Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΘΡΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΘΡΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 28 Αυγούστου 2013

Πάρη Σπίνου, «Ἥρως εἰς ἔρωτα ἁγνόν»

Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης λόγω τοῦ μοναχικοῦ βίου του χαρακτηρίστηκε ἀντιερωτικός, μονόχνωτος, ἀνέραστος, ἀνίκανος ν᾿ ἀγαπήσει καὶ ν᾿ ἀγαπηθεῖ. Κι ὅμως, οἱ σύγχρονοι συγγραφεῖς ἐπιδιώκουν νὰ ἀνατρέψουν αὐτὴ τὴν εἰκόνα.

Ἡ πόλη τῆς Σκιάθου, σκηνογραφημένη γιὰ τὴ «Φόνισσα» τοῦ Ἀγγέλου Κοβότσου. Ἡ πόλη τῆς Σκιάθου, σκηνογραφημένη γιὰ τὴ «Φόνισσα» τοῦ Ἀγγέλου Κοβότσου. «Κανεὶς ἄλλος συγγραφέας δὲν μπῆκε τόσο βαθιά, τόσο ἀνυπόδητος στὸ βασίλειο τοῦ ἔρωτα -κι ἂς μὴν ὑπάρχει πουθενὰ ἡ περιγραφὴ ἔστω μιᾶς σκηνῆς ἀπὸ ἐρωτικὴ κλινοπάλη», ἐκτιμᾶ ὁ Κώστας Ἀκρίβος, ὁ ὁποῖος ἐπιμελήθηκε τὴ συλλογὴ «Νὰ εἶχεν ὁ ἔρωτας σαΐτες! Ἑπτὰ ἀγαπητικὰ διηγήματα τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη», ποὺ πρόσφατα κυκλοφόρησε ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις «Μεταίχμιο» μὲ ζωγραφιὲς Δημήτρη Μοράρου.
Ὁ δὲ Χριστόφορος Λιοντάκης ἐπιχειρεῖ νὰ μουντζουρώσει «τὸ φωτοστέφανο τῆς ἁγιοσύνης» τοῦ σκιαθίτη λογοτέχνη σημειώνοντας στὸν πρόλογο τοῦ φρεσκοτυπωμένου βιβλίου «Ἐρωτικὸς Παπαδιαμάντης» (ἐκδόσεις «Πατάκης») ὅπου ἀνθολογεῖ 28 διηγήματα: «Ὁ ἀποσυνάγωγος Παπαδιαμάντης δημιούργησε ἕνα ἐρωτικὸ σύμπαν, ὅπου ἵπτανται καὶ πλέουν ἀθῶες κορασίδες, λαϊκὲς θυγατέρες, ἐρωτόβρυτοι ἡλιοκαεῖς αἰπόλοι, θαλασσινοὶ μὲ τὴν ἅλμη στὸν τράχηλο, λαϊκοὶ ἀπόκληροι: μοναχικοὶ μονόλογοι, μορφὲς ὅπου ἡ κρυφὴ πληγή του, μαζὶ μὲ τὴν ἐρωτικὴ λύπη, σμίλεψαν τὸ μυστικό του ἀρχαϊκοῦ μειδιάματος».
Στὸν ἐρωτικό του κόσμο συνυπάρχουν τὸ πάθος, ἡ θλίψη καὶ ἡ ἐγκαρτέρηση. Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ ἐξομολόγηση τοῦ Παπαδιαμάντη στὸ διήγημα «Ἡ Φαρμακολύτρια», ὅπου ὁ 77χρονος ἥρωας ὁμολογεῖ στὴν Ἁγία Ἀναστασία «τὸ ἑρπετὸν πάθος, τὸ δολερόν», γιὰ τὴν ξαδέρφη του.
Τραγικὸ τῆς ἀγάπης πρόσωπο, alter ego τοῦ συγγραφέα θεωρεῖ ὁ Κ. Ἀκρίβος τὸν μπάρμπα-Γιαννιὸ στὸ διήγημα «Ἔρωτας στὰ χιόνια». Εἶναι ἐρωτευμένος μὲ τὴν παντρεμένη γειτόνισσα, ὡστόσο δὲν ἐξωτερικεύει τὰ συναισθήματά του. «Καθὼς δὲν μπορεῖ νὰ ξεπεράσει τοὺς κοινωνικοὺς φραγμούς, ὁ μπάρμπα-Γιαννιὸς ἀναμετριέται μὲ τὸν θάνατο. Μέσα σὲ κακὲς καιρικὲς συνθῆκες, πνίγεται στὸ κρασὶ καὶ στὸ χιόνι».
Ὁ ἐρωτικὸς πόθος, καλὰ κρυμμένος στὰ βάθη τῆς ψυχῆς, ποὺ ἀδυνατεῖ νὰ ἐκφραστεῖ, εἴτε ἀπὸ δειλία εἴτε ἀπὸ σεμνότητα χαρακτηρίζει πολλὰ ἀπὸ τὰ διηγήματα τοῦ Παπαδιαμάντη. «Ἀντικατοπτρίζουν καταστάσεις ποὺ ἔζησε ὁ ἴδιος ἢ γεγονότα ποὺ φιλτράρονται μέσα ἀπὸ τὴν ἰδιοσυγκρασία του καὶ ἐκφράζουν τὴν πίκρα, τὴ στενοχώρια, τὴν ἀπογοήτευση», μᾶς λέει ὁ Κ. Ἀκρίβος. «Ἄλλωστε καὶ ἡ ἴδια ἡ ζωή του ἦταν γεμάτη στερήσεις».
Στὸ «Ὄνειρο στὸ κύμα» ὁ συγγραφέας περιγράφει τὸ θαυμασμὸ τοῦ μικροῦ βοσκοῦ γιὰ τὴν κόρη ποὺ κολυμπᾶ: «Ἦταν νηρηίς, νύμφη, σειρήν, πλέουσα, ὡς πλέει ναῦς μαγική, ἡ ναῦς τῶν ὀνείρων...», ἐνῶ θέτει «τὴν ἔννοια τῆς θυσίας ὅταν ὁ ἥρωας θὰ βουτήξει στὰ κύματα γιὰ νὰ τὴ σώσει».
Στὸ «Ἔρως-ἥρως», πάλι, ὁ νεαρὸς βαρκάρης αἰσθάνεται «σπαραγμὸν ἀπερίγραπτον» γιὰ τὴ μικρὴ Ἀρχόντω ποὺ πρόκειται νὰ παντρευτεῖ ἕναν κατὰ πολὺ μεγαλύτερό της. Μὲ τὴ φαντασία τοῦ κάνει σενάρια πὼς εἶναι μαζί, ὡστόσο στὸ τέλος συμμορφώνεται: «Κατέστειλε τὸ πάθος, ἐπραΰνθη, κατενύγη, ἔκλαυσε κ᾿ ἐφάνη ἥρως εἰς τὸν ἔρωτά του-ἔρωτα χριστιανικόν, ἁγνόν, ἀνοχῆς καὶ φιλανθρωπίας».
Ὁ Χρ. Λιοντάκης χωρίζει τὰ ἐρωτικὰ διηγήματα τοῦ Παπαδιαμάντη σὲ δύο βασικὲς κατηγορίες: «Ἐκεῖνα στὰ ὁποῖα ὁ ἴδιος ἐξιστορεῖ προσωπικὲς ἐρωτικὲς ἱστορίες καὶ περιπέτειες καὶ ἐκεῖνα στὰ ὁποῖα περιγράφει ἐρωτικὲς ἱστορίες τῶν ἡρώων του. Στὰ πρῶτα κυρίαρχα χαρακτηριστικὰ εἶναι: ὁ ρεμβασμός, ἡ νοσταλγία, τὸ ἀνεκπλήρωτο, ἡ ματαίωση, οἱ ποιητικὲς ἐξάρσεις καὶ τὸ λυρικὸ παραλήρημα». («Ὁλόγυρα στὴ λίμνη», «Ρόδινα ἀκρογιάλια», «Ὑπὸ τὴν βασιλικὴν δρῦν» κ.ἄ.).
Ὁ ἔρωτας γιὰ τὴ φύση
Στὴ δεύτερη κατηγορία ἀνήκουν διηγήματα μὲ ἥρωες κυρίως ἐρωτοχτυπημένους νεαροὺς ποὺ βασανίζονται ἀπὸ ἀνεκπλήρωτους ἢ ματαιωμένους ἔρωτες («Ἡ Νοσταλγός», «Γιὰ τὴν περηφάνεια» κ.ἄ.). Σὲ ἄλλα ὅπως «Ἡ βλαχοπούλα», «Θέρος-Ἔρος» μιὰ λυρικὴ ἐρωτικὴ περιπέτεια ἔχει αἴσια κατάληξη. Καί, τέλος, ὑπάρχουν τὰ διηγήματα «ὅπου μὲ ἀφορμὴ τὸν ἔρωτα καὶ τὸ γάμο στηλιτεύονται κοινωνικὲς ἀδικίες καὶ ἀδιέξοδα, προλήψεις, περίεργοι γάμοι, χωρισμοί: «Οἱ κουκλοπαντρειές», «Ὁ Καλόγερος», «Τὸ τυφλὸ σοκάκι» κ.ἄ.».
Ὡστόσο, τὸ θεμελιῶδες στοιχεῖο στὸ ἔργο τοῦ εἶναι ὁ ἔρωτας γιὰ τὴ φύση. «Εἶναι τὸ φόντο σὲ ὅλα τα διηγήματά του, ποὺ προσφέρει ἀφειδῶς τὸ στοιχεῖο τῆς ἀθωότητας. Ἐκεῖ ὁ Παπαδιαμάντης αἰσθάνεται πλήρης, ἐκεῖ ὁ ἔρωτας ἔχει ἀνταπόκριση, γιατὶ δὲν χρειάζεται νὰ εἶναι ἀμφίδρομος», ἐπισημαίνει ὁ Κ. Ἀκρίβος.
Ἄλλωστε, ὅπως παρατηρεῖ καὶ ὁ Χρ. Λιοντάκης: «Μέσα στὴ φύση ὁ Παπαδιαμάντης ἐκστασιάζεται ὅπως ἕνα μυστικὸς μπροστά σε ἕνα θεῖο ὅραμα. Ἠλεκτρίζεται, τῆς ἀφήνεται καὶ τοῦ ἀφήνεται, τὴν ἀφομοιώνει καὶ τὸν ἀφομοιώνει. Γίνονται ἕνα...»

Πηγή: Εφημ. Ελευθεροτυπία, Ἑπτά, Παρασκευὴ 31 Δεκεμβρίου 2010

Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2012

Οι δύο Αλέξανδροι. Aλέξανδρος Παπαδιαμάντης-Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, τού Κώστα Παπαδημητρίου, συντ. Επιθεωρητού Α’/θμιας Εκπαίδευσης

