψυχή δεν συγκλονίζεται από ένα αίστημα δυνατό, δε μιλάει, βουβαίνεται!"


Να κλείσουμε με τα λόγια δυο σημαντικών ,και συνάμα διαφορετικών, μορφών των ελληνικών γραμμάτων, του Δημ. Λιαντίνη και του Οδ.Ελύτη:

“Ο Παπαδιαμάντης ζωγραφίζει το αόρατο. Κινηματογραφεί τον άνεμο. Βάζει τη σιωπή και χορεύει. Και φανερώνει στα αλλόκοτα μάτια μας ορατή την κίνηση του νεαρού δέντρου, πώς μεγαλώνει.
Το ποίημά του Όνειρο στο κύμα είναι το στέμμα της ερωτικής ποίησης ολόκληρης της νέας λογοτεχνίας μας. Οι στάλες της δροσιάς που στάζει το σώμα της Μοσχούλας στο «όνειρο στο κύμα» γίνουνται αναμμένα κάρβουνα που πέφτουν και καίνε την ερωτική πενία και το ποθοπλάνταγμα. Τέτοιος σαρκώθηκε ο οξύς ερωτισμός στη φαντασία του Παπαδιαμάντη και στα όνειρά του…
Ο Παπαδιαμάντης κατατρύχεται από ερωτικά πάθη, τα οποία δεν τα απεμπολεί. Tα τιθασεύει μέσω της γραφής του.

Δημήτρης Λιαντίνης (Τα Ελληνικά, σελ. 61-62)

Και για το τέλος η διεισδυτική ματιά του Oδυσσέα Eλύτη (“Eν λευκώ”) :
“Σ’ όποια του σελίδα κι αν σταθούμε, αναγνωρίζουμε κάτω από τον χριστιανό τον Eλληνα· κάτω από τον μυστικοπαθή, τον μεσημβρινόν αισθησιάρχη· κάτω από τον άνθρωπο της εκκλησίας, τον άνθρωπο της σάρκας, των μυριστικών χόρτων, του γιαλού”».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. ΑΡΓΑΣ Τ. "Ο τύπος Παπαδιαμάντης" Οι εκδόσεις των φίλων, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Αθήνα 1979
2. ΑΠΑΝΤΑ Αλέξ. Παπαδιαμάντη, Τόμος 6, Εκδόσεις Γιοβάνη, Επιμέλεια Γ. ΒΑΛΕΤΑ, Αθήνα 1972
3. ΑΠΑΝΤΑ Αλεξ. Παπαδιαμάντη, Τόμος 1. Εκδόσεις Κουτσουμπού, Αθήνα
4. ΒΑΛΕΤΑ Γ., "Τα ποιήματα του Παπαδιαμάντη" περιοδ. "ΕΣΤΙΑ" Χριστούγεννα 1941
5. ΕΛΥΤΗ ΟΔ. Άξιον Εστί" Τα πάθη, Εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1973
6. ΕΛΥΤΗ ΟΔ. "Η μαγεία του Παπαδιαμάντη" Εκδόσεις "Γνώση" Αθήνα 1989
7. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΥ Κ. "Η γυναίκα στο έργο του Παπαδιαμάντη" Εκδ. Πανεπιστημίου Αθηνών Αθήνα 1992
8. ΛΙΑΝΤΙΝΗ Δ. "ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ" Εκδ. "Βιβλιογονία" Αθήνα 1992
9. ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ Μ. "Α. Παπαδιαμάντης" Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1979
10. ΝΙΡΒΑΝΑ Π.: "Παπαδιαμάντης" Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1979
11. ΠΑΣΧΟΥ Β.Π. "Παπαδιαμάντης" Εκδόσεις "Αρμός" Αθήνα 1992
12. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΑ ΤΕΤΡΑΔΙΑ Εκδόσεις Δόμος, Τεύχος 1 Πρωτοχρονιά 1992
13. ΠΕΡΑΝΘΗ Μ. "Ο κοσμοκαλόγερος" Εκδ. ΕΣΤΙΑ Αθήνα 1943
12. ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ Κ. : "Έρωτας και γυναίκα στον Παπαδιαμάντη", Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1979