«Ο Θεός έπλασε δύο παράλληλα πρόσωπα εκεί στό όμορφο νησί τής Σκιάθου καί πήρε μιά ψυχή, τή μοίρασε στά δύο καί φύτεψε τή μισή στόν έναν καί τήν άλλη μισή στόν άλλον Αλέξανδρο. Κι έτσι ό,τι λείπει απ’ τόν έναν Αλέξανδρο, τόν Παπαδιαμάντη, τό συναντούμε στόν Αλέξανδρο Μωραϊτίδη. Καί τό αντίστροφο», γράφει ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος. («Τά πρόσωπα καί τά κείμενα» τόμ. 12, σελ. 174). Έτσι δέν μπορεί κανείς νά γράψη γιά τόν έναν καί νά μήν αναφερθή στόν άλλον. Η κοινή γνώμη τών Γραμμάτων τούς θεωρεί δίδυμους πνευματικούς, Διόσκουρους, μέσα στήν λάμψη τού ίδιου λογοτεχνικού φωτοστέφανου. Αλέξανδροι καί οι δύο, συμπατριώτες, συνασκητές, συναθλητές τού λόγου, αχώριστοι στήν πίστη, στήν πέννα καί στόν πατσιά, πού ήταν στήν εποχή τους «ακαδημία τής λογοτεχνικής μποεμίας», όπως χαριεντιζόμενος είπε ο Σπύρος Μελάς. (εφημ. «Ελεύθερον Βήμα» (27-10-1929).
Γιός παπά ο πρώτος, εγγόνι ο δεύτερος, ξαδέρφια στενά, μέ επιρροή εκκλησιαστικών ιδανικών πάνω τους, πού πηγάζουν από τήν ίδια βυζαντινή φλέβα, χριστιανοί από ανατροφή καί από ιδιοσυγκρασία, κάνουν άρωμα τής χριστιανοσύνης τους τό ελαφρό καί τό χαρμόσυνο καί τό σκορπίζουν στίς πλέον παγανιστικές γιορτές τής ελληνικής φύσης.
Μισούν τά εύκολα καί δεινά τού πολιτισμού καί οι δύο, συμφωνούν πώς ο πλούτος είναι δυστυχία καί ασκήμια, άν δέν διαχειρίζεται σωστά, η φτώχεια είναι ωραιότητα καί αρετή. Εξαίσιοι στήν περιγραφή τής φτώχειας, αμείλικτοι στήν ιδιοκτησία, τό ιδανικό τους η απλή ζωή. Η καλλιέργεια καί η γεύση τών καρπών τής γής. Θέλουν τήν ζωή χωρίς τήν αγωνία τής μεγάλης απόλαυσης, θέλουν τήν φυσική κατάσταση. Είναι απόκοσμοι. Θέλουν νά αγνοούν τίς βιοτικές μέριμνες, μέ τίς κακίες καί τά πάθη τους, μέ τίς μωρές φιλοδοξίες τους, μέ τά θέλγητρα πού αιχμαλωτίζουν τήν ζωή. Επιζητούν τήν μόνωση, τήν εσωτερική. Τούς είπαν κάποιοι ακοινώνητους καί μισάνθρωπους, γιατί παρεξήγησαν τίς ενοράσεις τους.
Είναι θαυμάσιοι ζωγράφοι τής φύσης καί τής αγροτικής ζωής. «Ξέρουν», γράφει ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, (εφημ. «Πατρίς» 17-1-1921), «νά μάς ηδονίζουν μέσα σέ παρθένους θάμνους, νά μάς πηγαίνουν πίσω από κατσίκια πλανηθέντα εις τήν κόψιν βράχων, νά μάς πλανούν εις ακρογιάλια καί ξηρονήσια, νά μάς κοιμίζουν υπό τά άστρα…».
Θαυμάσιο είναι τό διήγημα τού Μωραϊτίδη μέ τίτλο: «Μέ τά πανιά τού βοριά», όπου ο συγγραφέας τραγουδά τήν θάλασσα. Ταξιδεύει εκεί μέ μιά σκούνα. Άφθονες εικόνες θαυμαστές, βιβλικές καί μεθυστικές διηγήσεις φυσικών φαινομένων. Η κίνηση τής θάλασσας γίνεται λυρικό τραγούδι, ένα τραγούδι φυσιολατρείας καί δράσης από τήν Σκιάθο ως τήν Κωνσταντινούπολη. Τό ταξίδι καταλήγει σέ μιά εκκλησιά. Ο καπετάνιος αλλάζει τήν πατατούκα του μέ τό ράσο τού καλόγηρου. Εκεί ο συγγραφέας αρκείται νά βλέπη τό αργυρό μικρό ομοίωμα τής σκούνας του κρεμασμένο στόν πολυέλαιο τής εκκλησίας καί νά προσεύχεται. Δηλαδή η τρικυμία τής θάλασσας γίνεται προσευχή. Σ’ αυτό τό διήγημα κρύβεται ολόκληρος ο Μωραϊτίδης.
Δυνατή απεικονίζεται καί η απλή ζωή στά διηγήματά του «Καλικάντζαρος», «Κουκίτσα» κ.ά. κάτι παρόμοια μέ «Τόν Χριστό στό Κάστρο» τού Παπαδιαμάντη.
Μάς παρουσιάζει τόν ιερέα καβάλα στό γαϊδουράκι του, χωμένο μέσα στό ζεστό σάλι πού τόν τύλιξε η πρεσβυτέρα του, τριγυρισμένον από λίγους νησιώτες, προπαντός ευλαβικές γριούλες, νά πηγαίνουν στά εξωκκλήσια ή μισογκρεμισμένες εκκλησιές, νά λειτουργήσουν. Οι αισθήσεις τους πάντα ανοιχτές καί άγρυπνες στό πανόραμα τής ελληνικής φύσης καί τής απλής ζωής.
Στό διήγημά του «Χριστούγεννα στόν ύπνο μου» γράφει καί τούτα: «Τά έθιμα ριζώνουν, βλέπετε, μέσα εις τήν καρδίαν τών ανθρώπων καί όταν καταργώνται, νεύρον ευαίσθητον ξερριζώνεται βιαίως από μέσα από τήν καρδίαν, ήτις πονεί καί οδυνάται μεταδίδουσα τόν πόνον εις όλον τό σώμα. Ο άνθρωπος όστις δέν έχει τό νεύρον τούτο δέν ανήκει εις έθνος. Είναι αλλότριος αυτού. Νομίζει πώς είναι εις τόν κόσμον όλον καί δέν είναι πουθενά. Είναι εις τόν αέρα, αεροβατεί…».
Απόφευγαν καί οι δυό τίς στενές γνωριμίες τους μέ άλλους λογοτέχνες. Μεταξύ τους είχαν στενό δεσμό. Στά μυστικά τους δείπνα μάλιστα, τά γενναία τους ελληνικά φαγοπότια, τά συντροφευμένα μέ σιγαληνά ψαλμοτράγουδα καί χωρατά, πού θυμίζανε θυμάρι μαζί καί λιβάνι, ήταν πολύ δυσκολότερα οι δυό φίλοι νά δεχτούνε συντροφιά. Μεγάλη ήταν η χάρη σου νά καθίσης νά φάς μαζί τους τά παχιά λαδωμένα τους σαρακοστιανά καί νά τσουγκρίσης τίς γιομάτες «καντήλες πού θύμιζαν τίς αλησμόνητες καλογερικές “μακαριές”. Άμα μάλιστα τύχαινε», γράφει ο Γ. Βλαχογιάννης, «νά φτάση στόν Πειραιά σκιαθίτικο καράβι κι αριβάρανε στήν ταβέρνα οι μεζέδες τού νησιού, αστακοουρές καί τέτοιες λιχουδιές λιαστές, μά δυσκολοχώνευτες, χωρίς τής ρετσίνας τό μπόλικο κατάβρεγμα, τότε θά ‘σουνα πολύ αδιάκριτος νά καλεστείς αδιάκριτα στό τραπέζι τους…» (εφημ. «Πολιτεία» 13-9-1925). Κι άλλες φορές πάλι, συγκεντρωμένοι, στοχαστικοί, αντάλλαζαν γνώμες καί περνούσε τίς πληροφορίες του ο ένας στόν άλλο μέ κατάνυξη συνωμοτική.
Καί πολλά άλλα συνέδεαν τούς δυό αυτούς μεγάλους διηγηματογράφους μας. Γεννήθηκαν καί οι δυό στή Σκιάθο κι έζησαν μέ τό θλιβερό προαίσθημα καί οι δυό νά πεθάνουν περιστοιχιζόμενοι από τούς δικούς τους καί νά αναπαυθούν γιά πάντα στήν γή πού τόσο αγάπησαν καί τραγούδησαν. Από Σκιαθίτες έγιναν μέ τό έργο τους Πανελλήνιοι. «Κάθε καλλιεργημένη χώρα», γράφει ο Καμπούρογλου, («Νέα εφημερίς», 24-4-1891) «θά εθεώρει εαυτήν ευτυχή ανακαλύπτουσα μεταξύ τών συγγραφέων της τούς δύο τούτους αστέρας, οι οποίοι δύνανται ν’ αποβώσι καύχημά της, εάν συναθροισθώσιν τά έργα τους… Τοιαύται ιδιοφυΐαι δέν βγαίνουν ως μανιτάρια καθ’ εκάστην…».
Διέφεραν όμως καί σέ πολλά οι δυό αυτοί μεγάλοι τής Νεοελληνικής διηγηματογραφίας. «Έπαιξαν βέβαια στήν ίδια ορχήστρα, αλλά μέ διαφορετικά όργανα. Ο Παπαδιαμάντης κρατούσε τόν γλυκύτερο αυλό πού έχει γνωρίσει ο νεώτερος πεζός λόγος. Ο Μωραϊτίδης κόντρα μπάσο» (Σ. Μελάς. ό.π). … Ο Παπαδιαμάντης ήταν πέρα γιά πέρα φύση καλλιτεχνική. Η θρησκευτική πίστη ενεργούσε σ’ αυτόν ως ζωντανή πηγή έμπνευσης. Ο Μωραϊτίδης ήταν περισσότερο φύση ασκητική. Η θρησκευτικότητά του σοβαρότερη καί αυστηρότερη.
Καί φυσιογνωμικά διέφεραν. Έφεραν βέβαια καί οι δύο πλούσια καί κατάμαυρη γενειάδα, η μορφή όμως τού Μωραϊτίδη ήταν πιό πλατειά καί πιό ανοιχτή από τού Παπαδιαμάντη καί η φορεσιά του «πιό ευπρόσωπη». Σέ αντίθεση μέ τό μαύρο μακρύ παλτό τού Παπαδιαμάντη ο Μωραϊτίδης δέν αποχωριζόταν ποτέ τήν μαύρη στενή καί κοντή ζακέτα, τό μαύρο παλτό καί τό ημίψηλο καπέλο.
Διαφορετικοί ήταν καί στόν χαρακτήρα τους. Ο Παπαδιαμάντης, πού οι συνθήκες τής οικογενείας του δέν τού επέτρεψαν νά περατώση τίς σπουδές του, έβρισκε τήν ευτυχισμένη ώρα του ανάμεσα στούς ταπεινούς καί καταφρονεμένους τής ειδυλλιακής ζωής καί εθέλγετο από τό εξωτερικό κάλλος τών θρησκευτικών εκδηλώσεων. Ενδιαφέρετο περισσότερο γιά τά πρόσωπα καί τίς εκδηλώσεις τους. Εμεινε εκείνος πού ήταν από τήν αρχή. Ήταν ένα παιδί μέ νούν, είπε κάποιος, πιό αισθαντικός καί πιό τρυφερός.
Ο Μωραϊτίδης είναι ο επιστήμονας, ο λεπτολόγος, ο παρατηρητής, ο θρησκευτικός μαχητής, η τραγωδία του βρίσκεται παρούσα σέ κάθε του κίνηση. Η καρδία του είναι ασήκωτη από έγνοιες. Κινείται πάντα από τόν έρωτα τού απόλυτου. Ίσως λιγότερο προικισμένος από τόν Παπαδιαμάντη καί ιδιόρρυθμος στήν γλώσσα του. Η ειδοποιός διαφορά πού αφήνει πίσω κατά τι ο Παπαδιαμάντης τόν Μωραϊτίδη είναι πού ο πρώτος μέ προσωπική του συμμετοχή προσεγγίζει ο ίδιος τό δράμα τών ηρώων του. Τόν βλέπεις νά στέκεται μέ άφωνη εγκαρτέρηση στήν αναπόφευκτα επερχόμενη σύγκρουση, πού είναι ως ένα σημείο καί μοίρα τού συγγραφέα. Η ζωή τών ηρώων του εισχωρεί καί στήν δική του. Καί η γλώσσα του έχει τό χάρισμα νά μεταγγίζη μέσα μας τήν πιό διεισδυτική θέρμη. Γι’ αυτό τόν επεσκίασε ο θαλερός πλάτανος τού διηγηματογράφου Παπαδιαμάντη. Είναι ασύγκριτες όμως οι σελίδες του, όσες κυρίως παρουσιάζουν ανθρώπινους χαρακτήρες. Εκείνες ξεπέρασαν τό χρόνο καθώς αποδίδουν καταστάσεις καί συμπεριφορές χαρακτηριστικές μιάς εποχής καί μιάς συγκεκριμένης κοινωνικής καί βιοτικής στάθμης.
Τόν Παπαδιαμάντη τόν γνωρίζει κανείς περισσότερο μέσα από τό έργο του, τόν Μωραϊτίδη μέσα από τήν ζωή του. Τήν πίστη του ο Μωραϊτίδης δέν τήν εξαντλεί στήν τυπολατρεία καί τήν ευλάβεια. Εξουσιαστής του είναι τό απόλυτο. Τό δικό του δράμα εξαντλείται σ’ έναν απέραντο εσωτερικό μονόλογο ή σέ έναν διάλογό του μέ τόν Δημιουργό. Κυριαρχείται αποκλειστικά σχεδόν από τό συναίσθημα ότι πλησιάζει πρός τόν ουρανό καί αυτή η γραμμή τής ανατάσεως πρός τά υπερκόσμια δεσπόζει στό μεγαλύτερο μέρος τού έργου του. Τήν επίγεια ζωή τήν αισθάνεται σάν έκτιση ποινής μέ πόθο καί υπομονή αναμένοντας τό τέλος της. Εφάρμοζε πιστά τήν παρακάτω συμβουλή τού Μάρκου Αυρήλιου:
«Μή λησμονείς, έλεγε πρός τόν εαυτό του ο αβάπτισος εκείνος χριστιανός, μή λησμονείς ότι είσαι απλούς ταξιδιώτης. Τό πλοίον πού σέ μεταφέρει εις τήν πατρίδα σου προσορμίζεται εις ένα λιμένα, ημπορείς νά εξέλθης νά περιεργασθής τήν πολυθόρυβον αυτήν πόλιν, νά ίδης τήν αγοράν της, τά υψηλά της κτίρια, τά καταστήματα, τά θέατρα, τάς ασχολίας τών κατοίκων της. Ημπορείς ακόμη νά συνάψης συνομιλίας καί στιγμιαίας σχέσεις μέ τούς κατοίκους της, τούς άρχοντας ή τούς καπήλους, αλλά μή απατηθής καί επί μίαν στιγμήν καί προσηλωθής εις τίποτε από αυτά, τά παροδικά, τά ξένα, τά αδιάφορα. Έχε διαρκώς τήν προσοχήν σου εις τό πλοίον σου, καί μή απομακρυνθής πολύ από τόν λιμένα, διότι από στιγμής εις στιγμήν ο κυβερνήτης καλεί τούς επιβάτας του διά τό τέρμα τού ταξιδίου των».
Έζησε τήν ζωή του καί ποτέ δέν ελησμόνησε πώς ήταν ένας παροδίτης καί ποτέ δέν πήρε τήν προσοχή του από τήν αναμενόμενη πρόσκληση τού κυβερνήτη. Συνέχεια φρόντιζε νά καθαρίζη τήν ψυχή του καί σιγά σιγά άρχισε νά απαρνιέται τά εγκόσμια. Τώρα πιά δέν είναι ο λογοτέχνης πού δούλευε τόν τρόπο τής έκφρασής του. Είναι ο πιστός πού αναζητεί καί στόν λόγο του μιά πρόσθετη λύτρωση. Παλεύει μέσα του ο τεχνίτης τού λόγου μέ τόν πιστό. Δέν τόν ενδιαφέρουν τά άλλα βιβλία καί άρθρα του, ο καημός του είναι νά τυπωθή ο τόμος τών 400 σελίδων πού μέ πλούσια σχόλια αφιέρωσε στίς ομιλίες τού Μεγάλου Βασιλείου στίς αφιερωμένες στούς Ψαλμούς τού Δαβίδ, καθώς καί στά αφιερωμένα στόν Γρηγόριο τόν Θεολόγο (Ναζιανζηνό) («Παρθενίας εγκώμιον» κ.ά). Απομακρύνεται από όλες τίς άλλες μελέτες του καί αγκιστρώνεται στά Πατερικά κείμενα καί σέ ύμνους πρός τόν Δημιουργό. Στήν άκρη η κλασσική φιλολογία, όπου τό πάν είναι ενσυνείδητο, τό πάν υποβάλλεται κάτω από τό φώς τής λογικής. Τόν ενδιαφέρει ο θρησκευτικός ύμνος, τό θυμίαμα, η προσευχή, τό αγγελικό σχήμα, η «εις Κύριον αποδημία». Δυστυχώς, ο θησαυρός τών έργων του, παράδεισος σωστός, έμεινε αθέατος από τούς πολλούς.
Ως καθηγητής στό Βαρβάκειο Γυμνάσιο μένει υποχρεωτικά στήν Αθήνα. Η μόνη απόλαυσή του είναι νά επισκέπτεται τά σκιαθίτικα καράβια στό λιμάνι τού Πειραιά. Πατώντας τήν κουβέρτα τών καραβιών τής πατρίδας του, έχει τήν συναίσθηση πώς πατεί τά αγαπημένα χώματά της. Έτσι «Τού βοριά τά κύματα», πού έγινε καί τίτλος τού βιβλίου του, τού φέρνουν τά χαιρετίσματα από τό αγαπημένο του νησί.


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΩΡΑΪΤΙΔΗΣ – Ο ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ
Ο έγγαμος βίος του Αλ. Μωραϊτίδη
Το 1900 φεύγει από την δημόσια υπηρεσία. Στην ουσία παύθηκε από το Βαρβάκειο Γυμνάσιο, γιατί δεν υπήρχαν χρήματα να πληρωθή. Την επόμενη χρονιά παντρεύτηκε με την Βασιλική Φουλάκη, που την γνώρισε στις αγρυπνίες του Αγίου Ελισσαίου. Την βαθειά του πίστη την μεταβίβασε και στην γυναίκα του, που μαζί της πριν ακόμα παντρευτούν, γύριζαν μαζί στις εκκλησίες. Κι όταν παντρεύτηκαν στο σπίτι τους έβαλαν εικόνες και κεριά, προσεύχονταν μαζί, έψελναν τον εσπερινό.
Κάποτε μια γρια Σκιαθίτισσα πήγε στην Αιδηψό για να κάνη λουτρά. Έμαθε πως ήταν εκεί ο κυρ-Αλέκος με την γυναίκα του, νιόπαντροι, και πήγε να τους δη. Τους βρήκε να κάθονται στο δωμάτιο που είχαν νοικιάσει την ώρα που έψελναν εσπερινό. Ξαφνιασμένη τους ρώτησε: «Οσπιτεύετε η καλογερεύετε;».
Λένε πως δεν είχαν άλλο δεσμό μεταξύ τους από την αγάπη του Χριστού. Δεν είχαν συναναστροφές με άλλους ανθρώπους. Ο Μωραϊτίδης γλιστρούσε αθόρυβα και βιαστικά ανάμεσα στο πλήθος, με την απεριποίητη βιβλική του γενειάδα, για να γίνη άφαντος να χωθή γρήγορα στο ιερό του σπιτιού του με τα μανουάλια και τα ψαλτήρια, όπου ιερουργούσε σαν παπάς σε ερημοκκλήσι. Και η αγαπημένη του γυναίκα δεν ήταν παρά μια ταπεινή εκκλησάρισσα στον μικρό εκείνο και παράδοξο ναό. Τα τελευταία χρόνια είχε ενδυθή το μοναχικό σχήμα με το όνομα Αθανασία.
Ο θάνατος της συμβίας του
Δεν κράτησε όμως πολύ η συμβίωσή τους εκείνη. Η γυναίκα του, μοναχή Αθανασία, πεθαίνει και αυτό τον βυθίζει σε μεγάλο πένθος και σε μεγαλύτερη σιωπή.
Σε μια επιστολή του με ημερομηνία 30-10-1915, από την Σκιάθο προς την Ηγουμένη του μοναστηριού Κεχροβουνίου της Τήνου, την Θεοδώρα, με την οποία συνδέθηκε πνευματικά, θα γράψη αναφερόμενος στον θάνατο της συζύγου του:
«Ο θάνατός της υπήρξε κοίμησις, ελαφρά μετάστασις από μίαν ζωήν εις την άλλην. Δεν μου λέγεις πως είναι δυνατόν να απολαύσω εγώ αυτό το μακάριον τέλος. Διαβάζω ωσάν να έχω στάδιον εμπρός μου, κάμνω σχέδια πάντοτε και σκέψεις διαφόρους. Κι εκεί οπού διαβάζω, π.χ. πόσα έτη ταλαίπωροι σας μένουν; Τι προσμένετε; Η ζωή μας είναι 70 η 80 το πολύ έτη. Τότε εξαφνιάζομαι ωσάν εξαφνιάζεται ένας εις τον ύπνον του από ένα ράπισμα κατ’ όναρ.
Εξαφνιάζομαι και βλέπω ότι 5 χρόνια μου μένουν, αν μου μένουν και αυτά. Και μένω άναυδος. Αλλ’ αυτό πρέπει να κάμνω; Να μένω άναυδος; Πρέπει να τρέξω, να αρράξω εις ένα ήσυχον λιμένα όπου τα 5 αυτά χρόνια να επισκευάσω το καράβι μου να το έχω έτοιμον δια το ταξείδι του Ωκεανού. Ο νοών νοείτω….»
Σε άλλο οκτασέλιδο γράμμα γράφει:
«Νύκτα των Χριστουγέννων 1915.
Αγαπητή εν Χριστώ αδελφή κυρία Θεοδώρα.
«…Δεν πρέπει να παραξενεύεσθε δια την αδυναμίαν μου την σωματικήν, διότι το πένθος ως είπας ήτο, ναι ήτο βαρύτατον. Και μόνον ο θάνατος θα το εξαλείψη με σπαραγμόν. Βιάζομαι να χωνεύω την θλίψιν, και αυτό φαίνεται βλάπτει σωματικώς είναι όμως τώρα πολύ ελαφρότερον, και να σου το παραστήσω κάπως αισθητώς, φαντάζομαι ότι η μακαρία Αθανασία μου κάπου αποδημεί και με περιμένει να υπάγω και εγώ».
Ο τραυματισμός του και η αντιμετώπισή του
Το 1907 επισκέπτεται το Μέγα Σπήλαιο. Εκεί πέφτει και χτυπά το πόδι του. Υποχρεώνεται από αυτό να μείνη ακίνητος ως τον Απρίλιο του 1908 στην κλινική και στο σπίτι του στην Σκιάθο. Οι συνθήκες διαβίωσής του είναι τραγικές. Τις απαριθμεί σε επιστολές του προς την ίδια Ηγουμένη με ημερομηνίες 8 και 11-10-1916.
«Εν Σκιάθω τη 8η Οκτωβρίου 1916
Θεοπεφιλημένη μου και περιπόθητος αδελφή εν Χριστώ.
Θύελλα και αστραπαί και κακοκαιρίαι και βρονταί• η στέγη του κελλίου μου σείεται διότι είναι υπό το κωδωνοστάσιον του Ναού της Παναγίας και εν τη κορυφή της πόλεως. Είναι 8 η ώρα περίπου το βράδυ• μου έφεραν το κατσαρολάκι με ζωμόν από πικραλίδας, ούτω λέγουν εδώ τα ραδίκια του βουνού. Τα παράθυρα φεγγοβολούν από τας αστραπάς. Ήρχισε βροχή. Και ως φαίνεται θα διαρκέση όχι μόνο την νύκτα αλλά και ημέρας. Αλλ’ ο καιρός είναι νότιος θερμός. Όταν είναι κρύο και βορράς, καταβαίνω κάτω εις εν δωμάτιον (όπου και κοιμώμαι τώρα), το οποίον είναι σωστόν σπήλαιον, φωτιζόμενον μόνον από την κανδήλαν των αγίων.
Εψάλαμεν απόψε τον εσπερινόν των οσίων Ανδρονίκου και Αθανασίας. Έφερα μαζί μου καθώς και πέρυσι την αγίαν εικόνα των και την εστόλισα με ωραία λουλούδια, κρίνα της ερήμου κατά το τροπάριον, πάλλευκα και κάτι άλλα της εποχής χρώμα μέλιτος, βελούδινα μανιταράκια λέγομεν εδώ. Θαύμα των οσίων. Διότι χωρίς να τα παραγγείλω, χωρίς άλλην φοράν να μου φέρουν, άγνωστος γυναίκα μου τα έφερε χθες βράδυ από το βουνό του αειμνήστου Γέροντα παπα-Διονυσίου. Μου τα έδωσε, λέγει, η αδελφή σου, όχι αυτή που συγκατοικώ αλλ’ άλλη η οποία δεν γνωρίζει πως έχω την πανήγυριν και την εικόνα των οσίων προφανώς. Και είναι κρίνα λευκά που εις το χωρίον δεν έχει κανείς. Και ήσαν πολλά κρίνα και ευωδίαζαν. Αν προφθάσω θα θέσω μέσα εις την επιστολήν από την αγίαν εικόνα.
Το μεσημέρι μετά το φαγητόν μόνος μου έπλεξα το στέφανον και εις τας 4 περίπου το επήγα εις την εκκλησίαν μετά της εικόνος και την ετοποθέτησα καταλλήλως. Ο εσπερινός διήρκεσε 1,30 ώρα• μέγας εσπερινός. Αν υπήρχε αλεύρι θα έκαμνα αρτοκλασίαν, αλλά είναι νηστικοί οι άνθρωποι και περιμένουν αύριον το ατμόπλοιον. Τώρα όπου γράφω οικονόμησα 50 δράμια πετρέλαιον με παρακλήσεις πολλάς.
Βοήθειά μας οι όσιοι!»
Και η δεύτερη επιστολή:
«Εν Σκιάθω τη 11 Οκτωβρίου 1916
Στερούμαι χειμερινού οικήματος. Κοιμούμαι τώρα εις υγρόν σπηλαιώδες δωμάτιον και μου φαίνεται πως με βλάπτει πολύ η υγρασία.
Πως εβάσταζαν οι Όσιοι εις τους λάκους; Αυτούς συλλογίζομαι και ο νους μου σαλεύεται. Δια να ίσταμαι ολίγον, διότι από τον καιρόν των καταγμάτων συνήθισα εις το καθήσθαι αείποτε, επενόησα έναν κρεμαστήρα όπου τον έχω δια να γυμνάζω την θραυσμένην μου δεξιάν – τρία χρόνια παρημέλησα τώρα και αισθάνομαι βάρος ύποπτον και ως ρευματικόν. Λοιπόν κρεμώμαι και λέγω το μεσονύκτιον, τον Εξάψαλμον, τας Ωδάς και όσα γνωρίζω από στήθους…».
Η βράβευσή του
Το 1928 η Ακαδημία Αθηνών τον ανακηρύσσει ομόφωνα πρόσεδρο μέλος της. Ο Μωραϊτίδης ούτε που πήγε να παραστή στην εκλογή του. Αρκέστηκε σε μια ευχαριστήρια επιστολή του προς τον πρόεδρο της Ακαδημίας.
Η μοναχική του κλίση
Ζούσε αποσυρμένος, παντελώς ξένος προς τα εγκόσμια. Ο ασκητισμός του ήταν αυστηρός. Συγγένευε με εκείνων των πρώτων αναχωρητών. Η χριστιανική ταπείνωση δεν ήταν άδεια λέξη γι’ αυτόν. Την είχε ντυθή κατάσαρκα η ψυχή του. Καταδίκασε στην ψυχή του την εγκόσμια ζωή για να βρη λύτρωση στην σιωπή της έκστασης, στην ουρανοπολιτεία του μοναστηριού, όπου θα αντάμωνε Εκείνον. Διψούσε για αλήθεια εσωτερική. Άκουε την φωνή του Ιησού προς την Μάρθα ότι: «ενός εστί χρεία». Ανταποκρίνεται σ’ αυτό το κάλεσμα, παίρνει το μοναχικό σχήμα και ονομάζεται Ανδρόνικος. Για μια απλή αλλαγή ρούχων πρόκειται, γιατί ο Μωραϊτίδης δεν έγινε τότε μοναχός, ήταν μοναχός και μάλιστα από εκείνους που αναφέρονται στα πιο αυστηρά μοναστήρια. Απλά έδωσε την εξωτερική φόρμα στο περιεχόμενο της ζωής του.
Η κουρά του έγινε στους Τρεις Ιεράρχες της Σκιάθου. Με μεγάλη χαρά ντύθηκε το «Αγγελικό Σχήμα» για να εισέλθη στον νυμφώνα του Χριστού. Ένα γράμμα του που έστειλε λίγες μέρες αργότερα σε μια ευλαβική κυρία των Αθηνών και δημοσιεύθηκε στην «Εστία», νομίζει κανείς πως είναι γραμμένο από καθολική παρθένα δεκατεσσάρων ετών, που έκαμε την πρώτη μετάληψή της και διηγείται σε μια φιλενάδα της την χερουβική τελετή. Το ίδιο και ο Μωραϊτίδης με ένα παρθενικό ύφος μιλάει για τα ράσα του, που του στέκανε ωραία, για τις καμπάνες της εκκλησίας, που σήμαιναν χαρμόσυνα, για την ευλογία του Μητροπολίτη, για τους χριστιανούς του εκκλησιάσματος, που δεν χόρταιναν να τον καμαρώνουν μέσα στο «Αγγελικό Σχήμα».
Και στην παραπάνω Ηγουμένη Θεοδώρα θα γράψη στις 16-9-1929:
«Σήμερον είχον την μεγαλυτέραν εορτήν της ζωής μου. Εκείνο το οποίον επόθουν από τόσα χρόνια, εκείνο το οποίον η ψυχή μου εμελετούσε νύκτας και ημέρας, το απήλαυσα, το απέκτησα. Το Μέγα και Αγγελικόν Σχήμα. Δεν είμαι πλέον ο Διδάσκαλος Αλέξανδρος, ο πρεσβύτης, ο πολυάσχολος με τας μερίμνας του κόσμου. Είμαι ο μοναχός Ανδρόνικος…».
Ο θάνατός του
Ο θάνατος του Ανδρόνικου-Αλέξανδρου Μωραϊτίδη ήρθε το 1929. Πέθανε σαν τον Τολστόϊ σε ένα μοναστήρι. Μια καλόγρια του έκλεισε τα μάτια. Έτσι πέρασε στην γαλήνη της αιωνιότητας «εις προϋπάντησιν του Σωτήρος», που τόσο επιθυμούσε.
πηγή: Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Κυριακή 1 Μαΐου 2011

Το αίμα και το πνεύμα, του Δημήτρη Κοσμόπουλου

Αν δεν δώσεις αίμα, δεν λαβαίνεις πνεύμα - αυτό μαρτυρείται από την ασκητική παράδοση της ορθόδοξης πίστης. Ο Παπαδιαμάντης έγραψε με το αίμα του, με το αίμα του -κυριολεκτικά- πότισε τους αμάραντους λειμώνες των χλοαζόντων θαυμάτων.
Τις σελίδες του. Ξετυλίγοντας το ειλητάριο μιας αέναης προσευχής. Εκείνος με βλέμμα «τεθαμβωμένον» έβλεπε τον άνθρωπο ως μυστήριο και την κτίση ως αποκάλυψη θεϊκής αγάπης. Και οι άλλοι, οι πάσχοντες από «γραμματανθρωπισμόν που φονεύει τα ασθενή τάλαντα» και από «τον διλεταντισμόν που χαρακτηρίζει το μεγαλύτερον μέρος της τέχνης των ημερών μας» (βλ. Π. Νιρβάνας, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, περ. «Παναθήναια», Τομ. ΙΓ', 15 Οκτ. 1906) - οι άλλοι, λοιπόν, έβλεπαν έναν κουρελή. Περπάτησε σ' αυτόν τον βίο προσευχόμενος, δηλαδή αδιάπτωτα και ακαταμάχητα ερωτευμένος. Η γραφή του είναι καρπός προσευχής, όπως το σταφύλι στην άμπελο. Προσευχόμενος και, κατά κόσμον, διαρκώς ηττημένος. «[...] Με 6 χιλ. δραχμάς διετηρήθην εγώ εις τας Αθήνας επί 10 έτη, πότε νηστικός και πότε χορτάτος. Αυτή είναι η αλήθεια. [...]», γράφει στον ανησυχούντα πατέρα του, στις 15 Οκτωβρίου 1881. Εγκάθειρκτος στη σπατάλη για τον επιούσιο, άχρι πέρατος κελεύθους. Ξενιτεμένος, ανέστιος, φερέοικος και πλάνητας, όπως ο ξεπεσμένος του Δερβίσης. Ξεπεσμένος και αποτυχημένος για τα μέτρα και τα σταθμά της αθηναϊκής θορυβοποιίας. Εξόριστος και λαμπερός μέσα στην «έντιμον πενίαν» και στη συνειδητή ακτημοσύνη. Μηδέν έχων και τα πάντα κατέχων. Μ' αρέσει πολύ, παιδιόθεν, που ο Φώτης Κόντογλου ονοματίζει τον Παπαδιαμάντη Χριστιανό Δερβίση. Εξόριστος, ο ιερατικός διάκονος του κάλλους «μες στης Αθήνας τις εμορφιές». «[...] εις τον τόπον της καταδίκης -όπου από πολλού σύρω τον σταυρόν μου, μη έχων πλέον δυνάμεις να τον βαστάζω- εις την πόλιν της δουλοπαροικίας και των πλουτοκρατών. [...]» (βλ. το διήγημα Νεκράνθεμα, δημοσιευμένο στο Ελεύθερον Βήμα, την 6η Ιουνίου 1925). Μιλώ για το αίμα της ψυχής του. (Αυτό που ο Εγγονόπουλος έλεγε «το αίμα τση καρδίας μου».) Γιατί το αίμα του κορμιού του το 'σπειρε στα γραφεία των εφημερίδων, αόκνως εργαζόμενος, μεταφράζων ειδήσεις, ρεπορτάζ, μυθιστορήματα. Με πλήρη εποπτεία της λογοτεχνίας και της σκέψης του καιρού του.
Τώρα που έρχονται σιγά σιγά στο φως οι θαμμένοι μέσα στην κίτρινη σκόνη των σελίδων από τις φυλλάδες εκείνου του καιρού, οι πολύτιμοι μαργαρίτες των λέξεών του χάρις στην κραταιά αγάπη, τη φιλολογική εμβρίθεια και το ασίγαστο μεράκι αφοσιωμένων ανθρώπων - τώρα βλέπουμε το ξόδεμά του και εισερχόμαστε στον κόπο του. Ο κόπος ετούτος κράτησε μέχρι τα τελευταία της επίγειας ζωής του έτη. Στις 2 Ιανουαρίου του 1904 γράφει στον Βλαχογιάννη, που τον πιέζει να κάνει πιο γρήγορα, στη μετάφραση της Ιστορίας του Γόρδωνος, ανάμεσα σ' άλλα: «[...] Πέντε ημέρας εδοκίμασα το σύστημα της οκταώρου εργασίας, με σκοπόν να τελειώσω γρήγορα, όπως ζητείς. (Εισήλθα τώρα εις τον Β' τόμον.) Ο λιχανός της δεξιάς μου έχει δαρμούς και πόνους, και τα δύο άλλα δάκτυλα πάσχουσι σκλήρυνσιν του δέρματος. Η μέση μου πονεί. Ωστε ξανακύλισα πίσω εις την πεντάωρον. Εδώ, και να θέλω, σχεδόν αδύνατον μου είνε να εργάζωμαι τας Κυριακάς και εορτάς. [...]». «Αδερφέ Αλέξανδρε», επιμένει ο Βλαχογιάννης, «Φίλτατε αδερφέ Ιωάννη...» απαντά ο μάρτυρας Αλέξανδρος, ευρισκόμενος στη Σκιάθο, όπου έχει επιστρέψει «εις τον τόπον της μικράς αναψυχής», με τον αδελφό του Γιώργη να «έχη πάθει τας φρένας». Ο Γεώργιος, «Δημογραμματεύς εν Πορταριά»· κι έπρεπε να εργάζεται επιπροσθέτως ο Αλέξανδρος, ώστε να συνδράμει τις αδελφές του, αλλά και την οικογένεια του Γεωργίου. Αλλά, γιατί τέτοια η εμπιστοσύνη του αθώου αμνού στον Βλαχογιάννη; Γιατί η αγάπη και η εμπιστοσύνη του στον Μαλακάση, ο οποίος με σθεναρή φωνή τον χαρακτήρισε τον «μεγαλύτερο νεοέλληνα ποιητή»; Γιατί οι συνομιλίες του με τον Δαμβέργη, τον Χατζόπουλο, τον Κονδυλάκη, τον Καρκαβίτσα; «Μες στης Αθήνας τις εμορφιές» (ρεμπέτικο) ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης με δυο «σειριές» ανθρώπων έκανε παρέα. Με τους αληθινούς δημιουργούς, που ένοιωθε ότι καταλάβαιναν. Καταλάβαιναν πως οι λέξεις του τους ανοίγουν το μυστικό μονοπάτι για να βγουν στο ξέφωτο της χαμένης ενότητας των προσώπων και των πραγμάτων - εκεί όπου παρέμενε άτρωτος και ολότμητος ο τρόπος ο οποίος κάνει το πένθος χαρά και τη χαρά δακρυόεσσα αγάπη. Ο τρόπος της συγχωρήσεως. Οι αληθινοί δημιουργοί -κι όχι ο πολτός των γραμματανθρώπων- εύρισκαν στις παραγράφους του την πνοή της λεπτότατης αύρας, η οποία σμιλεύει τον καημό και τα βάσανα σε ελεύθερη ύπαρξη. Αυτό το κάτι από την απολεσμένη αίγλη της κοινότητας και του μοιράσματος. Του δοσίματος μέσα απ' όπου ο βίος από παραίσθηση γίνεται ζωή παλλόμενη. Αυτοί οι συγγραφείς τον νοιάζονταν, με βαθύ σεβασμό και όσο μπορούσαν. Οταν πρόκειται να φύγει για τη Σκιάθο, δίνει το αποχαιρετιστήριο γεύμα στου Μπαρμπαγιάννη, στη Δεξαμενή. Ο Μαλακάσης τον ρωτάει με εταστική τρυφερότητα: «[...] Αγόρασες ρούχα και παπούτσια; -Αγόρασα Μιλτιάδη μου. Δεν ψεύδομαι εγώ. Αλλά τα πήρα παληά. Θέλεις να αμαρτήσω τώρα στα γεροντάματα;» Αυτοί κι ακόμα ο Γεράσιμος Βώκος, ο Κ.Α. Ψάχος, ο Νίκος Βέης είναι που καταγράφουν τις σχέσεις του Παπαδιαμάντη με την άλλη «σειριά» - με τους απλούς μανάβηδες, κηροπλάστες, οινοπαντοπώλες, καραγωγείς. Με αγαθούς λευΐτες, όπως ο Αγιος παπα-Νικόλας Πλανάς, στις αγρυπνίες του μικρού εκκλησιδίου, του Προφήτου Ελισαίου, στην οδόν Αρεως στο Μοναστηράκι. Εκεί ο Παπαδιαμάντης συνέψαλε με τον Μωραϊτίδη, ενόσω ο ιερουργός παπα-Νικόλας Πλανάς, στα μάτια των καθαρών τη καρδία, ίπτατο του εδάφους. «[...] Αίγλη απολύτου ευτυχίας εφώτιζε την δασύτριχα μορφή του με την σγουράν μαύρην γενειάδα και την ομόχρωμον πλουσίαν κόμην. Ητο αγνώριστος και η μορφή εκείνη η τόσω σκυθρωπή κατά τας ώρας της εργασίας εδώ εις το γραφείον, εφαιδρύνετο υπεράνω του ιεροψαλτικού αναλογίου. Εψαλλε δε ο συγγραφεύς της "Νοσταλγού" μετά ζέσεως και πάθους αληθινού [...]» (βλ. Γεράσιμος Βώκος, Αγρυπνία εις τον Αγιον Ελισαίον, εφ. «Ακρόπολις» 1894). Ομως οι «επίσημοι εκπρόσωποι» του Χριστιανισμού εκείνης της εποχής, «οι τα μαλακά φορούντες» κατά τον λόγο του Ευαγγελίου, τι έκαναν; Οπως και τώρα, όπως και πάντα, δεν έπαιρναν χαμπάρι. Μετά την κοίμησή του βεβαίως, και κατά συρροήν, προσπαθούν ανυποψίαστοι και «ουκ αναγνώσαντες» να ανεμίζουν το όνομά του, ως σημαία της εκάστοτε μορφής που λαβαίνει η «χριστιανική ιδεολογία». Ή, από κοινού με τους θεωρητικά βαρυφορτωμένους, γυρεύουν να τον τακτοποιήσουν ως υποσημείωση σε βαθυστόχαστες ερμηνευτικές εργασίες, που θεμελιώνουν θανατερές καριέρες. Αλλά πώς μπορεί να γίνει ο πόνος υπόθεση λογοτεχνικής, θρησκευτικής ή ιδεολογικής βεγγέρας; Τα ιψενικά τρίγωνα και τα φροϋδικά τετράγωνα συμπλεγμένα με τη διαστροφή της πίστης σε θεωρία δεν εξαρκούν. Ο Τσαρούχης άλλωστε είχε προειδοποιήσει ότι ο Παπαδιαμάντης «με δύο ή τρία "θρησκόληπτα" και αγράμματα γραΐδια του νησιού του, αχρηστεύει τον Φρόυντ.» Επειδή δε στον κόσμο αυτό «Το πνεύμα δεν το έχεις, το καταχτάς ή βιάζεις τη βασιλεία του», όπως έγραφε ο Ζήσιμος Λορεντζάτος στο εμβληματικό για τον Παπαδιαμάντη κείμενό του (περ. «Ο Ταχυδρόμος», 1961) και με το αίμα της ψυχής του αντίτιμο, ο Παπαδιαμάντης παρέμεινε διακαώς ερωτευμένος με την αληθινή ζωή. «Κράτησε τον πόνο στο σωστό του το ύψος», λέει ο Καρούζος. Κατά τούτο πραγμάτωσε την προτροπή τού Αββά Λογγίνου: «δός αίμα και λάβε πνεύμα» (βλ. Γεροντικόν, Αββάς Λογγίνος, απόφθεγμα Ε').
* Ο Δημήτρης Κοσμόπουλος είναι ποιητής και δοκιμιογράφος.