Πηγή: http://fotodendro.blogspot.gr/

Κυριακή 25 Μαρτίου 2012

Η Πόλη φανερώνει την Ελλάδα, του Nίκου Γ. Ξυδάκη

Κάποτε στην Πόλη του ενός εκατομμυρίου κατοίκων οι διακόσιες χιλιάδες ήσαν Ρωμιοί Ορθόδοξοι, Ελληνες. Παρέμειναν πολλοί και δραστήριοι και στον 20ό αιώνα. Σήμερα στην Πόλη των 16-18 εκατομμυρίων, οι Ρωμιοί είναι τρεις χιλιάδες. Ωστόσο υπάρχουν ακόμη, λίγοι πια, ελάχιστοι, αλλά πάντα δραστήριοι, ιστορικοί, απόγονοι γένους παλαιότατου. Η φωτιά παραμένει αναμμένη στο Ζωγράφειο Λύκειο, στη Μεγάλη του Γένους Σχολή, στο Ζάππειο Παρθεναγωγείο, στα φιλόδοξα κτίσματα του ύστερου 19ου αιώνα της ακμής, εκεί όπου ακόμη διδάσκονται Ελληνες φιλόσοφοι και ποιητές, από φλογερούς δασκάλους. Ενας τέτοιος Ελληνας δάσκαλος, ο Γιάννης Δερμιντζόγλου, διευθυντής του ιστορικού Ζωγραφείου, επικουρούμενος από τη Μακεδονίτισσα σύζυγό του, Ασπα Χασιώτη, φιλόλογο εκπαιδευτικό στη Θεσσαλονίκη, πάτησε πάνω στον ζείδωρο Παπαδιαμάντη και προκάλεσε μια συναρπαστική ένωση Ελλαδιτών και Ρωμιών εφήβων, ζωντάνεψε αίθουσες και εκκλησιές, πυρπόλησε καρδιές και σκέψεις.
Ενα μαθητικό συνέδριο για τον Παπαδιαμάντη, εκατό συν ένα χρόνια από το θάνατό του, ήταν η αφορμή για μια πνευματική εμπειρία που θα μείνει αξέχαστη στα παιδιά και στους μεγάλους που συμμετείχαν. Οι έφηβοι, λίγο πριν από τη μέγγενη των Πανελλαδικών, έμαθαν να βουτάνε στη λογοτεχνία και να δουλεύουν συλλογικά· άγγιξαν την Ιστορία με τα χέρια τους, την είδαν μπρος στα μάτια τους. Είδαν να ζωντανεύει η φόνισσα Φραγκογιαννού μες στην Παναγία των Βλαχερνών απ’ τη φωνή της Νένας Μεντή, άκουσαν Παπαδιαμάντη από το στόμα του Πατριάρχη λίγο μετά την ακολουθία των Χαιρετισμών, διάβασαν Παπαδιαμάντη στην ιστορική Παναγιά των Μογγόλων, στην επιβλητική Αγία Τριάδα, στην Παναγία του Σταυροδρομίου. Μπήκαν στον Ταξιάρχη στο Μέγα Ρεύμα, έψαλαν Υπερμάχω και γέμισαν με τα νιάτα τους τον ναό, πρώτη φορά ύστερα από πολλές δεκαετίες.
Θα τη θυμούνται την Πόλη τα παιδιά, ζυμωμένη με τον Δερβίση και την Αγι-Αναστασιά του Παπαδιαμάντη, Πόλη μυρολογημένη και τραγουδισμένη από τον Θωμά Κοροβίνη, διαβασμένη από τη Ζυράννα Ζατέλη και τον Κώστα Ακρίβο, θα τη θυμούνται πλεγμένη με φιλικούς οικείους συγγραφείς, με προσφιλείς δασκάλους, με τη βαθιά θεολογική σκέψη του π. Ευάγγελου Γκανά, Πόλη τραγουδισμένη από «την ακορντιόν» του φλογερού Γιάννη, την ίδια ακορντιόν που φέρνει κάλαντα παρηγοριάς στα γηροκομεία των Ρωμιών.
Η Πόλη, τεράστια, επιβλητική, με αυτοκρατορικό μεγαλείο. Αλλαγμένη πολύ από την προ δεκαπενταετίας επίσκεψη: χωρίς ένοπλους στους δρόμους, χωρίς πολλά γιγαντοπανώ με Ατατούρκ, με πλήρως εκδυτικισμένη και εμπορική την πλημμυρισμένη Ιστικλάλ, με μυριάδες νέους ανθρώπους να κατακλύζουν την πόλη και να δείχνουν το δημογραφικό σφρίγος της Τουρκίας, με πλήθος μαντίλες στις λαϊκές γειτονιές να δείχνουν τον ιδιότυπο νεοϊσλαμισμό της εποχής Ερντογάν. Τα εμπορικά κέντρα και τα καταστήματα ειδών πολυτελείας ξεχειλίζουν στα ακριβά προάστια. Καγιέν, Μερτσέντες, κλαμπ τεράστια στα παράλια του Κεράτιου και του Βοσπόρου, κλαμπ πριβέ με τριπλή πόρτα για τους νέους υπερπλούσιους. Η Τουρκία ζει το τραπεζικό της όνειρο, πιθανότατα φούσκα, αλλά ο μισθός νέου μηχανολόγου δεν ξεπερνά τα 250 ευρώ. Η δίκη του πρώην προέδρου δικτάτορα Εβρέν επίκειται. Οι Κούρδοι διαδηλώνουν στο κέντρο, και από τα αχανή slum της περιφέρειας ξεχύνονται και σπάνε όλα τα στέγαστρα συγκοινωνιών, πετροβολούν τα πούλμαν στον αυτοκινητόδρομο.
Και η Ελλάδα ιδωμένη από τους λόφους της Πόλης: οδυνηρή ασπαίρουσα οντότητα πίσω απ’ τα σύννεφα. Τη βλέπουν καθαρά οι πολλοί πια Ελληνες που κάνουν μεταπτυχιακά στο Πανεπιστήμιο Βοσπόρου, το πρώην Ροβέρτειο Κολέγιο, και στ’ άλλα πανεπιστήμια της Πόλης· τα λόγια τους, δυναμικά και με τη διαύγεια της απόστασης, μας προσφέρουν μια άλλη θέαση του υποφέροντος ελληνισμού. Τη βλέπει ολοκάθαρα την Ελλάδα, σε ιστορική προοπτική και με γεωπολιτικό βάθος, ο Ρωμιός κύριος Αρης, ο φλογερός Ελληνας, τη βλέπει σαν αλυσίδα λαθών, υποχωρήσεων, υποτέλειας, ατολμίας, επαρχιωτισμού, ο λόγος του διαφωτίζει και εγκαρδιώνει. Μας τη φανερώνουν άλλη την Ελλάδα, τα πάθη της, τη δυναμική της, οι συνομιλίες εκεί, σε μια αρχαία και σφύζουσα μητρόπολη, με ελληνικές επιγραφές μισοσβησμένες στα σοκάκια.
Φανερώνεται έτσι η Ελλάδα στο βραχύ μέλλον: για να υπάρξει, χρειαζόμαστε επειγόντως πειθαρχία. Αυτοπειθαρχία, αυτοέλεγχο, στοχοπροσήλωση, εστίαση της ζωτικότητας. Το δαιμόνιο μόνο του δεν αρκεί, μπορεί και να καταστρέφει. Μόνο δαμάζοντας το δαιμόνιο και πειθαρχώντας τους εαυτούς, θα κερδίσουμε αυτογνωσία και σχέδιο, θα έχουμε θέση στον αναδυόμενο κόσμο.