Πηγή: εφημ. Ελευθεροτυπία, 29/4/2011

Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

Ο πασχαλινός Παπαδιαμάντης, του Στέλιου Συρμόγλου

«Ήναψαν τας λαμπάδας κι εξήλθον
όλοι εις την ύπαιθρον να
ακούσωσιν την Ανάστασιν.
Γλυκείαν και κατανυκτικήν
Ανάστασιν εν μέσω των ανθούντων
δένδρων, υπό ελαφράς αύρας
σειομένων ευωδών θάμνων και των
λευκών ανθέων της
αγραμπελιάς…»
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Ψάλτης της Πασχαλιάς ο Παπαδιαμάντης, μας πρόσφερε ευαίσθητες σελίδες σχετικές με την πασχαλινή πανδαισία κα τη λειτουργική λαμπρότητα, όπως εμβιώνονταν από τους Έλληνες των αρχών του 20ου αιώνα. Όλοι γνωρίζουμε πως η πένα του Παπαδιαμάντη είναι γλαφυρή, λυρική, συγκινησιακή, βαθιά ανθρώπινη και έντονα θρησκευτική. Η θρησκευτικότητα του μεγάλου διηγηματογράφου είναι, ίσως κάποτε παγανιστική, εμπνευσμένη περισσότερο από τη λαϊκή ευσέβεια και λιγότερο από το πνεύμα της Αποκάλυψης, παρά την πλήθουσα μαρτυρία των λειτουργικών κειμένων της Ορθόδοξης παράδοσης.
Ο Παπαδιαμάντης, ωστόσο, είναι βαθύς χριστιανός, γνήσιο τέκνο της Ορθοδοξίας και γνώστης των αρχών της. Αναθρεμμένος από τη λαϊκή ευσέβεια, υπήρξε λογοτεχνικός της υμνωδός αλλά και μάρτυρας. Τα χριστουγεννιάτικα διηγήματά του θα συναρπάσουν, οι πασχαλινές του διηγήσεις θα λαμπρύνουν τις συνειδήσεις και θα αναβαπτίζουν τις φθαρμένες μας υποστάσεις στα νήματα της πίστης, της αγάπης και της ελπίδας. Ο πασχαλινός Παπαδιαμάντης αρκείται στην επιφάνεια αλλά ταυτόχρονα υπαινίσσεται το πνεύμα της Ανάστασης. Οι «παιδικές πασχαλιές» που μας μεταφέρουν στην εξοχή υπό το φως της πάλλουσας φύσης και των έξοχων αποχρώσεων της άνοιξης, αιωνίζουν το πνεύμα της παιδικότητας, μυούν στα μυστικά των θρησκευτικών συγκινήσεων.
Εμβαθύνοντας έτσι στα πασχαλινά διηγήματα του αλησμόνητου Σκιαθίτη διηγηματογράφου, εισδύουμε στο πνεύμα της Ανάστασης όχι ως απλοί θεατές ή αναγνώστες, αλλά ως ζώσες συνειδήσεις που εκζητούν το απόλυτο και την πληροφορία της ζωής της αιώνιας στην ένσαρκη και έγχρονη κατάσταση.
Προβάλλει πρώτα ο περίγυρος, η ανοιξιάτικη φύση, η χαρά, το πανηγύρι των λουλουδιών, τα «ανθούντα δένδρα», οι «σειόμενοι θάμνοι», ο μυστικός ψίθυρος το παντός. Έτσι η θρησκευτική συνείδηση ενωτίζεται το μυστήριο της Παρουσίας του Θείου, του Απεριχώρητου. Ωστόσο, και στις έκπαγλες παγανιστικές ελλάμψεις όλων των λαών υπάρχουν παρόμοιες πληροφορίες που στάθηκαν στην αφετηρία ποιητικών, φιλοσοφικών και ευρύτερης προοπτικής πνευματικών εμπνεύσεων και δημιουργιών. Σ’ αυτό το επίπεδο ο Παπαδιαμάντης συνεχίζει την παράδοση των διηγούμενων και αναδιηγούμενων την ιερή μαγεία την οποία ασκεί η Μητέρα Γη στη διαμόρφωση του θρησκευτικού βιώματος.
Ο διηγηματογράφος Παπαδιαμάντης, όμως προχωρεί περισσότερο, γιατί εγγίζει τη συγκεκριμένη μαρτυρία του χριστιανικού μηνύματος, όπως εκφράζεται στον παιδικό κόσμο, στους πιστούς, στους κληρικούς, στα λειτουργικά κείμενα της Ορθοδοξίας. Και εδώ με την πρώτη ματιά, το προχώρημα δεν είναι ουσιαστικό, αφού η περιγραφή οσοδήποτε πηγαία, έντεχνη και υποβλητική, αναπαράγει τα αδόμενα και τα κουόμενα κάθε χρόνο κατά τις μέρες της λαμπρηφόρας Ανάστασης. Είναι τα πασχαλινά διηγήματα του λογοτέχνη, δημιουργήματα απλών εξάρσεων και συγκινήσεων που αγνοούν τις βαθύτερες εκζητήσεις της θρησκευτικής συνείδησης και μάλιστα κατά τις «στιγμές» της ιερής συνάντησης με τον Αναστημένο.
Ας μην είμαστε υπερβολικά απαιτητικοί. Ο Παπαδιαμάντης είναι ψάλτης της ωραιότητας, όπως την προσέλαβε η ανεπιτήδευτη συνείδησή του κατά την αναστροφή της με το πνεύμα της παράδοσης.
Απομένει το πνεύμα της αναστάσιμης πληροφορίας, το μυστικό κάλλος της Ανάστασης, η απόλυτη εγγύτητα με τη ζωή, όπως μας προσφέρεται από τον κόσμο της θρησκευτικής αποκάλυψης. Η έσχατη, όμως, στιγμή της προσωπικής συνάντησης δεν προσφέρεται ούτε με τις πνευματικότερες ακολουθείες, αν δεν εξέλθει πληρωμένη η προσωπική συνείδηση. Ο Σκιαθίτης κοσμοκαλόγερος άδει, υπαινίσσεται, γρηγορεί και θυμίζει στους αναγνώστες του το μήνυμα του θρησκευτικού μυστηρίου.
Όσο η ιστορικότητα φθείρει και διαφθείρει τις εσώτατες πληροφορίες της συνείδησης, εξαιτίας του έγχρονα φυσιούμενου Εγώ, τόσο οι απλές υπομνήσεις του ισχύοντος είναι ικανές να οδηγήσουν στην Ανάβλεψη και στην Ανακαίνωση. Αυτό είναι, εξάλλου, το πνεύμα της πασχαλινής πανδαισίας. Ο αχός των προχριστιανικών μυστηρίων πληροφορούν αμυδρά μα έντονα, πως η ανθρώπινη φύση είναι διαμόνια, διαμονιώδης, ουράνια. Το χριστιανικό μυστήριο, ιδωμένο στην έσχατη έκφρασή του, στην Ανάσταση του Χριστού πληροφορεί και αποπληροφορεί, φωτίζει την ιστορία των ψυχών ως ιερή πληροφορία και ταυτόχρονα, ανάγει στην αιώνια θέα και κοινωνία, ως θεήλατη αποπληροφορία. Ανάγει στον ακοίμητο «τόπο» της διαρκούς επιφάνειας και αποκάλυψης, μα συνάμα κατάγει στη χώρα των στεναγμών και του άγχους, ως έγχρονη μαρτυρία του Υπερούσιου. Δεν αποϊστορικοποιεί τη συνείδηση, δεν αρνείται την έγκοσμη κατάστασή της, αλλά προχωρεί περισσότερο. Πληρώνει το έγκοσμο και το έγχρονο με το υπερούσιο πλήρωμα της Άσπιλης Ζωής. Κομίζει τη μακαριότητα και αιχμαλωτίζει φιλάνθρωπα το πάθος. Πάθος του πάθους η Ανάσταση, θα προκαλεί την ιστορική συνείδηση και οι ευθύνες σιγηλά το δρόμο της ιερής κοινωνίας, του προσώπου με το απόλυτο πρόσωπο.

ΠΗΓΗ: http://www.statesmen.gr/26803/koinonia/%CE%BF-%CF%80%CE%B1%CF%83%CF%87%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82-%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%82_20-04-2011.html 

Δευτέρα 18 Απριλίου 2011

ΤΟ ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ. Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου

 

Πάμπολλες οι αναφορές και οι μελέτες για το έργο του Παπαδιαμάντη στην εποχή μας. Ειδικές εργασίες και μάλιστα τολμηρές, όπως χαρακτηρίζονται από διάφορους κριτικούς, απόπειρες ερμηνείες του έργου του, βλέπουν το φώς της δημοσιότητας συνεχώς. Και είναι γνωστό ότι υπάρχει και μία επιστημονική διχογνωμία για το ποιος τελικά Παπαδιαμάντης είναι ο αληθινός. Ο ορθόδοξος και κοσμοκαλόγερος ή ο σκοτεινός και ερωτικός νοσταλγός; Ο ταπεινός και ασίγαστος ψάλτης της Ορθοδοξίας ή ο “εωσφορικός”1 δημιουργός; Φυσικά, στο τεράστιο αυτό δίλημμα δεν θα δώσουμε απάντηση εμείς εδώ. Θα προσπαθήσουμε, όμως, να καταδείξουμε πως ο κυρ Αλέξανδρος δεν ήταν απλώς ένα πιστό μέλος της Εκκλησίας ή ένας πολύ καλός πρακτικός ψάλτης, που γνώριζε τα εκκλησιαστικά και λειτουργικά θέματα. Ο Παπαδιαμάντης ήταν γνώστης της Ορθόδοξης Θεολογίας όσο λίγοι στον καιρό του. Βίωνε την παράδοση της ρωμιοσύνης με απόλυτη ένταση γι’ αυτό και έγραψε, ουσιαστικά κατήγγειλε, τα προβλήματα στον κλήρο, την προτεσταντίζουσα δράση των θρησκευτικών οργανώσεων της εποχής του, την περιθωριοποίηση των λαϊκών, τους οποίους έβλεπε ως συλλειτουργός των ιερέων2. Ακόμη, αναδείχθηκε υπέρμαχος της Βυζαντινής λειτουργικής τέχνης, μουσικής και αγιογραφίας, πιστός τηρητής του τυπικού, λάτρης του μοναχισμού. Μόνος και φυσικά πρωτοπόρος στην εποχή του, αντιτάχθηκε στην μουσειοποίηση της λειτουργικής τέχνης3, περιέγραψε με σαφήνεια τις ολέθριες δυτικές επιδράσεις στον καθόλου εκκλησιαστικό βίο, προέβαλε το γνήσιο λειτουργικό ήθος. Πρέπει να υπογραμμιστεί το γεγονός ότι κανένας τότε δεν συμμερίστηκε την οδύνη του κυρ Αλέξανδρου, που εκπήγαζε από την βαθιά εκκλησιαστική του συνείδηση. Για τον Παπαδιαμάντη πρωτοτυπία στις λειτουργικές τέχνες, σημαίνει να μένει κανείς πιστός στους πρώτους τύπους της τέχνης αυτής. Η Εκκλησία για τον Παπαδιαμάντη “έχει έναν παραδεδεγμένο τύπον, ον ουδείς δύναται αποινεί να παραβή και ρητώς απαγορεύεται πάσα καινοτομία είτε εις την αρχιτεκτονικήν και γραφικήν και την λοιπήν των ναών διακόσμησιν, είτε εις την μουσικήν και των άλλην λατρείαν”.4
Και για να εστιάσουμε την μουσική προσωπικότητά του: Υπήρξε ψάλτης, τυπικάρης, υμνογράφος5 και παραϋμνογράφος – έγραφε δηλ. σατιρικά6 όπως οι Βυζαντινοί – και για την εποχή του μουσικολόγος, υπό την έννοια ότι προέβη σε καίριες παρατηρήσεις σχετικά με την εκκλησιαστική μουσική. Παρατηρήσεις, οι οποίες παραμένουν επίκαιρες και μάλλον διαχρονικές.
Ο Παπαδιαμάντης ήταν φορέας μιας σπουδαίας και ζωντανής, τότε, παραδόσεως: της Κολλυβαδικής ή καλύτερα φιλοκαλικής. Το μοναστήρι του Ευαγγελισμού στη Σκιάθο, όπου πήγαινε ο Παπαδιαμάντης, ήταν η ορατή αλλά και ζωντανή παρουσία που διασφάλιζε την αγιορείτικη λειτουργική παράδοση των Κολλυβάδων πατέρων7. Αυτήν την παράδοση μεταφύτευσε ο Παπαδιαμάντης στην Αθήνα! Στο ναϋδριο του Προφήτου Ελισσαίου, όπου τελούνταν τις μεγάλες γιορτές αγρυπνίες μέχρι πρωίας, σύμφωνα με τις τυπικές διατάξεις του Αγίου Όρους. Σε αυτές τις παννυχίδες έψαλλαν οι δύο Αλέξανδροι: Ο Παπαδιαμάντης και ο Μωραϊτίδης. Η μαρτυρία του μουσικολόγου και πρωτοψάλτου Κωνσταντίνου Ψάχου είναι ιδιαίτερα σημαντική: "αμφότεροι δεν ψάλλουσι προς επίδειξιν, αλλά ψάλλουσιν εκ συνειδήσεως δια να προσευχηθώσι και να επικοινωνήσωσι με το θείον, με πίστιν αληθή, η οποία κατέστη εγγενής του πνεύματός των. Ο Παπαδιαμάντης γνωρίζει από στήθους όλα τα κείμενα, όπως και την μουσικήν όλων των κανόνων (ενν. του όρθρου), εις τους οποίους προπάντων είναι αμίμητος. Είναι ειδήμων των τυπικών διατάξεων των αγρυπνιών και όλων εν γένει των ιερών ακολουθιών, ψάλλει δε με όλως ατομικόν του ιδίωμα τους πολυελέους των Αγρυπνιών πάσης εορτής…".8 Το γεγονός ότι – όπως μαρτυρεί ο Κωνσταντίνος Ψάχος – ο Παπαδιαμάντης γνωρίζει πάρα πολύ καλά να ψάλει τους κανόνες και τους πολυελέους, αποδεικνύει την ευεργετική επίδραση της κολλυβαδικής παραδόσεως. Ας σημειωθεί ότι οι περισσότεροι από τους σημερινές ψάλτες αγνοούν το μέλος των κανόνων και των πολυελέων – κυρίως αυτών που ονομάζουμε "εκλογή" από το ψαλτήρι του Δαβίδ. "Εν τη εκτελέσει των μελών τούτων ο Παπαδιαμάντης ήτο αμίμητος", αναφέρει ο Τσόκλης.9
Εννοείται ότι οι επιδράσεις από το αγιορείτικο τυπικό - εκτός από την φανέρωσή τους στην πράξη – καταφαίνονται και σε διηγήματα που έχουν ως σκηνικό τους όχι μόνο μοναστηριακούς χώρους, αλλά εκκλησίες και ξωκλήσια της Σκιάθου.

Παρασκευή 15 Απριλίου 2011

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ποιητής πάνω απ’ όλα, του Παντελή Μπουκάλα


«Εν τινι παρεκκλησίω της εν... Μονής υπήρχε κιβώτιόν τι παλαιόν και σεσαθρωμένον, πλήρες εφθαρμένων βιβλίων. Ουδείς των σοφών περιηγητών των επισκεφθέντων κατά καιρούς την βιβλιοθήκην της Μονής ηξίωσε να ρίψη εκ περιεργείας βλέμμα και προς το λησμονημένον κιβώτιον». Παπαδιαμάντης. Προφανώς. «Οι έμποροι των εθνών». «Τι σε Δημητράκη καλέσωμεν; μουσικόν της καραβάνας, ψάλτην του γλυκού νερού, που κοιτάζεις στο βιβλίον και τα λες στα κουτουρού· ιμάμην των Χοτζάδων προεξάρχοντα, χαμάμην των Μποχώρηδων εξάρχοντα· αμανετζήν ηχηρότατον και μπατακτσήν οχληρότατον. Μας λίγωσες απ' τη γλύκα τας ψυχάς ημών». Κι αυτό Παπαδιαμάντης. Σατιρικότατος, με την «Ακολουθία του Σπανού», του 14/15ου αιώνα, οπωσδήποτε υπόψη του («Αλαλα τα χείλη των μιαρών, σπανών των κακίστων, και μεγάλων κακοποιών»). Δηλαδή, όχι προφανώς Παπαδιαμάντης, τουλάχιστον έτσι όπως δημιουργήθηκε με τα χρόνια, και ερήμην του, η λογοτεχνική «προφάνειά» του και όπως καλλιέργησε τις προσδοκίες των αναγνωστών του η καθυπόταξή του στο στενό σχήμα του «αγίου των γραμμάτων».
«Και τώρα, όταν ενθυμούμαι το κοντόν εκείνο σκοινίον, από το οποίον εσχοινιάσθη κ' επνίγη η Μοσχούλα, η κατσίκα μου, και αναλογίζωμαι το άλλο σχοινίον της παραβολής, με το οποίον είναι δεμένος ο σκύλος εις την αυλήν του αφέντη μου, διαπορώ μέσα μου αν τα δύο δεν είχαν μεγάλην συγγένειαν, και αν δεν ήσαν ως» σχοίνισμα κληρονομίας» δι' εμέ, όπως η Γραφή λέγει». Παπαδιαμάντης. Και πάλι προφανώς, «Ονειρο στο κύμα», με ηπιότερη δημοτική, πλην με τη Γραφή και τη γνώση της παρούσα όσο σε ελάχιστους. Αλλά και το επόμενο Παπαδιαμάντης, δημοτικός, και γι' αυτό «απροσδόκητος», τουλάχιστον κατά τα στερεότυπα: «Μοναχός εγώ αγρυπνάω, / νυχτερεύω μοναχός· 'λεημοσύνη σάς ζητάω, / νύχτα, δόλι' αγάπη, φως!» - ακριβώς στο βηματισμό τού «Μοναχή το δρόμο επήρες...»
Δεν χρειαζόταν να συνυπολογίσει τους παραπάνω στίχους ο Σεφέρης για να συμπεράνει πως «η μόνωση των Ελλήνων ποιητών είναι μεγάλη· είτε ο ποιητής ονομάζεται Κάλβος, είτε Παλαμάς, είτε Παπαδιαμάντης». Το κρίσιμο άλλωστε στο σεφερικό πόρισμα είναι ο χαρακτηρισμός του Σκιαθίτη ως ποιητή. Αυτό ήταν: ποιητής. Κι όχι λόγω των λιγοστών ποιημάτων του. Τα πεζά του, ένας κόσμος πλήρης μες στην ποικιλία του, του δίνουν τον τίτλο με ακέραιη την ουσία του.

ΠΗΓΗ: Εφημ. Καθημερινή, 16-01-11

Γ. Φαρίνου – Μαλαματάρη, Αφηγηματικές Τεχνικές στον Παπαδιαμάντη (απόσπασμα)

Τρόποι και Σημασία των «Πρωτοπρόσωπων» Αφηγήσεων στον Παπαδιαμάντη

Ο όρος πρωτοπρόσωπη αφήγηση είναι πλεοναστικός όταν αναφέρεται στο αφηγείσθαι, επειδή το υποκείμενο της αφηγηματικής πράξης είναι πάντα στο πρώτο πρόσωπο. Συνηθέστερα όμως ο όρος χρησιμοποιείται για να δηλωθεί η ταυτότητα του αφηγητή μ’ έναν από τους ήρωες της ιστορίας. Για να αποφύγουμε κάποια ενδεχόμενη ανακρίβεια, υιοθετήσαμε, ήδη στην Εισαγωγή, τους όρους του Genette ομοδιηγητική και ετεροδιηγητική αφήγηση σε αντικατάσταση των όρων πρωτοπρόσωπη και τριτοπρόσωπη αφήγηση αντίστοιχα.
Τα πέντε διηγήματα […] ανήκουν στον ισχυρό τύπο ομοδιηγητικής αφήγησης, όπου ο αφηγητής δεν παρουσιάζεται με δευτερεύοντα ρόλο, ως περαστικός, στην ιστορία που αφηγείται, αλλά είναι ο κεντρικός ήρωας της δικής του ιστορίας, ο πρωταγωνιστής. Στον τύπο αυτό δόθηκε η ονομασία αυτοδιηγητική αφήγηση.
Τα πέντε αυτά διηγήματα […] παρουσιάζονται ως ήδη γραμμένα κείμενα (πβ. το «Δια την Αντιγραφήν» ή το «Εξ Αντιγραφής»). Σύμφωνα με τον Romberg […] και τουλάχιστον αναφορικά με τις κλασικές μορφές της ομοδιηγητικής αφήγησης είναι τα πλασματικά απομνημονεύματα, τα ημερολόγια και το επιστολικό μυθιστόρημα. Τα πέντε διηγήματα θα μπορούσαμε δοκιμαστικά να τα κατατάξουμε στις αναμνήσεις που μοιάζουν με απομνημονεύματα και περιορίζονται σε κάποιες στιγμές της προσωπικής ιστορίας του αφηγητή.
Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι, ενώ τα απομνημονεύματα αναφέρονται σε αναδρομική εξιστόρηση εξωτερικών επί το πλείστον γεγονότων, που δικαιώνουν την παρελθούσα ζωή, ο Παπαδιαμάντης υιοθετεί το ακόλουθο σχήμα: Προκρίνει δύο στιγμές, που είναι συνήθως χρονικά απομακρυσμένες η μία από την άλλη. Κατά κανόνα η πρώτη αναφέρεται στην παιδική ηλικία του ήρωα, ενώ η δεύτερη δηλώνει το πέρασμα προς την ωριμότητα. Αυτό λοιπόν που υπογραμμίζεται είναι κάποιο γεγονός που σχετίζεται από τον αφηγητή με την ιδιωτική πλευρά της ύπαρξής του, αυτό προβάλλει την τάση μετάβασης από τα εξωτερικά γεγονότα στον έσω άνθρωπο, κοντολογίς μια εξομολογητική τάση. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι παπαδιαμαντικές αυτοδιηγητικές αφηγήσεις βρίσκονται ανάμεσα στο απομνημόνευμα και στην εξομολόγηση.
Και στις περιπτώσεις αυτές ο αφηγητής – πρωταγωνιστής κοιτάζει πίσω στο χρόνο και βλέπει τα γεγονότα της προηγούμενης ζωή του αναδρομικά. Από τη χρονική διαφορά προκύπτει η διφυΐα της αυτοδιηγητικής αφήγησης, που αγνοήθηκε όμως, γενικά, από τους μελετητές της οπτικής γωνίας.
Το Εγώ αυτών των αφηγήσεων έχει διπλή υπόσταση: είναι το Εγώ της ιστορίας και το Εγώ της αφήγησης που συνήθως αντιπροσωπεύουν αντίστοιχα τον εαυτό που βιώνει και τον εαυτό που αφηγείται. Οι δύο αυτές πλευρές του Εγώ χωρίζονται μεταξύ τους από ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο διάστημα χρόνου (την αφηγηματική απόσταση).
Αυτό το διάστημα και η ίδια η πράξη της αφήγησης είναι δύο παράγοντες που θέτουν σε αμφισβήτηση την ταυτότητα που η προσωπική αντωνυμία δημιουργεί μεταξύ του Εγώ που βιώνει και του Εγώ που αφηγείται. Αυτός που έζησε το παρελθόν και αυτός που το διηγείται είναι και δεν είναι το ίδιο πρόσωπο. Αυτός που έζησε «είδε» τα γεγονότα (αντιληπτική οπτική γωνία), ενώ αυτός που τα διηγείται δεν περιορίζεται στην απλή αναμετάδοση της όρασης, αλλά επενδύει κάθε περιστατικό με κάποια ιδεολογία (εννοιολογική οπτική γωνία).
Έτσι στην αυτοδιηγητική αφήγηση η φωνή μπορεί να είναι μία (αφού δεν υπάρχει διαφορά στην προσωπική αντωνυμία), αλλά υπάρχει ενδεχομένως διαφορά στην προοπτική ανάμεσα στο Εγώ που αφηγείται, ιδιαίτερα όταν η αφηγηματική απόσταση είναι μεγάλη. Στο σημείο αυτό, μπορεί να εκτιμήσει κανείς τη χρησιμότητα του διαχωρισμού της προοπτικής από τη φωνή, που αναφέραμε στην Εισαγωγή.
Δεδομένου ότι ο λόγος ανήκει στο Εγώ που αφηγείται (εκτός από τις λίγες περιπτώσεις που παραχωρεί το λόγο στον εαυτό του ως ήρωα) το ερώτημα είναι ποιου την προοπτική υιοθετεί η αφήγηση. Ο Genette υποστηρίζει ότι ο αυτοδιηγητικός αφηγητής «πρέπει να σεβαστεί την εστίαση που καθορίζεται σε σχέση με την πληροφορία του ως αφηγητή κι όχι σε σχέση με την παρελθοντική πληροφορία του ως ήρωα» […].
Αυτό σημαίνει ότι η αυτοδιηγητική αφήγηση είναι η περιοχή της εσωτερικής εστίασης μέσω του αφηγητή. Τυχόν εναλλαγές στην εστίαση, που μπορεί να μη μείνει αμετάβλητη σ’ όλο το μήκος του κειμένου, συνιστούν παραλήψεις (paralepsis), και παραλείψεις (paralipsis) αντίστοιχα […].
Στην παράληψη εφοδιαζόμαστε με περισσότερες πληροφορίες «απ’ ό,τι επιτρέπεται κανονικά στον κώδικα της εστίασης που κυβερνά το σύνολο», ενώ στην παράλειψη με λιγότερες. Στην περίπτωση των διηγημάτων που μας απασχολούν η παράληψη έγκειται στον έμμεσο εφοδιασμό μας με περισσότερες πληροφορίες, απ’ όσες αρχικά υποπτευόμαστε, ενώ η παράλειψη στον περιορισμό του αφηγητή στα όρια του εαυτού του ως ήρωα. Οι παραλείψεις εγείρουν αγωνία, δημιουργούν μυστήριο, και από τη γενικότερη άποψη της αναγνωστικής διαδικασίας ειρωνεία, αυτό οφείλεται αφ’ ενός στην ανισότητα μεταξύ της πληροφορίας που δίνεται από τον ήρωα και της ερμηνείας που προσφέρει ο αναγνώστης. Έτσι, οι μεταβολές στην εστίαση διασπούν κατά κάποιο τρόπο την ταυτότητα που δημιουργεί η πρωτοπρόσωπη αντωνυμία […]
Τα διηγήματα αυτά παρουσιάζονται κάπως αργά στη διηγηματογραφική παραγωγή του συγγραφέα, γύρω στο 1900, γράφτηκαν σε διάστημα μικρότερο της διετίας (1899-1901) […].
Σχεδόν κατά γενική ομολογία τα διηγήματα αυτά θεωρούνται «αυτοβιογραφικά», «αυτοψυχογραφικά», «ντοκουμέντα για το πλησίασμα της προσωπικότητας και του έργου του συγγραφέα» που μαρτυρούν ότι ο «ηθικός κόσμος του Παπαδιαμάντη δοκιμάζεται από τον κρυφό κι ανικανοποίητο ερωτισμό του, από τα πάθη του, από τις εισβολές του πονηρού» […].
Με δυο λόγια, η μέχρι σήμερα κριτική κυμαίνεται ανάμεσα στα σημασία και στην αξία των έργων αυτών. Και όσον αφορά στη σημασία τα εξηγεί -πράγμα όχι και τόσο δύσκολο- σύμφωνα με μια βιογραφική προοπτική την οποία όμως ασκεί με απλουστευτικό τρόπο. Οι κριτικοί, δηλαδή, δεν αρκούνται να δείξουν ότι το κείμενο «βρίσκεται σε μια ορισμένη σχέση με το συγγραφέα του και ότι μπορεί γι’ αυτό να γίνει κατανοητό, εάν τα στοιχεία του συσχετιστούν με μια ψυχολογική αληθοφάνεια» […] αλλά θεωρούν τα έργα αυτοβιογραφικά με την περιορισμένη και περιοριστική μάλλον έννοια της συμπερίληψης συμπαγών κομματιών της ζωής του συγγραφέα στο κείμενο. Έτσι, καταλήγουν στην απομόνωση στοιχείων που θεωρούνται ενδεικτικά είτε των ψυχολογικών τραυμάτων του συγγραφέα, που προέρχονται από την κοινωνική του μειονεξία, είτε εκφράσεις του απωθημένου και ανολοκλήρωτου ερωτισμού του.

Γ. Φαρίνου – Μαλαματάρη, Αφηγηματικές Τεχνικές στον Παπαδιαμάντη, 1887-1910, Αθ.: Κέδρος, 1987, σελίδες 243-249.

Τετάρτη 13 Απριλίου 2011

Γιώργος Ιωάννου, «Ο της Φύσεως Έρως» (απόσπασμα)

Είναι αληθινό αυτό, ο Παπαδιαμάντης αυτοβιογραφείται. Εξίσου αληθινό όμως είναι ότι όλοι οι γνήσιοι συγγραφείς, λίγο ως πολύ αυτοβιογραφούνται. Εγώ θα ήθελα κάτι άλλο να μου πουν: Ποιος γνήσιος συγγραφέας δεν είναι κατά κάποιο τρόπο αυτοβιογραφικός στα πιο αντιπροσωπευτικά του έργα. Και λέγω «αντιπροσωπευτικά», γιατί και ο Παπαδιαμάντης έχει ορισμένα έργα όπου δε βάζει τίποτε από τον εαυτό του και είναι τα ιστορικά μυθιστορήματά του, μα αυτά δε βρίσκονται σε κανένα ύψος.
Με αυτά, δεν συνηγορούμε για την αυτοβιογράφηση στη λογοτεχνία, ούτε και καταδικάζουμε -κάθε άλλο- το πλάσιμο μιας κατάστασης ολότελα νέας μέσα στα έργα. Μακάρι… Απλώς προϊόντος του χρόνου, κάνουμε τη διαπίστωση ότι κανένας συγγραφέας δεν πέφτει στο έργο του έξω από τα βιώματά του.
Από τα παρακάτω θα έγινε ίσως αντιληπτό τι ακριβώς νομίζουμε όταν λέμε, ότι κάθε συγγραφέας -και ο Παπαδιαμάντης- «αυτοβιογραφείται». Εννοούμε ότι κάθε άξιος συγγραφέας αντλεί τη γλώσσα του, τη φρασεολογία του, τις εμπειρίες του, τις εμπνεύσεις του, ιδίως την επένδυση των εμπνεύσεών του, από μέσα του, από την τεράστια παρακαταθήκη βιωμένων πραγμάτων, καταστάσεων και γεγονότων, μεταμορφωμένων πια σε λέξεις και φράσεις, που ο κάθε συγγραφέας -και ο κάθε άνθρωπος- διαθέτει. Δεν εννοούμε ότι ο συγγραφέας αναπαριστάνει τη ζωή του, αν και δεν είναι εκ των προτέρων καταδικάσιμο, ούτε και αυτό. Εξαρτάται από την τομή και το δόσιμο που θα γίνει […].
Ο Παπαδιαμάντης μπορεί, νομίζω να ονομασθεί πιο πολύ βιωματικός παρά αυτοβιογραφικός συγγραφέας. Ο Παπαδιαμάντης δημιουργεί την ίδια εντύπωση με όλους εκείνους τους συγγραφείς που είναι παραστατικοί και μερακλήδες σκηνογράφοι. Δημιουργεί δηλαδή την εντύπωση ότι τα έζησε όλα αυτά για τα οποία γράφει, ενώ ακόμη και δια της κοινής λογικής μπορούμε να βρούμε ότι αυτό δεν ήταν δυνατό. Υπάρχει στο έργο του ένα πλήθος ιστοριών τις οποίες για λόγους απλούς δεν μπορεί να τις έζησε ο ίδιος, αλλά πρέπει να τις άκουσε, να τις είδε ίσως εκ του μακρόθεν και προπαντός να τις έμαθε από άλλους ή παλιότερους.
Οι ιστορίες αυτές είναι πλασμένες ή ξαναπλασμένες από τον συγγραφέα με τα υλικά του χώρου τους, που τα παρέχει η μετά αγάπης αναστροφή του μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον. Και έτσι οι αλλότριες ιστορίες του γίνονται αφορμή για την πιο μεγάλη απόλαυσή του. Να βγάλει και να ξαναβγάλει από μέσα του τα αγαπητά του πράγματα, τις φορτωμένες ξεχωριστή αχλύ και περιεχόμενο λέξεις και να τις αραδιάσει για μια ακόμη φορά μέσα σ’ ένα κομμάτι του χώρου του. Θέλει να κλείνεται μέσα στον αγαπημένο χώρο του και να βγάζει από μέσα του.
Και προκύπτει έτσι ένα κράμα ζεστής ζωής, με όλα τα συμπαρομαρτούντα της επαρχιακής ζωής του καιρού του. Φτώχειες, θαλασσοπνιγμούς, μαρασμούς, συνοικέσια, μικρότητες, γάμους, βαφτίσια, γιορτές και γλέντια, έθιμα, κουτσομπολιά, λόγια πικρά, μίση, νεράιδες και αερικά, θρησκευτικές αναβάσεις, χειμερινές περιπέτειες, αθώες ψυχές ποιμένων.
Λοιπόν, οι απόμακρες αυτές ιστορίες δεν είναι αυτοβιογραφικές, αλλά αποτελούν αφορμές για ανάπλαση ζωής.

Γιώργος Ιωάννου, «Ο της Φύσεως Έρως»: Τετράδια «Ευθύνης», αρ. 15 [Μνημόσυνο του Αλεξ. Παπαδιαμάντη: Εβδομήντα χρόνια από την Κοίμησή του] (Αθ. 1981), σελίδες 55-63: 58-59 ~ ΙΔ., Ο της Φύσεως Έρως: Παπαδιαμάντης, Καβάφης, Λαπαθιώτης, Αθ.: Κέδρος, 1985.

Κυριακή 10 Απριλίου 2011

Κ. Στεργιόπουλος, Το απροσδόκητο βάθος της παπαδιαμαντικής γραφής

«Πραγματικά, ό,τι αποτελεί την ιδιαίτερη γοητεία του είναι η λυρική και η μυστική δόνηση από το μεταφυσικό του υπόβαθρο. Αν και η πεζογραφία του κινείται κατά το μεγαλύτερο μέρος της σε ηθογραφικά πλαίσια, και μολονότι δε λείπουν οι κουραστικές επαναλήψεις των ίδιων μοτίβων και τα ελαττώματα στη σύνθεση και στη δομή, καταφέρνει να τα εξουδετερώνει συνήθως όλα τούτα, νομοθετώντας δικά του αξιολογικά κριτήρια με το μέτρο που μετρά ο ίδιος τον κόσμο, πράμα που δε μπόρεσαν ή δε θέλησαν να διαγνώσουν οι επικριτές του. Κάτω απ’ το ηθογραφικό του πλαίσιο, κρύβει έναν βαθύ ψυχογράφο, έναν ηθολόγο κι έναν άριστο κοινωνικό παρατηρητή. Η ειρωνεία και το χιούμορ του, εξάλλου, οι ποιητικές του παρεκβάσεις, το ταραγμένο του υπόστρωμα παρουσιάζουν διαρκώς εκπλήξεις, δημιουργούν κυματισμούς κι ανοίγονται σε απροσδόκητο βάθος και σε προεκτάσεις, που δε μας αφήνουν με την πρώτη ματιά να υποψιαστούμε η φαινομενική του απλότητα και η ηθογραφική του επιφάνεια».