Πηγή:  http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_1_24/03/2012_434490

Τετάρτη 13 Απριλίου 2011

Γιώργος Ιωάννου, «Ο της Φύσεως Έρως» (απόσπασμα)

Είναι αληθινό αυτό, ο Παπαδιαμάντης αυτοβιογραφείται. Εξίσου αληθινό όμως είναι ότι όλοι οι γνήσιοι συγγραφείς, λίγο ως πολύ αυτοβιογραφούνται. Εγώ θα ήθελα κάτι άλλο να μου πουν: Ποιος γνήσιος συγγραφέας δεν είναι κατά κάποιο τρόπο αυτοβιογραφικός στα πιο αντιπροσωπευτικά του έργα. Και λέγω «αντιπροσωπευτικά», γιατί και ο Παπαδιαμάντης έχει ορισμένα έργα όπου δε βάζει τίποτε από τον εαυτό του και είναι τα ιστορικά μυθιστορήματά του, μα αυτά δε βρίσκονται σε κανένα ύψος.
Με αυτά, δεν συνηγορούμε για την αυτοβιογράφηση στη λογοτεχνία, ούτε και καταδικάζουμε -κάθε άλλο- το πλάσιμο μιας κατάστασης ολότελα νέας μέσα στα έργα. Μακάρι… Απλώς προϊόντος του χρόνου, κάνουμε τη διαπίστωση ότι κανένας συγγραφέας δεν πέφτει στο έργο του έξω από τα βιώματά του.
Από τα παρακάτω θα έγινε ίσως αντιληπτό τι ακριβώς νομίζουμε όταν λέμε, ότι κάθε συγγραφέας -και ο Παπαδιαμάντης- «αυτοβιογραφείται». Εννοούμε ότι κάθε άξιος συγγραφέας αντλεί τη γλώσσα του, τη φρασεολογία του, τις εμπειρίες του, τις εμπνεύσεις του, ιδίως την επένδυση των εμπνεύσεών του, από μέσα του, από την τεράστια παρακαταθήκη βιωμένων πραγμάτων, καταστάσεων και γεγονότων, μεταμορφωμένων πια σε λέξεις και φράσεις, που ο κάθε συγγραφέας -και ο κάθε άνθρωπος- διαθέτει. Δεν εννοούμε ότι ο συγγραφέας αναπαριστάνει τη ζωή του, αν και δεν είναι εκ των προτέρων καταδικάσιμο, ούτε και αυτό. Εξαρτάται από την τομή και το δόσιμο που θα γίνει […].
Ο Παπαδιαμάντης μπορεί, νομίζω να ονομασθεί πιο πολύ βιωματικός παρά αυτοβιογραφικός συγγραφέας. Ο Παπαδιαμάντης δημιουργεί την ίδια εντύπωση με όλους εκείνους τους συγγραφείς που είναι παραστατικοί και μερακλήδες σκηνογράφοι. Δημιουργεί δηλαδή την εντύπωση ότι τα έζησε όλα αυτά για τα οποία γράφει, ενώ ακόμη και δια της κοινής λογικής μπορούμε να βρούμε ότι αυτό δεν ήταν δυνατό. Υπάρχει στο έργο του ένα πλήθος ιστοριών τις οποίες για λόγους απλούς δεν μπορεί να τις έζησε ο ίδιος, αλλά πρέπει να τις άκουσε, να τις είδε ίσως εκ του μακρόθεν και προπαντός να τις έμαθε από άλλους ή παλιότερους.
Οι ιστορίες αυτές είναι πλασμένες ή ξαναπλασμένες από τον συγγραφέα με τα υλικά του χώρου τους, που τα παρέχει η μετά αγάπης αναστροφή του μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον. Και έτσι οι αλλότριες ιστορίες του γίνονται αφορμή για την πιο μεγάλη απόλαυσή του. Να βγάλει και να ξαναβγάλει από μέσα του τα αγαπητά του πράγματα, τις φορτωμένες ξεχωριστή αχλύ και περιεχόμενο λέξεις και να τις αραδιάσει για μια ακόμη φορά μέσα σ’ ένα κομμάτι του χώρου του. Θέλει να κλείνεται μέσα στον αγαπημένο χώρο του και να βγάζει από μέσα του.
Και προκύπτει έτσι ένα κράμα ζεστής ζωής, με όλα τα συμπαρομαρτούντα της επαρχιακής ζωής του καιρού του. Φτώχειες, θαλασσοπνιγμούς, μαρασμούς, συνοικέσια, μικρότητες, γάμους, βαφτίσια, γιορτές και γλέντια, έθιμα, κουτσομπολιά, λόγια πικρά, μίση, νεράιδες και αερικά, θρησκευτικές αναβάσεις, χειμερινές περιπέτειες, αθώες ψυχές ποιμένων.
Λοιπόν, οι απόμακρες αυτές ιστορίες δεν είναι αυτοβιογραφικές, αλλά αποτελούν αφορμές για ανάπλαση ζωής.

Γιώργος Ιωάννου, «Ο της Φύσεως Έρως»: Τετράδια «Ευθύνης», αρ. 15 [Μνημόσυνο του Αλεξ. Παπαδιαμάντη: Εβδομήντα χρόνια από την Κοίμησή του] (Αθ. 1981), σελίδες 55-63: 58-59 ~ ΙΔ., Ο της Φύσεως Έρως: Παπαδιαμάντης, Καβάφης, Λαπαθιώτης, Αθ.: Κέδρος, 1985.

Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

Δημήτριος Παλούκης, Ο Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΚΑΙ Η ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΜΑΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Στοὺς κακορίζικους καιρούς ποὺ ζοῦμε, ἐπέτειοι ὅπως ἡ φετινή, τῶν
100χρονων τῆς ἐκδημίας τοῦ Ἀ. Παπαδιαμάντη, μποροῦν νὰ καταστοῦν ἰδιαίτερα ὠφέλιμες, ἄν στρέψουν ἀγωνιῶντες, ἀποκαμωμένους καὶ πεφορτισμένους στὴν ἄμεση ἐπαφή μὲ τὸ ἔργο τοῦ μεγάλου συγγραφέα καὶ δὲν ἐξαντλήσουν τὴν κριτική σχολιαστῶν κλ.π. διανοητῶν στὰ γνωστά τετριμμένα, χιλιοειπωμένα κι ἐπιμέρους,Βἀλλά ὑποκύψουν στὴν ἀνάγκη προσέγγισής του ὡς ἀνθρώπου ποὺ ἐνδιαφερόταν ἐνεργά γιὰ ὅ,τι συνέβαινε στὴν ἐποχή γύρω του κι ἐπιχείρησε νὰ ἀσκήσει κάποια ἐπιρροή στὴν ἐξέλιξη τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας καὶ στὴν πορεία τῆς ἱστορίας μας. Ἄν ὁ Σολωμός ἀναστοχάστηκε μέσα στὸ ἔργο του τὸ ’21 καὶ θέλησε νὰ δείξει τὶ θεμέλια ἠθικῶν ποιοτήτων τοῦ ἐλεύθερου ἐθνικοῦ βίου μᾶς προσέφεραν ἕτοιμα
οἱ Ἀγωνιστές, ὁ Παπαδιαμάντης στὴν καμπή τοῦ 19ου πρὸς τὸν 20όν αἰ. κάνει μιὰ
στάση καὶ ἀποτιμᾶ τὴ συλλογικὴ πορεία· « Τὸ σημερινόν ἔθνος δὲν ἐπῆγε, δυστυχῶς,
τόσον ἐμπρός…Τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικόν… εἶναι ἀκόμη πολύ ὀπίσω…δὲν δύναται νὰ
τρέξῃ ἀρκετά ἐμπρός, χωρίς τὸ ὅλον νὰ διασπαραχθῇ ὡς διασπαράσσεται φεῦ!
ἤδη…Ἄγγλος ἤ Γερμανός ἤ Γάλλος δύναται νὰ εἶναι κοσμοπολίτης ἤ ἀναρχικός ἤ
ἄθεος ἤ ὅ,τι δήποτε. Ἔκαμε τὸ πατριωτικόν χρέος του, ἔκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα
εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐπαγγέλλεται χάριν πολυτελείας τὴν ἀπιστίαν καὶ τὴν ἀπαισιοδοξίαν. Ἀλλά Γραικύλος τῆς σήμερον, ὅστις θέλει νὰ κάμῃ δημοσίᾳ τὸν ἄθεον ἤ τὸν κοσμοπολίτην, ὁμοιάζει μὲ νάνον ἀνορθούμενον ἐπ’ ἄκρων ὀνύχων καὶ τανυόμενον νὰ φθάσῃ εἰς ὕψος καὶ φανῇ καὶ αὐτός γίγας». Ξεκαθαρίζει ἔτσι τὴ θέα του, τὴν ὀπτική του γωνία. Οἱ εἰκόνες ποὺ διαμορφώνουν ὡς ταυτότητες οἱ διάφορες ὁμάδες, ὑπακούοντας στὴν ἀνάγκη ἀναγνώρισης τοῦ ἑαυτοῦ, ἀτομικά καὶ συλλογικά,
συνιστοῦν ἱστορικές καὶ πολιτιστικές κατασκευές ποὺ προκύπτουν ἀπό τὸν συμφυρμό πραγματικῶν δεδομένων μὲ ἰδεολογικές διατυπώσεις. Ἡ συμβολή τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων σὲ τοῦτο δὲν εἶναι ἁπλά δεδομένη, ἀλλά ἐξόχως σημαντική. Ἀξίζει πραγματικά νὰ ἀντιπαραβληθοῦν: ἐκείνη τοῦ Παπαδιαμάντη· «Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἐν ὅσῳ ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρωνῶ, δὲν θὰ παύσω πάντοτε…νὰ ὑμνῶ
μετά λατρείας τὸν Χριστόν μου, νὰ περιγράφω μετ’ ἔρωτος τὴν φύσιν, καὶ νὰ ζωγραφῶ μετά στοργῆς τὰ γνήσια Ἑλληνικά ἔθη»( 1893), μὲ μιὰ λιγώτερο πιεστικά δοθεῖσα, τοῦ πολιτογραφημένου Ἄγγλου, σημαντικοῦ ποιητοῦ καὶ δοκιμιογράφου T. S. Eliot · « Ἡ ὀπτική γωνία μὲ τὴν ὁποία βλέπω ἐν γένει τὰ πράγματα εἶναι: εἶμαι κλασικιστής στὴ λογοτεχνία, μοναρχικός στὶς πολιτικές πεποιθήσεις καὶ
ἀγγλοκαθολικός στὴ θρησκεία». Γιὰ τὸν Ἄγγλο ποιητή, γράφηκε ὅτι εἶχε2 μεταμεληθῆ γιὰ τὴν ἔμφαση ποὺ δινόταν στὴν πιὸ πάνω διατύπωση, κρινόμενη καὶ ὡς πολύ σαφής δογματική μορφή, μὲ δέσμευση σὲ ἐξωτερικήν αὐθεντία. Γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη, τὰ τρία στοιχεῖα, ἀλληλένδετα κι ἀδιάσπαστα, τῆς
δικῆς του ταυτότητας εἶναι ὁ Χριστιανισμός του, ἡ ἑλληνική φύση καὶ ὁ αὐθεντικός ἑλληνικός χαρακτήρας. Δὲν μπορεῖ νὰ μὴν ἐπισημανθεῖ κι ὁ τρόπος τῆς προσωπικῆς ἰσόβιας σύνδεσής του μαζί τους: λατρεία, ἔρως, στοργή. Στὸν καιρό τῆς μεγάλης δοκιμασίας ποὺ περνᾶμε, μὲ τὰ στοιχεῖα τῆς συλλογικῆς μας ταυτότητας νὰ ἀφήνονται χωρίς πόνο καὶ τύψη νὰ ξεθωριάζουν, ἤ ἀκόμη χειρότερα, νὰ
εὐτελίζονται, τὸ ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη προσφέρεται καὶ γιὰ τὴν ἀναγνώριση τῆς δημιουργικότητας τοῦ λαοῦ, ὑπό προϋποθέσεις τὴ φρόνηση καὶ τὸ γοῦστο – καλαισθησία, ἀλλά καὶ γιὰ ἐπανασύνδεσή μας μὲ τὴν παράδοση ριζικῆς κριτικῆς, γεγονός ἱκανό νὰ μᾶς ἐπαναφέρει στὴν μεγάλη παράδοση τῆς εὐθύνης ὅλων μας κι ἰδιαίτερα τῶν στοχαστῶν, στὴ σχέση μας μὲ τὴν κοινότητα.