(Στεργιόπουλος Κ., 1986, Περιδιαβάζοντας, Αθήνα: Κέδρος, σελ. 68)

Μυρτιώτισσα: Παπαδιαμάντης, ὁ μέγας διηγηματογράφος

Ὁ Παπαδιαμάντης δὲν εἶναι μόνο ὁ μεγαλύτερος διηγηματογράφος τῆς ἐποχῆς του, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν ἐποχῶν. Μ᾿ ἐλάχιστα τεχνικὰ μέσα ἀνέβασε τὸ ἔργο του στὴν ἀπόλυτη τελειότητα. Εἶναι ὁ πιὸ ἁπλός, ὁ πιὸ ταπεινός, ὁ πιὸ ἀνθρώπινα εἰλικρινὴς συγγραφέας ποὺ ἔβγαλε ὁ τόπος μας. Στὸ ἔργο του μιλεῖ ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο γιὰ τοὺς «ἀνθρώπους του», γι᾿ αὐτοὺς ποὺ τοὺς αἰσθάνεται τέλεια δικούς του, καὶ μᾶς μιλεῖ γι᾿ αὐτοὺς ὅπως ποτὲ κανένας πατέρας δὲ μίλησε γιὰ τὰ παιδιά του. Εἶναι ἄπειρη ἡ στοργὴ ποὺ τοὺς ἔχει. Ἔξω ὅμως ἀπ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο τῶν ταπεινῶν, τίποτ᾿ ἄλλο σχεδὸν δὲν τὸν ἐνδιαφέρει, θάλεγε κανεὶς πὼς δὲν πρόσεξε τίποτ᾿ ἄλλο, πὼς δὲν ἔριξε οὔτε κἂν μία ματιὰ στὶς ἄλλες τάξεις τῶν ἀνθρώπων. Ἡ προσοχή του κι ὅλη του ἡ ἀγάπη συγκεντρώθηκε στὸ νησί του. Τὸ τοποθέτησε στὸ πρῶτο πλάνο τῆς ζωῆς, καὶ τὸ ἔργο του ἀντλεῖ ἀπ᾿ αὐτὸ τὴ λαμπρότητά του. Ἀπ᾿ τὴ φτώχεια τοῦ νησιώτη πλουτίζεται, ἀπ᾿ τὴν ἁγία του ὑπομονὴ στὴ δυστυχία καὶ στὸ θάνατο στεριώνεται, ἀπ᾿ τὴν ἁγνότητα τῆς Σκιαθίτισσας κοπέλλας ἐξαϋλώνεται, καὶ φτάνει ἐκεῖ ὅπου λίγοι κατάφεραν νὰ φτάσουν.
Γνώρισα τὸν Παπαδιαμάντη ἀπὸ κοντὰ μόνο τὸν τελευταῖο χρόνο ποὺ βρισκόταν στὴν Ἀθήνα. Κάποιος φίλος τὸν ἔφερε στὸ σπίτι μας ἕνα βράδυ, μὰ κι᾿ ὁ ἴδιος ἀποροῦσε πῶς τὸν κατάφερε, αὐτὸν τὸν ἀπόμονο, τὸν ἀπρόσιτο ἄνθρωπο, νὰ πάει σὲ σπίτι ξένο καὶ σ᾿ ἀνθρώπους ἔξω ἀπ᾿ τὴ δική του «οἰκογένεια». Ὡστόσο τὸν κατάφερε, κι᾿ ἀπὸ τότε, ἴσως γιατὶ μᾶς βρῆκε ἁπλοὺς καὶ κάπως τῆς ἀρεσκείας του, ἐρχότανε πότε-πότε κατὰ τὶς ἐννιὰ τὸ βράδυ. Καθότανε πάντα παράμερα μὲ σταυρωμένα στὸ στῆθος τὰ χέρια, μὲ σκυμμένο τὸ κεφάλι, καὶ μοῦ ἔδινε τὴν ἐντύπωση σὰ νά ῾λεγε ἀπὸ μέσα του μιὰ προσευχή. Σπάνια μιλοῦσε. Ἐγὼ τὸν θαύμαζα καὶ τὸν ἀγαποῦσα πολὺ ἀπὸ τότε, δύσκολα ὅμως κατάφερνα ν᾿ ἀνοίξω κουβέντα μαζί του.
Ἕνα βράδυ μοῦ εἶπε ξαφνικά: -Ἔμαθα πὼς τιμᾶτε διὰ τῆς προστασίας σας τὴ «Φόνισσα». Τὸν κύτταξα κατάπληκτη. Ἂν δὲν τὸν ἤξερα τόσο ἁπλὸ καὶ ταπεινὸν ἄνθρωπο, θἄλεγα πὼς μὲ κορόϊδευε. - Ἔχει ἀνάγκη αὐτὸ τὸ ἀριστούργημα ἀπὸ προστασία, καὶ μάλιστα δική μου; τοῦ ἀπάντησα. Ἕνα πικρὸ χαμόγελο φώτισε γιὰ μία στιγμὴ τὸ πρόσωπό του, κι᾿ ἀμέσως ἔσβυσε. Ἕν᾿ ἄλλο βράδυ, βροχερὸ καὶ κρύο, τοῦ δώσαμε ἕνα φλυτζάνι τσάι γιὰ νὰ ζεσταθεῖ, μὰ δὲν τὸ δέχτηκε. Τὄσπρωξε μὲ κάποιαν ἀπέχθεια, καὶ μᾶς εἶπε ἁπλά: «Δὲν τὸ συνηθίζω». Ἴσως γιατὶ εἶναι φράγκικο πιοτό, σκέφθηκα, καὶ τ᾿ ἄλλο βράδυ τοῦ ἑτοιμάσαμε ζεστὴ φασκομηλιά. Μὲ πόση εὐχαρίστηση, θυμᾶμαι, τὴ ρούφηξε μονομιᾶς.
Ἦταν σιωπηλός, ὅταν ὅμως θίγαμε κάτι ποὺ τὸν ἐνδιέφερε ἢ ποὺ τ᾿ ἀγαποῦσε, μιλοῦσε συνεχῶς γιὰ κάμποση ὥρα, μὲ μιὰ φωνὴ σιγανή, ψιθυριστὴ θά ῾λεγα, ποὺ μοῦ φαινότανε σὰ νὰ ῾ρχόταν ἀπὸ πολὺ μακριά. Σύχναζε τότε στὸ Μοναστηράκι, γιατὶ ἐκεῖ κοντὰ ἦταν ἕνα μικρὸ ἐκκλησάκι ὅπου πήγαινε κι᾿ ἔψελνε ταχτικά. - Μπορεῖτε καὶ γράφετε στὸ καφενεῖο; τὸν ρώτησα. Σήκωσε τότε τὸ κεφάλι του κι᾿ ἄρχισε νὰ μᾶς μιλεῖ γιὰ τὸ περίφημο ἐκεῖνο καφενεῖο τοῦ Μοναστηρακιοῦ, πλέκοντας τὸ ἐγκώμιο τοῦ καφετζῆ μὲ θέρμη, σὰ νὰ ἦταν καμιὰ προσωπικότητα ξεχωριστή.- Μοῦ δίνει καμιὰ φορὰ χαρτὶ καὶ γράφω. Εἶναι ἄνθρωπος τοῦ θεοῦ. Ὥστε αὐτὸ ἦταν! Ἂς εἶν᾿ εὐλογημένος στὸν αἰῶνα ὁ ἀγαθὸς ἐκεῖνος καφετζής! Ἴσως χωρὶς αὐτὸν πολλὰ ἀπ᾿ τὰ γοητευτικά του ἀνιστορίσματα δὲ θἄβλεπαν τὸ φῶς ...Κατὰ τὶς δέκα σηκωνόταν νὰ φύγει. Νύσταζε. Μεγάλη κούραση τὸν κρατοῦσε πάντα. Ἕσφιγγε λίγο τὸ σκοινὶ ποὺ ἔζωνε τὴ μέση του, μᾶς ἔδινε τὸ χέρι, καὶ μὲ ὕφος μαθητῆ ποὺ ντρέπεται γιὰ κάποια ἀταξία, μᾶς ἔλεγε: - Καλή σας νύχτα, καὶ νὰ μοῦ συγχωρεῖτε τὰς ἐλλείψεις μου.
Ὅταν ἦταν νὰ φύγει γιὰ τὴ Σκιάθο, ἦρθε μόνος του αὐτὴ τὴ φορά, γιὰ νὰ μᾶς ἀποχαιρετήσει. Ἡ φωνή του εἶχε ἕναν ἀλλιώτικο τόνο, ἦταν θερμὴ καὶ πολὺ συγκινημένη. Μᾶς κάλεσε νὰ πᾶμε στὸ νησί του, ὅπου θὰ μᾶς φιλοξενοῦσε στὸ σπιτάκι του. Σεῖς οἱ γυναῖκες θὰ κοιμᾶστε σὲ ροῦχα φτωχικὰ μέν, πλὴν πολὺ καθαρά. Ἐμεῖς οἱ ἄντρες μποροῦμε νὰ κοιμηθοῦμε στὸ ὕπαιθρον, ὑπὸ τὰ δέντρα. Ἔπειτα ἄρχισε νὰ μᾶς μιλεῖ γιὰ κάποια του ἀνήψια, παιδιὰ τοῦ ἀδερφοῦ του, νομίζω, γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν μπόρεσε ποτὲ νὰ κάνει τίποτα. Μιλοῦσε σὰ νἄθελε ν᾿ ἀπολογηθεῖ καὶ σύγχρονα νὰ ξαλαφρωθεῖ ἀπὸ ἕνα βάρος ποὺ τοῦ πίεζε τὴν καρδιά. - Χρέος μου ἦταν νὰ τὰ προστατέψω, ἀλλὰ δὲν εἶχα τὴν δύναμιν. Δὲν μπόρεσα νὰ τοὺς χρησιμεύσω εἰς τίποτε, ὅπως ἐπιθυμοῦσα. Ἂς εἶναι... Τί νὰ τὰ λέμε τώρ᾿ αὐτά; θλιβερὰ πράγματα... Τὸν κύτταζα. Τὰ μάτια του ἦταν βουρκωμένα, καὶ δυὸ δάκρυα εἶχαν ἀρχίσει νὰ κυλοῦν στὸ χλωμομελάχροινο πρόσωπό του. Ἔφυγε. Ὕστερ᾿ ἀπὸ λίγους μῆνες, προτοῦ προφτάσουμε νὰ τὸν ξαναϊδοῦμε στὸ νησί του, μᾶς ἦρθε τὸ μήνυμα τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ του θανάτου...

(Μυρτιώτισσα, Νέα Ἑστία, Χριστούγεννα 1941)

Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

Δημήτριος Παλούκης, Ο Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΚΑΙ Η ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΜΑΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Στοὺς κακορίζικους καιρούς ποὺ ζοῦμε, ἐπέτειοι ὅπως ἡ φετινή, τῶν
100χρονων τῆς ἐκδημίας τοῦ Ἀ. Παπαδιαμάντη, μποροῦν νὰ καταστοῦν ἰδιαίτερα ὠφέλιμες, ἄν στρέψουν ἀγωνιῶντες, ἀποκαμωμένους καὶ πεφορτισμένους στὴν ἄμεση ἐπαφή μὲ τὸ ἔργο τοῦ μεγάλου συγγραφέα καὶ δὲν ἐξαντλήσουν τὴν κριτική σχολιαστῶν κλ.π. διανοητῶν στὰ γνωστά τετριμμένα, χιλιοειπωμένα κι ἐπιμέρους,Βἀλλά ὑποκύψουν στὴν ἀνάγκη προσέγγισής του ὡς ἀνθρώπου ποὺ ἐνδιαφερόταν ἐνεργά γιὰ ὅ,τι συνέβαινε στὴν ἐποχή γύρω του κι ἐπιχείρησε νὰ ἀσκήσει κάποια ἐπιρροή στὴν ἐξέλιξη τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας καὶ στὴν πορεία τῆς ἱστορίας μας. Ἄν ὁ Σολωμός ἀναστοχάστηκε μέσα στὸ ἔργο του τὸ ’21 καὶ θέλησε νὰ δείξει τὶ θεμέλια ἠθικῶν ποιοτήτων τοῦ ἐλεύθερου ἐθνικοῦ βίου μᾶς προσέφεραν ἕτοιμα
οἱ Ἀγωνιστές, ὁ Παπαδιαμάντης στὴν καμπή τοῦ 19ου πρὸς τὸν 20όν αἰ. κάνει μιὰ
στάση καὶ ἀποτιμᾶ τὴ συλλογικὴ πορεία· « Τὸ σημερινόν ἔθνος δὲν ἐπῆγε, δυστυχῶς,
τόσον ἐμπρός…Τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικόν… εἶναι ἀκόμη πολύ ὀπίσω…δὲν δύναται νὰ
τρέξῃ ἀρκετά ἐμπρός, χωρίς τὸ ὅλον νὰ διασπαραχθῇ ὡς διασπαράσσεται φεῦ!
ἤδη…Ἄγγλος ἤ Γερμανός ἤ Γάλλος δύναται νὰ εἶναι κοσμοπολίτης ἤ ἀναρχικός ἤ
ἄθεος ἤ ὅ,τι δήποτε. Ἔκαμε τὸ πατριωτικόν χρέος του, ἔκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα
εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐπαγγέλλεται χάριν πολυτελείας τὴν ἀπιστίαν καὶ τὴν ἀπαισιοδοξίαν. Ἀλλά Γραικύλος τῆς σήμερον, ὅστις θέλει νὰ κάμῃ δημοσίᾳ τὸν ἄθεον ἤ τὸν κοσμοπολίτην, ὁμοιάζει μὲ νάνον ἀνορθούμενον ἐπ’ ἄκρων ὀνύχων καὶ τανυόμενον νὰ φθάσῃ εἰς ὕψος καὶ φανῇ καὶ αὐτός γίγας». Ξεκαθαρίζει ἔτσι τὴ θέα του, τὴν ὀπτική του γωνία. Οἱ εἰκόνες ποὺ διαμορφώνουν ὡς ταυτότητες οἱ διάφορες ὁμάδες, ὑπακούοντας στὴν ἀνάγκη ἀναγνώρισης τοῦ ἑαυτοῦ, ἀτομικά καὶ συλλογικά,
συνιστοῦν ἱστορικές καὶ πολιτιστικές κατασκευές ποὺ προκύπτουν ἀπό τὸν συμφυρμό πραγματικῶν δεδομένων μὲ ἰδεολογικές διατυπώσεις. Ἡ συμβολή τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων σὲ τοῦτο δὲν εἶναι ἁπλά δεδομένη, ἀλλά ἐξόχως σημαντική. Ἀξίζει πραγματικά νὰ ἀντιπαραβληθοῦν: ἐκείνη τοῦ Παπαδιαμάντη· «Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἐν ὅσῳ ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρωνῶ, δὲν θὰ παύσω πάντοτε…νὰ ὑμνῶ
μετά λατρείας τὸν Χριστόν μου, νὰ περιγράφω μετ’ ἔρωτος τὴν φύσιν, καὶ νὰ ζωγραφῶ μετά στοργῆς τὰ γνήσια Ἑλληνικά ἔθη»( 1893), μὲ μιὰ λιγώτερο πιεστικά δοθεῖσα, τοῦ πολιτογραφημένου Ἄγγλου, σημαντικοῦ ποιητοῦ καὶ δοκιμιογράφου T. S. Eliot · « Ἡ ὀπτική γωνία μὲ τὴν ὁποία βλέπω ἐν γένει τὰ πράγματα εἶναι: εἶμαι κλασικιστής στὴ λογοτεχνία, μοναρχικός στὶς πολιτικές πεποιθήσεις καὶ
ἀγγλοκαθολικός στὴ θρησκεία». Γιὰ τὸν Ἄγγλο ποιητή, γράφηκε ὅτι εἶχε2 μεταμεληθῆ γιὰ τὴν ἔμφαση ποὺ δινόταν στὴν πιὸ πάνω διατύπωση, κρινόμενη καὶ ὡς πολύ σαφής δογματική μορφή, μὲ δέσμευση σὲ ἐξωτερικήν αὐθεντία. Γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη, τὰ τρία στοιχεῖα, ἀλληλένδετα κι ἀδιάσπαστα, τῆς
δικῆς του ταυτότητας εἶναι ὁ Χριστιανισμός του, ἡ ἑλληνική φύση καὶ ὁ αὐθεντικός ἑλληνικός χαρακτήρας. Δὲν μπορεῖ νὰ μὴν ἐπισημανθεῖ κι ὁ τρόπος τῆς προσωπικῆς ἰσόβιας σύνδεσής του μαζί τους: λατρεία, ἔρως, στοργή. Στὸν καιρό τῆς μεγάλης δοκιμασίας ποὺ περνᾶμε, μὲ τὰ στοιχεῖα τῆς συλλογικῆς μας ταυτότητας νὰ ἀφήνονται χωρίς πόνο καὶ τύψη νὰ ξεθωριάζουν, ἤ ἀκόμη χειρότερα, νὰ
εὐτελίζονται, τὸ ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη προσφέρεται καὶ γιὰ τὴν ἀναγνώριση τῆς δημιουργικότητας τοῦ λαοῦ, ὑπό προϋποθέσεις τὴ φρόνηση καὶ τὸ γοῦστο – καλαισθησία, ἀλλά καὶ γιὰ ἐπανασύνδεσή μας μὲ τὴν παράδοση ριζικῆς κριτικῆς, γεγονός ἱκανό νὰ μᾶς ἐπαναφέρει στὴν μεγάλη παράδοση τῆς εὐθύνης ὅλων μας κι ἰδιαίτερα τῶν στοχαστῶν, στὴ σχέση μας μὲ τὴν κοινότητα.

Οἱ ἀναφορές μας εἶναι, 1) στὸ διήγημα Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη «Λαμπριάτικος Ψάλτης», Ἅπαντα, Κριτική ἔκδ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, ἐκδ. Δόμος, τ. 2ος, σσ. 513 επ.
2) στό T. S. Eliot, Πρόλογος στὸ δοκ. « Γιὰ τὸν Lancelot Andrewes » (1928), σὲ Frank Kermode,
Εἰσαγωγή στὸ κριτικό ἔργο τοῦ T. S. Eliot.

Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

ΣΤΗΝ ΣΚΙΑΘΟ ΠΡΙΝ ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ...