Οἱ ἀναφορές μας εἶναι, 1) στὸ διήγημα Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη «Λαμπριάτικος Ψάλτης», Ἅπαντα, Κριτική ἔκδ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, ἐκδ. Δόμος, τ. 2ος, σσ. 513 επ.
2) στό T. S. Eliot, Πρόλογος στὸ δοκ. « Γιὰ τὸν Lancelot Andrewes » (1928), σὲ Frank Kermode,
Εἰσαγωγή στὸ κριτικό ἔργο τοῦ T. S. Eliot.

Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Η πνευματική διάσταση του έργου του.

Αφού ευχαριστήσω θερμά όσους είχαν την ευγένεια να καλέσουν την ταπεινότητά μου στον αποψινό εσπερινό επετειακής μνημοσύνης θα εισέλθω αμέσως στο θέμα μου, γιατί δεν θέλω να χασομερώ με μακρούς προλόγους. Συμπληρώνονται εφέτος 160 έτη από τη γέννηση και 100 από την κοίμηση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Παρά τις τόσες δεκαετίες η μνήμη του μένει ζωντανή. Συνεχώς γράφουν γι' αυτόν. Δε υπάρχει για άλλο λογοτέχνη μας τόσο πλούσια βιβλιογραφία. Εμείς θα προσπαθήσουμε στον λίγο χρόνο που έχουμε να δείξουμε τη θρησκευτικότητα, την ορθόδοξη πνευματικότητα του Αλ. Παπαδιαμάντη, η οποία σαφώς είναι πηγαία, ανυπόκριτη και θερμή.
Ο Παπαδιαμάντης σπούδασε φιλόλογος αλλά είναι θεολόγος, γιατί θεολόγος δεν είναι αυτός που έχει ανάλογο πτυχίο, αλλά αυτός που αληθινά προσεύχεται, κατά τον όσιο Νείλο τον Ασκητή. Θεολόγος ουσιαστικά είναι ο πιστός που ζει αυθεντική χριστιανική ζωή, ο φίλος του Θεού, ο κοινωνός του Θεού, ο άγιος, ο λυτρωμένος και σεσωσμένος. Μέσα στην Ορθοδοξία μας κανείς ποτέ δεν σώζεται ατομικά, αλλά περνώντας η ζωή του μέσα από των άλλων, συνδράμοντας με διάφορους τρόπους στη σωτηρία κι εκείνων. Ο Θεός του Παπαδιαμάντη είναι ο Δημιουργός του Σύμπαντος, ο πλάστης του ανθρώπου, ο Παντοδύναμος, ο προνοητής, ο φιλόστοργος πατέρας. Πιστεύει στο θέλημα του Θεού, στη θεία Πρόνοια, στη θεία Χάρη, στη θεία μισθαποδοσία και δικαιοκρισία.
Κατά τον Παπαδιαμάντη η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό είναι να τον υπακούει, να τηρεί τις εντολές του, να τον διακονεί θυσιαστικά στο πρόσωπο του κάθε πλησίον. Οι σχέσεις του ανθρώπου διαταράσσονται διά της αμαρτίας. Το παπαδιαμαντικό έργο είναι γεμάτο από αμαρτωλούς. Μέσα από τα μυθιστορήματα και διηγήματά του περιδιαβαίνουν άσωτοι, άθεοι, βλάσφημοι, κλέφτες, φιλόδοξοι, τοκογλύφοι, λαίμαργοι, μέθυσοι, άδικοι, υποκριτές φθονεροί, ακόμη και ιερόσυλοι, αυτόχειρες και φονιάδες. Παρ' όλ' αυτά όλους αυτούς τους αμαρτωλούς ήρωές του τελικά τους συμπαθούμε. Στα πρόσωπά τους συναντούμε τα φιλάμαρτα πρόσωπά μας, αλλά και γιατί συνήθως μετανοούν για τις πράξεις τους. Ο Παπαδιαμάντης γνωρίζει το ευόλισμο της ανθρώπινης φύσεως, αλλά και τη θεραπεία στο θεραπευτήριο της εκκλησίας διά ειλικρινούς μετανοίας και εξομολογήσεως. Για τον Παπαδιαμάντη η Εκκλησία όπως γράφει είναι η "φιλόστοργη μητέρα και η πηγή πάσης παραμυθίας".
Πιστεύει ακράδαντα ότι ο Νεοέλληνας δεν μπορεί εύκολα να μη πιστεύει. Μέσα στην Εκκλησία το έμφυτο θρησκευτικό αίσθημα και συναίσθημα δυναμώνει. Πρέπει να κάνει μεγάλο αγώνα ο Έλληνας για να μη πιστεύει καθόλου και σε τίποτε. Εν τούτοις την απομάκρυνση του κόσμου τη δικαιολογεί ως κλονισμό της αγάπης του στην ελληνορθόδοξη παράδοση, κάτι που συνέτεινε η απώλεια μέρους της αξιοπιστίας, λόγω σκανδάλων εκπροσώπων της Εκκλησίας. Για τον Παπαδιαμάντη παράδοση είναι όπως λέγει "ζην κατά τον θείον νόμον". Τελικά ομολογεί: "Εγώ είμαι τέκνον γνήσιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, εκπροσωπουμένης υπό των επισκόπων της". Σε άλλη περίπτωση βέβαια δεν δυσκολεύεται να τους κρίνει αυστηρά για διάφορες προκλήσεις τους.
Ο Παπαδιαμάντης δεν πιστεύει σ' ένα ιδεολογικό ελληνοχριστιανικό νεφέλωμα. Η πίστη του είναι ακράδαντη στη μεγάλη ανάγκη που έχει ο ελληνισμός τον Χριστιανισμό. Θεωρεί κίνδυνο γα την ελληνική κοινωνία τον μιμητισμό, την ξενομανία, "το να χάσκη τις προς τα ξένα", την είσοδο στην πατρίδα μας του δυτικού τρόπου ζωής. Έτσι παρατηρεί με βαθύ πόνο την αλλοίωση των ηθών, τη χαλάρωση της ορθοδόξου πίστεως του λαού, την παραχάραξη της πλούσιας και ωραίας ελληνικής γλώσσας. Δυστυχώς γράφει "κηρύττεται πλέον φανερά η αγραμματωσύνη, και το ανωφελές του ορθώς γράφειν ή ομιλείν", ώστε "κατήντησε να γίνει όλη σχεδόν η γλώσσα νόθον και κίβδηλον κατασκεύασμα". Ακολουθούν οι Έλληνες γράφει "τα της χριστιανικής λατρείας άνευ πίστεως και χρηστού συνειδότος". Το άηθες, η ηθοφθορία, η ανηθικότητα, το μισάδελφο αρχίζουν να κυριαρχούν κι επικρατούν. Τι θα έλεγε για σήμερα, εκατό έτη μετά, ο θεσπέσιος Παπαδιαμάντης;
Λύση στο πρόβλημα κατά τον Παπαδιαμάντη είναι η εν μετανοία άμεση επιστροφή στην ανόθευτη και γνήσια εκκλησιαστική παράδοση. Συγκεκριμένα τονίζει: "Άμωνα περί πάτρης θα ήτο η ευσυνείδητος λειτουργία των θεσμών, η εθνική αγωγή, η χρηστή διοίκησις, η καταπολέμησις του ξένου υλισμού και του πιθηκισμού, του διαφθείραντος το φρόνημα κα εκφυλίσαντος σήμερον το έθνος, και η πρόληψις της χρεωκοπίας". Οι λόγοι του, αγαπητοί μου, όπως αντιλαμβάνεσθε όλοι πολύ καλά έχουν μια σημαντική επικαιρότητα.
Όξυνση του προβλήματος θεωρεί και την απραξία της εκκλησιαστικής αρχής. Την Εκκλησία δεν τη θέλει ούτε εμπορευάμενη ούτε θεατριζόμενη. Η λύση κατ' αυτόν είναι μόνο μία. Επιστροφή εν επιγνώσει στην αγιοτρόφο εμπειρία της Εκκλησίας και βίωσή της. Μέσα στην αγία, σώζουσα και ορθοτομούσα Εκκλησία ο άνθρωπος αναγεννάται, μεταμορφώνεται, οπλίζεται τα όπλα του φωτός και της χάριτος κατά της ποικίλης αμαρτίας και ξανασυναντά τον ζώντα Θεό του ελέους και των οικτιρμών. Στον άνθρωπο ανήκει η μεγάλη επιλογή. Στο πλούσιο έργο του οι πονεμένες μορφές του συνήθως φθάνουν στη λύτρωση διά της ακριβούς μετανοίας και ζουν τότε μια νέα ζωή. Όχι βέβαια πάντοτε. Ορισμένες χρησιμοποιώντας κακώς την ελευθερία τους παραμένουν στο σκοτάδι.
Ο σπουδαίος Σκιαθίτης πεζογράφος μας συχνά περιγράφει "μετ' έρωτος" τη φύση, αλλά δεν είναι ένας φαντασμένος οικολόγος ή ένας ονειροπόλος φυσιολάτρης. Αναφερόμενος και περιγράφοντας περίτεχνα την ωραία φύση πορεύεται προς τον Δημιουργό της και τον μεγαλύνει για την πανσοφία του. Γράφει για κάποιους τέτοιους σ' ένα του διήγημα. "Μικροί ακούσιοι ειδωλολάτραι, διασώζοντες κατόπιν τόσων αιώνων ασυνείδητον την λατρείαν της φύσεως". Λυπάται πολύ βέβαια όταν καταστρέφεται το κάλλος του φυσικού περιβάλλοντος και γράφει με πόνο ψυχής: "το μιαρόν πνεύμα εισέβαλεν εις τα έργα του Θεού". Μελετώντας το όλο έργο του παρατηρούμε πως όχι ήξερε να γράφει, να περιγράφει, να ηθογραφεί, να κρίνει και να προτείνει λύσεις, αλλά ο ίδιος είχε μια ακέραια στάση, επιλογή φιλόθεης ζωής, φιλάρετου βίου, έντιμης εργασίας, φιλότιμης αδολεσχίας, πορεία, στόχο, λόγο και αξία. Από νωρίς είχε συνειδητοποιήσει καλά τη ματαιότητα της εγκοσμιότητος, είχε αφοβία θανάτου, θερμή πίστη. Θέλησε να ζήσει απλά, λιτά, απόμερα, ήσυχα, γαλήνια και νηφάλια. Δεν ψήλωσε ο νους του, δεν υψηλοφρόνησε, στάθηκε πλάι στους ταπεινούς και καταφρονεμένους και τους πέρασε ωραία στο έργο του.
Το έργο του Παπαδιαμάντη διασώζει την αγνή λαϊκή ευσέβεια. Οι ιερείς του έργου του είναι απλοί, φτωχοί, ενίοτε και απλοϊκοί, αλλά βιώνουν υπαρξιακά, ακόμη και όταν δεν μπορούν να το εκφράσουν, το μυστήριο του ζώντος Θεού, τη γνήσια ορθόδοξη βιοτή και λειτουργική παράδοση. Με πλήρη συναίσθηση της αμαρτωλότητάς τους δεν παύουν να δέονται υπέρ ελέους, ζωής, ειρήνης και σωτηρίας των προβάτων του ποιμνίου τους, που τους εμπιστεύθηκε ο ίδιος ο Χριστός. Δεν επιχειρούν "λειτουργικές αναγεννήσεις" αρκούνται και τρέφονται με την υπάρχουσα γνήσια παράδοση, δοξολογώντας συνεχώς τον Ύψιστο κι επικαλούμενοι το άφατο έλεός του.
Ο Παπαδιαμάντης δήλωσε ομολογιακά, χαρακτηριστικά, απερίφραστα και αναντίρρητα: "Το επ' εμοί, ενόσω ζω και αναπνέω και σωφρονώ, δεν θα παύσω πάντοτε... να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου". Τον πονά η αμαρτία, τον στενοχωρεί η βαβυλωνία της Αθήνας, τον κουράζει το κουτσομπολιό του νησιού του, με τους παρασυρμένους της αμαρτίας, αλλά δεν παύει ν' αγωνίζεται, να ελπίζει, να εμπιστεύεται τον Θεό, να παρουσιάζει κάποιους ήρωές του ως αγίους. Η άτεκνη Σεραϊνώ στον "Γάμο του Καραχμέτη" ο απλός τσομπάνος στον "Φτωχό άγιο", ο ένδοξος νεομάρτυς στο "Η χήρα του Νεομάρτυρος" και άλλοι.