Συμπληρώνονται 100 χρόνια από την κοίμηση του κυρ – Αλέξανδρου.
O γνωστός οικονόμος της Σκιάθου αείμνηστος π. Γεώργιος Ρήγας σε επιστολή του προς τον εκδότη Ηλ. Δικαίο έγραψε για τα χριστιανικά τέλη του κυρ-Αλεξάνδρου. Ζήτησε να προσέλθει ο ιερεὺς της Σκιάθου παπα-Ανδρέας Μπούρας και οι αδελφές του ζήτησαν να πάει μαζί στο σπίτι κι ο γιατρός. Διηγείται λοιπόν ο π. Γεώργιος Ρήγας:
«Ὁ Παπαδιαμάντης πρὸ πάντων ἦτο Χριστιανὸς καὶ χριστιανὸς εὐσεβής. Μόλις λοιπὸν εἶδε τὸν ἰατρὸν εἶπεν εἰς αὐτόν: «Τί θέλεις σὺ ἐδῶ;» «Ἦρθα νὰ σὲ δῶ» τοῦ λέγει ὁ ἰατρός. «Νὰ ἡσυχάσης» τοῦ λέγει ὁ ἀσθενής, «ἐγὼ θὰ κάμω πρῶτα τὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ ὕστερα νὰ ῾ρθῆς ἐσύ»... Μόνος του, ὀλίγας ὥρας πρὶν ἀποθάνη, ἔστειλε νὰ κληθῆ ὁ ἱερεὺς διὰ νὰ κοινωνήση. «Ξεύρεις! Μήπως ἀργότερα δὲν καταπίνω!» ἔλεγεν. Ἦτο ἡ παραμονὴ τοῦ θανάτου του καὶ τότε τοῦ ἀπονεμήθηκε τὸ παράσημο τοῦ Σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος. Τὴν ἑσπέραν τῆς 2ας Ἰανουαρίου 1911, παραμονὴν τοῦ θανάτου του, «ἀνάψτε ἕνα κηρί», εἶπε «φέρτε μου κι ἕνα ἐκκλησιαστικὸν βιβλίον». Τὸ κηρίο ἠνάφθη, ἐπρόκειτο δὲ νὰ ἔλθῃ καὶ τὸ βιβλίον, ἀλλὰ πάλιν ἀποκαμῶν ὁ Παπαδιαμάντης εἶπεν: «Ἀφῆστε τὸ βιβλίο. Ἀπόψε θὰ εἰπῶ ὅσα ἐνθυμοῦμαι ἀπ᾿ ἔξω». Καὶ ἤρχισε ψάλλων τρεμουλιαστὰ «τὴν χεῖρα σου τὴν ἀψαμένην...» (πρόκειται για το δοξαστικό της Θ' ώρας των Μ. Ωρών της εορτής των Θεοφανείων σε ήχο πλ.α').
Αὐτὸ ἦταν καὶ τὸ τελευταῖο ψάλσιμο τοῦ Παπαδιαμάντη, ὁ ὁποῖος τὴν ἰδίαν νύκτα, κατὰ τὴν 2αν μεταμεσονύκτιον, ὅταν ἐξημέρωνεν ἡ 3η Ἰανουαρίου, παρέδωκεν τὴν ψυχήν του εἰς χεῖρας τοῦ Πλάστου. Ἡ Σκιάθος ὅλη ἔκλαυσε καὶ κλαίει διὰ τὴν ἀπώλειαν τοῦ Παπαδιαμάντη...».
Νομίζω ότι πρέπει εδώ να παραθέσουμε τη γνώμη του Ζήσιμου Λορεντζάτου.
Ἢ θὰ πάρομε στὰ σοβαρὰ τὸν κόσμο ποὺ μᾶς παρουσίασε, ὁλόκληρο ὅμως τὸν κόσμο τῆς ὀρθόδοξης ἑλληνικῆς χριστιανοσύνης ὣς τὶς ἀκρότατες συνέπειές του, καὶ τότε θὰ προσπαθήσομε νὰ καταλάβομε τὸν Παπαδιαμάντη ὄχι μόνο σὰ λογοτέχνη, ἀλλὰ σὰν πνευματικό μας κεφάλαιο− αὐτὸ δὲν ἰσχυριζόμαστε πὼς εἶναι;− ἢ ἀλλιῶς θὰ γυρίσομε πίσω στὶς αἰσθητικὲς ἐπιφάνειες, στὴ «λογοτεχνία» ἢ στὴν ψυχολογία τῶν διηγημάτων καὶ θὰ θερίσομε ὅ,τι σπείραμε: τὴν ἄσκοπη (l’ art pour l’ art) νεροτριβὴ τῆς εὐαισθησίας μας. Ὅσοι θέλουν εἶναι ἐλεύθεροι νὰ τὸ κάνουν αὐτό. Μόνο ποὺ χάνουν τὸ δικαίωμα νὰ πάρουν τὸν Παπαδιαμάντη στὰ σοβαρά, ἢ ἂν τὸν πάρουν στὰ σοβαρά, τότε χάνουν τὸ δικαίωμα νὰ παραμερίσουν ἀφρόντιστα ὅσα λάτρευε ἐκεῖνος καὶ τὰ εἶχε κάνει ζωή του, ἢ νὰ τὰ θεωροῦν μόνο «ποίηση» καὶ «γραφικότητα», καὶ νὰ συνεχίζουν ἀτιμώρητα τὰ ἀτομικὰ πάρε δῶσε− ὅσοι ἄνθρωποι τόσες καὶ ἐντυπώσεις (impressionisme)− μὲ τὶς αἰσθητικὲς ἐπιφάνειες. Διέξοδος δὲν ὑπάρχει. 

«Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης
– πενήντα χρόνια ἀπὸ τὸ θάνατό του».
Ἀπὸ τὴ συλλογὴ «Μελέτες», τόμος Α΄, ἐκδ. Δόμος.
Ἀρχικὴ δημοσίευση: περιοδικὸ Ταχυδρόμος, 1961 
 
ΠΗΓΗ: http://panagiotisandriopoulos.blogspot.com/2011/01/blog-post_8812.html

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

Ἀσημάκης Γιαλαμᾶς (1913-2005) - Εἰς μνήμην Παπαδιαμάντη

Ὁ μεγάλος Σκιαθίτης, ὁ ἅγιος τῶν Ἑλληνικῶν Γραμμάτων, ὅπως ἔχει ἀποκληθεῖ, ἔγραφε τὰ διηγήματά του στὶς ἐφημερίδες, ποὺ ἐργαζόταν. Διηγήματα - συναξάρια τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων τοῦ νησιοῦ του, φτωχῶν βιοπαλαιστῶν τῶν περισσοτέρων τῆς ζωῆς, ὅπως τὴ θυμόταν ἀπὸ τὰ παιδικὰ καὶ ἐφηβικά του χρόνια.
Τὶς ἀναμνήσεις του ἔγραφε ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος. Μιὰ ἀνάμνησή μου θὰ διηγηθῶ κι ἐγὼ σχετικὴ μὲ αὐτόν. Δὲν τὸν γνώρισα. Εἶχε πεθάνει ἀρκετὰ χρόνια, πρὶν ἐγὼ ἐπιδοθῶ στὴ δημοσιογραφία. Γνώρισα ὅμως ἕναν, ποὺ τὸν εἶχε γνωρίσει. Ἕνα παλιὸ δημοσιογράφο. Τώρα δὲ ζεῖ οὔτ᾿ αὐτός. Τότε, ποὺ τὸν γνώρισα, ἦταν κιόλας γέρος.
- Ναί, τὸν θυμᾶμαι, τὸν Παπαδιαμάντη, μοῦ εἶπε μία μέρα. Τὸν θυμᾶμαι πολὺ καλά. Ἕνα διάστημα ἐργαζόμουν στὴν ἐφημερίδα ποὺ ἐργαζόταν κι αὐτός. Ἐκεῖ ἔγραφε τότε καὶ τὰ διηγήματά του, τὶς ἑορτές.
Ἐγὼ ἤμουν νεαρὸς συντάκτης κι ἔγραφα οἰκονομικὲς εἰδήσεις. Ἀγαποῦσα πολὺ τὴ λογοτεχνία καὶ τὸν Παπαδιαμάντη τὸν ἔβλεπα μὲ σεβασμό. Λογάριαζα μάλιστα, νὰ τοῦ δώσω, νὰ διαβάσει μερικὰ διηγήματα, ποὺ εἶχα γράψει, γιὰ νὰ μοῦ πεῖ τὴ γνώμη του.
Δίσταζα ὅμως, νὰ τὸν ἐνοχλήσω, γιατὶ τὸν ἔβλεπα, νὰ εἶναι καταβεβλημένος. Δὲν ἦταν καὶ τόσο καλὰ στὴν ὑγεία του, ἐκείνη τὴν ἐποχή. Περίμενα, νὰ τὸν δῶ, νά ῾ναι καλύτερα, γιὰ νὰ τοῦ δώσω τὴ λογοτεχνική μου ἐργασία.
Τελικά, ὅμως αὐτὸ δὲν ἔγινε ποτέ, γιατὶ συνέβη κάτι, ποὺ μὲ ἔφερε στὴ θέση ἐνόχου ἀπέναντί του. Δὲν ἔφταιγα ἐγώ. Οἱ περιστάσεις δημιούργησαν αὐτὴν τὴν κατάσταση, ποὺ μ᾿ ἔθλιψε κι ἐμένα.
Νά, τί ἀκριβῶς συνέβη.
Ἔρχονταν Χριστούγεννα καὶ τὴν παραμονὴ ἑτοιμαζόταν τὸ χριστουγεννιάτικο φύλλο τῆς ἐφημερίδας. Ὁ ἀρχισυντάκτης ἦταν στὸ τυπογραφεῖο καὶ «ἔκλεινε τὶς σελίδες», ὅπως λέγαμε τότε στὴ δημοσιογραφικὴ γλῶσσα. (Παρένθεση. Τώρα ὁ τρόπος τῆς ἔκδοσης τῶν ἐντύπων ἔχει ἀλλάξει ἄρδην. Ἡ τεχνολογία ἔχει κάνει καὶ σ᾿ αὐτὸν τὸν τομέα τεράστιες προόδους. Τότε οἱ ἀράδες τῶν κειμένων χύνονταν σὲ σελίδες πάνω σ᾿ ἕνα μεγάλο μάρμαρο. Κλείνω τὴν παρένθεση καὶ συνεχίζω τὴ διήγηση τοῦ παλιοῦ γνωστοῦ μου δημοσιογράφου).
- Ὅλο τὸ χριστουγεννιάτικο φύλλο ἦταν ἕτοιμο, σελιδοποιημένο. Δηλαδή, ὅλες οἱ σελίδες του ἦσαν ὁλοκληρωμένες ἐπάνω στὸ μάρμαρο, ἕτοιμες νὰ σταλοῦν στὸ πιεστήριο, ὅταν κατέφθασα ἐγὼ μὲ μιὰ οἰκονομικὴ εἴδηση σημαντική. Τώρα δὲν τὴ θυμᾶμαι ἀκριβῶς. Ἦταν κάτι σχετικὸ μὲ μετοχὲς καὶ μὲ τιμὲς συναλλαγμάτων. Εἶχα γράψει ἐκτενῶς τὸ θέμα σὲ μερικὰ χειρόγραφα. Μόλις τὰ εἶδε ὁ ἀρχισυντάκτης, μοῦ εἶπε:
- Ποῦ νὰ τὰ βάλω τώρα ὅλ᾿ αὐτά;
Τί νὰ τοῦ ῾λεγα; Δέ μοῦ ῾πεφτε λόγος.
- Ἐγὼ ἔχω καθῆκον νὰ φέρω τὴν εἴδηση, τοῦ εἶπα.
- Ναί, ἀλλὰ τὴν ἔφερες ἀργά, μοῦ ἀπάντησε ὁ ἀρχισυντάκτης.
- Ἄργησε ἡ ἀνακοίνωση τοῦ χρηματιστηρίου καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δικαιολογήθηκα ἐγώ.
Καὶ εἶχε πράγματι ἐκδοθεῖ ἀργά. Ὁ ἀρχισυντάκτης ξανακοίταξε τὰ χειρόγραφά μου, κοίταξε καὶ τὶς σελίδες ἐπάνω στὸ μαρμάρινο τραπέζι τοῦ τυπογραφείου καὶ μοῦ εἶπε:
- Δὲ βλέπεις; Ὅλη ἡ ὕλη εἶναι ἕτοιμη. Τί νὰ πετάξω γιὰ νὰ βάλω τὴ δική σου εἴδηση.
- Δὲν ξέρω, ἀπάντησα.
Καὶ γιὰ νὰ μὴ νομίσει, ὅτι ἤθελα νὰ τὸν πιέσω μὲ τὴν παρουσία μου, νὰ βάλει τὴ δική μου εἴδηση, πετώντας κάτι ἄλλο, χαιρέτησα κι ἔφυγα.
Πέρασε ἡ ἀργία τῶν Χριστουγέννων καὶ ξαναπῆγα στὴ δουλειά μου. Μόλις μπῆκα στὰ γραφεῖα στὰ γραφεῖα τῆς ἐφημερίδας, μοῦ εἶπε ὁ κλητῆρας:
- Σᾶς θέλει ὁ κύριος διευθυντής. Σᾶς ζήτησε τρεῖς φορὲς ἀπὸ τὸ πρωί.
Ἀνησύχησα. Τί νὰ μὲ ἤθελε; Πῆγα κατ᾿ εὐθεῖαν στὸ γραφεῖο τοῦ διευθυντοῦ. Ἐκεῖνος, μόλις μπῆκα, μὲ ρώτησε ἀπότομα, κοιτώντας με αὐστηρά:
- Γιατί δὲν ἔφερες τὴν οἰκονομικὴ εἴδηση;
- Τὴν ἔφερα, ἀπάντησα ἐγὼ ἀμέσως.
- Τὴν ἔφερες; Ἔκανε ὁ διευθυντὴς συνοφρυωμένος.
- Μάλιστα, τὴν ἔφερα.
- Καὶ γιατί δὲν μπῆκε;
Τί νὰ τοῦ ῾λεγα; Δὲν τὸν θεώρησα σωστό, νὰ τοῦ φανερώσω αὐτά, ποὺ εἶπε ὁ ἀρχισυντάκτης. Γι᾿ αὐτὸ σήκωσα τοὺς ὤμους καὶ τοῦ ἀπάντησα:
- Δὲν ξέρω.
- Σὲ ποιὸν τὴν ἔδωσες τὴν εἴδηση; ρώτησε ὁ διευθυντής.
- Στὸν κύριο ἀρχισυντάκτη, ἀπάντησα μὲ κάποιο δισταγμό.
Δὲν ἤθελα πάλι νὰ ἐκθέσω τὸν ἀρχισυντάκτη, ἀλλ᾿ αὐτὴ τὴ φορὰ δὲν μποροῦσα ξεφύγω. Ὁ διευθυντὴς χτύπησε τὸ κουδούνι, νά ῾ρθει ὁ κλητήρας. Ἄνοιξε τὴν πόρτα κι ἐμφανίστηκε ὁ κλητήρας.
- Ἦρθε ὁ ἀρχισυντάκτης; τὸν ρώτησε ὁ διευθυντής.
- Ὄχι ἀκόμα, κύριε διευθυντά.
- Ὅταν ἔρθει, πές του, ὅτι τὸν θέλω.
- Μάλιστα.
Ὁ κλητήρας ἔφυγε κλείνοντας τὴν πόρτα καὶ ὁ διευθυντὴς στράφηκε σὲ μένα.
- Μὴ φύγεις, μοῦ εἶπε. Κάθισε, ὥσπου νά ῾ρθει ὁ ἀρχισυντάκτης.
Καὶ μοῦ ῾δειξε ἕνα κάθισμα.
Δὲν εἶχα προφθάσει νὰ καθίσω, καλὰ - καλά, καὶ ἄνοιξε ἡ πόρτα τοῦ γραφείου. Μπῆκε ὁ ἀρχισυντάκτης καὶ χαιρέτησε:
- Καλημέρα.
- Καλημέρα, τοῦ ἀπάντησε βιαστικὰ ὁ διευθυντὴς καὶ μπῆκε ἀμέσως στὸ θέμα.
- Δὲ μοῦ λές, σὲ παρακαλῶ, εἶπε στὸν ἀρχισυντάκτη. Γιατί δὲν μπῆκε ἡ οἰκονομικὴ εἴδηση, ποὺ ἔφερε ὁ συντάκτης;
Κι ἔδειξε ἐμένα, ποὺ στὸ μεταξὺ εἶχα σηκωθεῖ ὄρθιος.
- Τὴν ἔφερε ἀργά, κύριε διευθυντά, δικαιολογήθηκε ὁ ἀρχισυντάκτης.
Ὁ διευθυντὴς κοίταξε ἐμένα.
- Ἄργησε νὰ βγεῖ ἡ ἀνακοίνωση τοῦ χρηματιστηρίου, δικαιολογήθηκα κι ἐγὼ μὲ τὴ σειρά μου.
Ὁ διευθυντὴς ξαναστράφηκε στὸν ἀρχισυντάκτη.
- Δηλαδή, τὸν ρώτησε, εἶχαν πάει οἱ σελίδες στὸ πιεστήριο;
- Ὄχι, ἀλλ᾿ ὅλη ἡ ὕλη ἦταν ἕτοιμη, ἐξήγησε ὁ ἀρχισυντάκτης.
- Τότε κακῶς δὲν μπῆκε ἡ εἴδηση, ξέσπασε ὁ διευθυντής.
- Μὰ ἔπρεπε νὰ πετάξω κάποιο ἄλλο κομμάτι, ποὺ εἶχε ἤδη στοιχειοθετηθεῖ, εἶπε ὁ ἀρχισυντάκτης.
- Ἂς πετοῦσες, φώναξε ὁ διευθυντής.
- Ποιὸ νὰ πετοῦσα;
- Ποιὸ νὰ πετοῦσες;
Ὁ διευθυντὴς ἔπιασε τὸ χριστουγεννιάτικο φύλλο τῆς ἐφημερίδας, ποὺ εἶχε μπροστά του, κι ἔδειξε τὸ διήγημα τοῦ Παπαδιαμάντη.
- Νά, αὐτὸ νὰ πετοῦσες, εἶπε, χτυπώντας τὸ χέρι του πάνω στὸ διήγημα.
Ὁ ἀρχισυντάκτης τὸν κοίταξε μὲ ἔκπληξη, ἀλλὰ καὶ μὲ λύπη, γιὰ τὴ βεβήλωση ποὺ γινόταν στὸ κείμενο τοῦ θαυμάσιου ἐκείνου λογίου καὶ ἀγαθότατου ἀνθρώπου.
- Τὸ διήγημα τοῦ κυρίου Παπαδιαμάντη; Ρώτησε μὲ τόνο φωνῆς, ποὺ ἐκδήλωνε τὰ αἰσθήματά του ἐκείνης τῆς στιγμῆς.
- Μάλιστα, τὸ διήγημα τοῦ Παπαδιαμάντη, ἐπανέλαβε ἀμείλικτος ὁ διευθυντής.
Ὁ ἀρχισυντάκτης κατέβασε τὸ κεφάλι.
- Θὰ ἦταν κρῖμα, εἶπε.
- Γιατί κρῖμα; Ρώτησε νευριασμένος ὁ διευθυντής.
- Γιατί ἔχει γίνει παράδοση πιά, νὰ δημοσιεύεται κάθε Χριστούγεννα ἕνα διήγημα τοῦ Παπαδιαμάντη.
- Ἔ, καλά! Ἂς μὴ δημοσιευότανε καὶ μία χρονιά, δὲ χαλάει ὁ κόσμος.
- Μὰ κουράστηκε ὁ ἄνθρωπος, νὰ τὸ γράψει.
- Θὰ τοῦ τὸ πληρώναμε.
- Χωρὶς νὰ δημοσιευτεῖ; Δὲ θὰ δεχότανε ποτέ. Δὲν τὸν ξέρετε τὸν κύριο Παπαδιαμάντη;
- Ὄχ, ἀδελφέ! Πολὺ τὸ ρίξαμε στὶς αἰσθηματικότητες. Ἐγὼ σοῦ λέω, ὅτι ἦταν μεγάλη παράλειψη, ποὺ δὲ δημοσιεύτηκε ἡ οἰκονομικὴ εἴδηση. Ἦταν σπουδαία εἴδηση κι ἐνδιαφέρει πολὺν κόσμο. Τὸ διήγημα ποιὸν ἐνδιαφέρει;
- Διαβάζεται καὶ τὸ διήγημα, παρατήρησε κάπως δειλὰ ὁ ἀρχισυντάκτης.
- Μπορεῖ νὰ διαβάζεται, ἀλλὰ δὲν ἐνδιαφέρει ἄμεσα κανέναν βροντοφώναξε ὁ διευθυντής. Ἐγὼ βγάζουμε ἐφημερίδα, δὲν κάνουμε φιλολογία. Ἂς τὸ καταλάβουμε...
Αὐτὰ εἶπε κι ἔσκυψε τὸ κεφάλι του σὲ κάτι χειρόγραφα, ποὺ εἶχε μπροστά του, σημεῖο ὅτι δὲν ἤθελε πιὰ καμιὰ κουβέντα. Ὁ ἀρχισυντάκτης κι ἐγὼ χαιρετίσαμε καὶ βγήκαμε ἀπὸ τὸ γραφεῖο...
Ἀγαποῦσε καὶ ὁ ἀρχισυντάκτης τὴ λογοτεχνία κι ἐκτιμοῦσε τὸν Παπαδιαμάντη. Κι ὅταν βγήκαμε ἀπὸ τὸ γραφεῖο τοῦ διευθυντοῦ, στράφηκε καὶ μὲ κοίταξε. Στὸ βλέμμα του ὑπῆρχε θλίψη καὶ ἀπογοήτευση.
- Τί λὲς ἐσὺ γι᾿ αὐτά; μὲ ρώτησε.
- Τί νὰ πῶ; ἀπάντησα.
Ἡ θέση μου ἦταν λεπτή, ἤμουν καὶ νέος καὶ δίστασα νὰ πῶ ἐλεύθερα τὴ γνώμη μου.
- Νὰ πετοῦσα τὸ διήγημα, εἶπε ὁ ἀρχισυντάκτης καὶ κούνησε θλιβερὰ τὸ κεφάλι του.
Τότε κι ἐγὼ ξεσπάθωσα.
- Κι ἐγὼ στὴ θέση σας τὸ ἴδιο θά ῾κανα, εἶπα ζωηρά. Δὲ θὰ πετοῦσα ποτὲ τὸ διήγημα.
Ὁ ἀρχισυντάκτης μὲ ξανακοίταξε κι ἕνα πικρὸ χαμόγελο ἀχνοφάνηκε στὰ χείλη του.
- Ἄκουσες ὅμως τὸν διευθυντή; μοῦ εἶπε. Τὸ διήγημα δὲν ἐνδιαφέρει κανέναν. Ἐκεῖνο ποὺ ἐνδιαφέρει, εἶναι ἡ οἰκονομικὴ εἴδηση. Τὸ χρῆμα.
Κούνησα καταφατικὰ τὸ κεφάλι μου.
- Καὶ τὸ πνεῦμα; ἔκανε ὁ ἀρχισυντάκτης μὲ φανερὸ πόνο καὶ ἀγανάκτηση. Δὲν ἐνδιαφέρει κανέναν τὸ πνεῦμα;
Δὲν ἀπάντησα. Κοιτοῦσα σιωπηλὸς τὸν ἀρχισυντάκτη, ποὺ φαινόταν ταραγμένος.
- Ἄκουσε, νεαρέ, μοῦ εἶπε καὶ ἡ ἔξαψή του ὅλο καὶ μεγάλωνε. Ὕστερα ἀπὸ χρόνια, οὔτε σὺ δὲ θὰ θυμᾶσαι τὴ σπουδαία εἴδηση, ποὺ ἔφερες. Κανεὶς δὲ θὰ τὴ θυμᾶται. Τὸ διήγημα ὅμως τοῦ Παπαδιαμάντη θὰ μείνει. Σημείωσε αὐτό, ποὺ σοῦ λέω. Ποτὲ δὲ θὰ ξεχαστεῖ αὐτὸ τὸ διήγημα. Ποτέ, ὅσο ὑπάρχει ἡ φυλή μας καὶ ἡ γλῶσσα μας, γιὰ νὰ μὴν πῶ, ὅσο θὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι.
Εἶχε φουντώσει καὶ τὰ μάτια του ἔλαμπαν.
- Ναί, εἶπα κι ἐγὼ σιγανὰ καὶ διακριτικά. Εἶναι ὡραῖο διήγημα.
- Τὸ διάβασες; μὲ ρώτησε ὁ ἀρχισυντάκτης.
- Μάλιστα, τὸ διάβασα. Εἶναι πραγματικὰ ἔξοχο.
- Ἀριστούργημα! εἶπε ὁ ἀρχισυντάκτης μὲ βαθιὰ φωνὴ μισοκλείνοντας τὰ μάτια.
Ἔπειτα, ἔδειξε πρὸς τὸ γραφεῖο τοῦ διευθυντοῦ καὶ πρόσθεσε:
- Κι αὐτὸς ἐκεῖ μοῦ λέει, ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸ πετάξω! Νὰ χαθεῖ ἕνα τέτοιο διήγημα! Γιατὶ θὰ χανόταν. Ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος δὲν κρατάει ἀντίγραφο. Κι οὔτε θὰ καθόταν, νὰ τὸ ξαναγράψει.
- Ναί, θὰ ἦταν κρῖμα, νὰ χαθεῖ, συμφώνησα κι ἐγώ.
Ἐκεῖ σταμάτησε ἡ κουβέντα μας. Ὁ ἀρχισυντάκτης προχώρησε πρὸς τὸ γραφεῖο τῆς σύνταξης.
Δὲν ξέρω, ἂν ἔφθασε τίποτε ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ στ᾿ αὐτιὰ τοῦ Παπαδιαμάντη. Πάντως ἐγὼ ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα αἰσθανόμουν σὰν ἔνοχος ἀπέναντί του καὶ ποτὲ δὲν τόλμησα νὰ τοῦ δώσω τὰ διηγήματά μου γιὰ νὰ μοῦ πεῖ τὴ γνώμη του.
Ὅσο γιὰ τὰ λόγια, ποὺ μοῦ εἶπε τότε ὁ ἀρχισυντάκτης, ἀποδείχτηκαν προφητικά. Σήμερα ὕστερα ἀπὸ τόσα χρόνια, οὔτε κι ἐγὼ θυμᾶμαι τὴν οἰκονομικὴ εἴδηση, ἐνῷ τὸ διήγημα τοῦ Παπαδιαμάντη εἶναι πασίγνωστο. Ἔχει μπεῖ στὰ σχολικὰ ἀναγνώσματα.
Κάποτε ἂν σοῦ δοθεῖ ἡ εὐκαιρία, γράψε αὐτὸ τὸ περιστατικό, ποὺ σοῦ διηγήθηκα, μοῦ εἶπε τελειώνοντας ὁ παλιὸς δημοσιογράφος, καὶ ἀφιέρωσέ το στὴ μνήμη τοῦ Παπαδιαμάντη.
Αὐτὸ ἔκανα...