Δεν πρέπει να λησμονάμε ότι ο Παπαδιαμάντης είναι υιός ευλαβούς ιερέως, ακολούθου του γνήσια αναγεννητικού, αγιορειτικού κινήματος των ιεροπρεπών Κολλυβάδων. Μεγαλώνει με τις θείες λειτουργίες, τα ιερά βιβλία, τις άγιες εικόνες, τις απαράβατες εκκλησιαστικές παραδόσεις, τα ωραία έθιμα, τα εξαίρετα ήθη. Μελετούσε τα μυροβόλα συναξάρια, τα πατερικά και νηπτικά κείμενα, την καταπληκτική φιλοκαλία, τις ασματικές ακολουθίες. Ήταν αναγνώστης και ψάλτης. Όλη αυτή η γνώση τον έκανε να πάει να μονάσει στο Άγιον Όρος. Πριν κλείσει όμως χρόνο εκεί στη σκήτη Ευαγγελισμού της Μονής Ξενοφώντος, επέστρεψε στον κόσμο, τρέφοντας πάντοτε μεγάλο σεβασμό για τον μοναχισμό και ιδιαίτερα τον αγιορείτικο.
Το εκκλησιαστικό του ήθος τον κάνει να μην είναι οργίλος και φανατικός κατά των αμαρτανώντων ηρώων του έργου του, αλλά και των συνανθρώπων του γενικά. Ελπίζει στη μετάνοια, πιστεύει στην αγάπη του Θεού, θεωρεί προτιμότερη την ελεημοσύνη από τη δικαιοσύνη. Αγαπά να προβάλλει τη μετάνοια, όχι ως ιεροκήρυκας επαγγελματίας, αλλά ως συμπάσχων αδελφός. Η συμπάθεια στον αδύναμο συνάνθρωπο είναι ίδιον του αληθινού χριστιανού, του ευαγγελικού ανθρώπου.
Ο Παπαδιαμάντης λοιπόν μεγάλωσε με βυζαντινές ψαλμωδίες, καθαρά κεριά και αγιορείτικα λιβάνια. Παρέμεινε προσηλωμένος στην Εκκλησία διά βίου. Πίστευε ακράδαντα στον Θεό, στις πρεσβείες των αγίων και της Παναγίας και τα θαύματά τους. Μια φορά, διηγείται ο καλός εξάδελφός του Α. Μωραϊτίδης, έγινε καλά από ισχυρό πονόδοντο ο Παπαδιαμάντης κι έγραψε ολόκληρη ακολουθία στον Άγιο Αντίπα, που προστατεύει όσους πονούν στα δόντια, για να τον ευχαριστήσει. Δεν ήταν ονειροπόλος του παρελθόντος, αλλά θαυμαστής της αλήθειας, που στήριξε γενεές γενεών και δημιούργησαν έξοχα έργα πολιτισμού και ορθότητα βίου εμπνευσμένη.
Ο Παπαδιαμάντης σαφώς δεν είναι άγιος με φωτοστέφανο. Είναι όμως ένας αγωνιστής. Δεν είναι μονόχνωτος, κακομοίρης, απομονωμένος, κομπλεξικός, μειονεκτικός και διχασμένος. Είναι ένας εκούσιος κοσμοκαλόγερος, ακτήμων, ελεήμων, πένης, απλός, λιτός, μόνος, σεμνός και ταπεινός. Δεν είναι φιλόσαρκος αλλά φυσιολογικώς πειραζόμενος άνθρωπος. Αγαπούσε το κρασάκι, αλλά δεν ήταν μέθυσος. Κάποτε ένας μοναχός πήγε να εξομολογηθεί σ' ένα πνευματικό σε μια σκήτη του Αγίου Όρους. Τον βρήκε τον πνευματικό πιωμένο και κάπως ζαλισμένο. Σκανδαλίστηκε και είπε ως άδικα έκανε τον κόπο να έλθει να εξομολογηθεί σ' ένα πνευματικό πότη. Τότε ο πνευματικός, προς μεγάλη του έκπληξη, του είπε: Ναι, τρεις φόρες ήλθες για εξομολόγηση αλλά την αμαρτία εκείνη δεν μου την είπες! Ας μη γινόμαστε τόσο γρήγορα τόσο αυστηροί κριτές και επιτιμητές των πάντων. Την αυστηρότητα καλύτερα ας κρατήσουμε για μας και την επιείκεια για τους άλλους.
Ο Π. Νιρβάνας τον ονομάζει "κοσμοκαλόγερο", τον περιγράφει να βαδίζει σκυφτός με τα χέρια σταυρωμένα πίσω, να κάθεται σε απόμερα καφενεία, συντροφιά με απλούς ανθρώπους, φιλέρημος, ήταν κακοντυμένος, με ξεφτισμένες πάντα τις άκρες των μανικιών του και όταν του πρότειναν 150 δραχμές για ένα του έργο είπε πως του αρκούν οι 100. Έτσι τον παρουσιάζει ιδιότροπο, παράξενο και κοσμόφοβο. Ο μακαριστός λόγιος Γέροντας Θεόκλητος Διονυσιάτης στο βιβλίο του γι' αυτόν έχει μια άλλη θέση, με την οποία εδώ και συμφωνούμε. Γράφει: "Εάν εμβαθύνουμε στον τρόπο της ζωή του, θα ανακαλύψουμε γνωρίσματα καλογερικής αγωγής και αρετής και τάσεις για υπέρβαση του κοινώς θεωρούμενου καλού. Τι είναι άλλωστε, η ατημέλητη εμφάνισή του, η τάση συνεχούς φυγής από τους πολλούς, η εκούσια πενία του και οι ασκητικές συνθήκες διαμονής του, παρ' ότι είχε την οικονομική δυνατότητα για βελτίωσή τους -"μου φθάνουν οι εκατό δραχμές"-, οι αγρυπνίες και ψαλμωδίες του, το εκκλησιαστικό ήθος του, η ευαισθησία του σε θέματα εκκλησιαστικών παραδόσεων, οι ελεημοσύνες του από το ορατόν υστέρημά του, η ταπείνωσή του, η αγιότητά του και άλλες αρετές του, αν όχι αντανακλάσεις μοναχικού βίου;". Ότι αποτελεί για τους Σλαύους ο πολύς Ντοστογιέφσκυ είναι, θα πρέπει να είναι, για τους Έλληνες ο Παπαδιαμάντης. Πρόκειται για προφήτη του Γένους. Γράφει: "Μη θρησκευτικά, προς Θεού!".
Το ελληνικόν έθνος δεν είναι βυζαντινοί, εννοήσατε; Οι σημερινοί Έλληνες είναι κατ' ευθείαν διάδοχοι των αρχαίων. Έπειτα, επολιτίσθησαν, επροώδευσαν και αυτοί. Συμβαδίζουν με τα άλλα έθνη... Άγγλος ή Γερμανός ή Γάλλος δύναται να είναι κοσμοπολίτης ή αναρχικός ή άθεος ή ο,τιδήποτε. Έκαμε το πατριωτικόν χρέος του, έκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα είναι ελεύθερος να επαγγέλεται χάριν πολυτελείας την απιστίαν και την απαισιοδοξίαν. Αλλά Γρακύλος της σήμερον, όστις θέλει να κάμη δημοσία τον άθεον ή τον κοσμοπολίτην, ομοιάζει με νάνον ανορθούμενον επ' άκρων ονύχων και τανυόμενον να φθάση εις το ύψος και να φανή και αυτός γίγας. Γι' αυτό όπως γράφει "τα πλείστα των υπ' εμού γραφέντων διηγημάτων... είναι μάλλον θρησκευτικά". Ξέρει τι κάνει ο εμπνευσμένος Παπαδιαμάντης. Με το έργο του καταξιώνεται ως παιδαγωγός του ορθόδοξου ελληνισμού. Φθάνει με πόνο και ιερή αγανάκτηση να γράφει ευρισκόμενος στην Αθήνα: "Εδώ θεοποιείται φανερά ο Μαμμωνάς. Χιλιάκις καλύτερον θα ήτο εάν υπήρχεν ακόμη η αρχαία ποιητική ειδωλολατρία. Τώρα όμως η πράγματι επικρατούσα θρησκεία είναι ο πλέον ακάθαρτος και κτηνώδης υλισμός. Μόνον κατά πρόσχημα είναι η χριστιανοσύνη"! Τι θα έλεγε σήμερα;
Μίσησε τον πλούτο και αγάπησε την πενία. Από τα λίγα που είχε ποιούσε κρυφά και την ελεημοσύνη. Έγραφε αυτό που ζούσε.: "Πρέπει να μένη τις εν τη τάξει εν η ευρέθη απ' αρχής, όσον ταπεινή, όσον πενιχρά και αν φαίνεται αύτη· αιρετωτέρα δε αείποτε η έντιμος ευτέλεια της αδόξου και κομώσης πολυτελείας και τρυφής". Έζησε και πέθανε φτωχός, σεμνός και ταπεινός. Εκοιμήθη στο ωραίο νησί του πριν εκατό χρόνια κι ένα μήνα τα χαράματα της 3.1.1911, αφού μετάλαβε, ψάλλοντας και κλαίγοντας.
Σήμερα οι πολλοί λογοτέχνες μας, οι διανοούμενοι, οι δημοσιογράφοι περί πολλά τυρβάζουν. Αρκετοί ειρωνεύονται τον Παπαδιαμάντη και τον κακολογούν. Τους χαλάει τα σχέδια. Ο γραικυλισμός, ο αθεϊσμός, ο μηδενισμός, η διαφθορά, η φιλοχρηματία, η φιλοσαρκία και η φιλοδοξία επικρατούν και δεν θέλουν να ενοχλούνται από φωνές ισχυρές και αγνές ως του Παπαδιαμάντη, που ο βίος του και το έργο του τους ελέγχει.
Κοιμήσου κυρ Αλέξανδρε στην αγκαλιά του νησιού σου ήσυχα. Έκανες το χρέος σου ως Ορθόδοξος και ως Έλληνας. Η ζωή σου και το έργο σου φωτίζουν το σκοτάδι. Η Ελλάδα που τόσο πολύ αγάπησες, σκοτισμένη, παγιδευμένη, προδομένη, σαγηνευμένη σε ξένες σειρήνες, πάσχει. Φυλακισμένη στα πικρά αδιέξοδα του ατομισμού, του υλισμού και του αθεϊσμού μελαγχολεί και μαραζώνει. Μακάρι οι σελίδες των έργων σου και το παράδειγμα της ζωής σου να γίνουν παράθυρα ελευθερίας, για την επιστροφή σε μια ζωή χαριτωμένα απλή, γνήσια ταπεινή, αληθινά μετανοημένη, αληθινά χριστιανική.
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης ήταν πάντα προσηλωμένος στην Εκκλησία. Δεν τον κούραζε και δυσκόλευε ποτέ αυτή η σχέση. Ήταν ένας αληθινός χριστιανός. Ήταν ένας πιστός δούλος του Κυρίου. Ήταν αυτός που άκουσε από την αγία Αναστασία "Ύπαγε, ανίατε· ο πόνος θα είναι η ζωή σου...". Μόνο ένας γνήσιος χριστιανός μετά από αυτό το απρόσμενο άκουσμα μπορεί να γράφει: "Ησθανόμην αγρίαν χαράν, διότι η Αγία δεν είχεν εισακούσει την δέησίν μου". Ο Παπαδιαμάντης δεν είναι απλά ένας ρωμαντικός νοσταλγός μιας περασμένης ωραίας γραφικότητας που δεν υπάρχει, αλλά νοσταλγός μίας ουσιαστικής, αληθινής και καίριας χριστιανικής ζωής, την οποία αξίζει αγαπητοί μου, να βιώσουμε στο έπακρον. Σας ευχαριστώ πολύ για την προσέλευσή σας και την προσοχή σας.

Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης

Πηγή: Αντίβαρο

Σημ. διαχειρ.: Ευχαριστούμε θερμά το συμμαθητή μας Θάνο Γκιργκινούδη για την εύρεση και την αποστολή του παραπάνω κειμένου.