Ἄρθρο στὴν ἐφημερίδα Ριζοσπάστης, Κυριακὴ 9 Δεκέμβρη 2001
http://www.rizospastis.gr/page.do?publDate=9/12/2001&id=2242&pageNo=8&direction=1

Τρίτη 29 Μαρτίου 2011

Κωστῆς Παλαμᾶς - Ὁ Παπαδιαμάντης

Ὁ Ἀλέξαντρος Παπαδιαμάντης, ποιητὴς μὲ τὸν πεζὸ τὸ λόγο, καὶ κάποτε, μὰ πολὺ σπάνια, μὲ τὸ στίχο, ἕνας ἀπὸ τοὺς ξεχωριστοὺς ἁρμονικοὺς ἀντιπροσώπους τῆς νέας καὶ ἄμουσης ἀκόμα σὲ πολλὰ ἑλληνικῆς ψυχῆς. Μέσα στὸ ἔργο του, τὸ ἁπλὸ καὶ τὸ ἀστόχαστο, ποὺ συνεχίζει καὶ τελειώνει τὴ βυζαντινὴ παράδοση σὲ κάποια της σημαντικὰ στοιχεῖα, καὶ στὰ καλὰ καὶ στὰ πονηρά, ἀκόμα καὶ μὲ τὰ νεκρὰ τῆς γλώσσας καὶ τοῦ ὕφους, τὰ σπαρμένα μέσα ἐκεῖ καὶ κρατημένα μὲ κάποιο πεῖσμα καὶ μὲ κάποια ἀντίσταση καὶ μὲ ὅλη τὴν ἐπιμονὴ τοῦ ἀνθρώπου τοῦ ἀναθρεμμένου καλογερικά, μὲ τὴ μνήμη του καὶ μὲ τὴν καρδιὰ του γιομάτη ἀπὸ βιβλικὰ ρητὰ καὶ λειτουργικὰ τροπάρια. Ἐξακολουθεῖ καὶ συμπληρώνει τὴ βυζαντινὴ παράδοση μὲ κάτι τί μονότροπο καὶ σχεδὸν ἀκίνητο, μὲ κάποια χάρη καὶ συγκρατημὸ καὶ ἀφέλεια καὶ σοβαρότητα ποὺ δὲν τῆς λείπει τὸ χαμόγελο, καὶ μὲ θρησκευτικότητα ποὺ δὲν τῆς ἀπολείπει ὁλότελα καὶ ἡ ἔγνοια τοῦ κοσμικοῦ· μὲ τρόπους καὶ μὲ θέματα, μὲ σκήματα καὶ μὲ μικρογραφήματα, μὲ ἱστορίες καὶ μὲ ζωγραφιὲς ποὺ θυμίζουν κάποιες «μινιατοῦρες» τῶν πατέρων μας μέσα στὰ Βαγγέλια καὶ στὰ προσευκητάρια, ὅ,τι πιὸ δέξιο καὶ ὅ,τι πιὸ λεπτότερο ἔχει νὰ δείξη ἡ βυζαντινὴ τέχνη κάθε φορὰ ποὺ μὲ λιγοστὰ μέσα κατορθώνει πολλὰ καὶ συγκινεῖ δυνατά· πιὸ κοντά, στ᾿ ἀποτελέσματα τοῦτα, μὲ τὴν κλασικὴ τέχνη, μὲ τὴν ἀρχαία τὴν ὀμορφιά.
Τὸ ἔργο τοῦτο εἶναι μαζὶ δροσολογημένο ἀπὸ τὸ γλυκοχάραμα τῶν νέων καιρῶν. Ὁ καλόγερος ποιητής, σκεδιάζοντας συχνὰ πυκνὰ «τὰ γερὰ ἑλληνικά» τοῦ σκολειοῦ του γιὰ νὰ διαβαστῆ ἀπό τους, σὰν ἐκεῖνον, γραμματισμένους, καθὼς φαντάζεται, καὶ διαβασμένους ἀναγνῶστες του, ὁ ποιητὴς αὐτὸς εἶναι διπρόσωπος.
Μὲ τὴν ψυχή του τὴν ἄλλη, ποὺ δὲν εἶναι ξεραμένη ἀπὸ τοῦ σκολειοῦ τὴν παράδοση, βλέπει, κουβεντιάζει, ἀνασταίνει, χρωματίζει, κάνει μουσικὴ τὴ σκέψη του, ἀνοίγει τὰ παράθυρα τοῦ σπιτιοῦ του γιὰ νἄμπη καθαρὸ μέσα του τὸ ἑλληνικὸ τὸ φῶς, ὁ ἑλληνικὸς ὁ ἀέρας, ἀνοίγει διάπλατες τὶς πόρτες του, γιὰ νὰ μπῆ μέσα στὸ σπίτι του καὶ νὰ καθήσῃ καὶ νὰ μιλήσῃ καὶ νὰ κλάψῃ καὶ νὰ χορέψῃ καὶ νὰ ζωγραφιστῇ καὶ νὰ ζήσῃ διαλεμένη, ξεκαθαρισμένη, μὰ πάντα, χωρὶς πόζα, χωρὶς ρητορική, χωρὶς καμιὰν ἔγνοια νὰ φαντάξῃ καὶ νὰ δειχτῇ, καὶ γιὰ τοῦτο σημαντικώτερη καὶ ἀληθινώτερη, ἁπαλὴ κι εὐγενικὴ πάντα κι ἐκεῖ ποὺ σὰν πρόστυχη φέρνεται κι ἐκεῖ ποὺ σὰν ἀκάθαρτη ξεμυτίζει, ἡ Ρωμιοσύνη κάποιων τόπων μας, μέσα στὰ νησιά μας, στὶς ἥμερες ἀκρογιαλιές μας, στὰ ζωγραφισμένα μας βουνά, στὰ ζαφειρένια μας κύματα, στὰ πρασινισμένα μας τὰ καλύβια, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἄντρες καὶ γυναῖκες, ἄνθρωποι φτωχοὶ καὶ λαϊκοὶ καὶ ἀκέριοι καὶ ἁγνοὶ καὶ παραστατικοὶ μέσα στὰ πάθη τους, στὶς ἀγάπες τους, στὰ γλέντια τους καὶ στὰ μεθύσια τους, στὸ σάλεμα καὶ στὴν ἀκινησία τους, στὴν ταπεινότητα καὶ στὴ μικρότητά τους.
Ὁ Παπαδιαμάντης ὁ μεγάλος ζωγράφος τῶν ταπεινῶν. Ὁ ἱστοριστὴς τῶν Θαλασσινῶν Εἰδυλλίων, ὁ ἀπέριττος καὶ ἀσκημάτιστος κι ἑλκυστικὸς κι εὐκολοδιάβαστος καὶ ξεχωριστὸς ἀκόμα κι ἀπὸ τὴν ἀδιαφορία του πρὸς τὸ τεχνικὸ τὸ ξετύλιμα τῶν ἱστοριῶν του, πρὸς ὅ,τι ὀνομάζεται συμμετρία καὶ σύνθεση. Ἁπαλὸς καὶ ἀφρόντιστος αὐτοσπουδαστής, ποὺ τραγουδᾶ πιὸ πολὺ καὶ ποὺ δημοσιογραφεῖ, παρὰ ποὺ χτίζει καὶ ποὺ καλλιτεχνεῖ τὶς ἱστορίες του· κάτι τί ἀντίθετο πρὸς τὸν ἄλλον του τὸν ὁμότεχνο καὶ τὸν ἀντίμαχο, πρὸς τὸν Καρκαβίτσα, τὸν τραχύ, τὸ φροντισμένο, τὸ δουλευτή, τὸν ἠρωικὸ δημοτικιστή, πού μας ἐπιβάλλεται μὲ τὰ στοιχεῖα τῆς δύναμης, ἐκεῖ ποὺ ὁ Παπαδιαμάντης μας κυριεύει μὲ τὰ στοιχεῖα τῆς χάρης. Μὰ μήπως ἡ δύναμη δὲν εἶναι χάρη; Καὶ μήπως ἡ χάρη δὲν κρύβει κάποια δική της δύναμη;
Τὸ ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη, τὸ μαζὶ ἐκκλησιαστικὸ καὶ κοσμικό, βυζαντινὸ καὶ ἀνθρώπινο, κάτι τί διδαχτικὸ καὶ κυματιστό, γελαστὸ καὶ μελαγχολικό, τὸ λυρικὸ καὶ τὸ δραματικό, τὸ δίγλωσσο καὶ δίψυχο, δείχνει, καὶ μὲ τὰ στοιχεῖα του αὐτά, ζωηρότερο, ἀπὸ ἄλλα ἔργα, τὴν κατάσταση τῆς νέας ἑλληνικῆς ψυχῆς· εἶναι κείμενο καὶ μαρτυρικὸ γιὰ τὸν ἰστορικὸ καὶ τὸ μελετητὴ τῶν πραγμάτων μας καὶ τῶν καιρῶν μας ἀσύγκριτα σπουδαιότερο ἀπὸ τὶς βουλές καὶ ἀπὸ τοὺς νόμους μας. Ἀπὸ τὸν καιρό, ἐδῶ καὶ τριάντα χρόνια, ποὺ πρόβαλε μὲ τὸ Χρῆστο Μηλιόνη καὶ μὲ τὴ Γυφτοπούλα του, ἴσα μὲ τὰ τελευταῖα του ἔργα, ὁ ποιητὴς αὐτὸς ὁ περίφημος καὶ ὁ ἀτύπωτος, ὁ χριστιανὸς καὶ ὁ ἀλκοολικός, ὁ ψάλτης τοῦ ναοῦ καὶ ὁ πιστός τῆς ταβέρνας, ὁ λατρευόμενος ἀπὸ τοὺς νέους γύρω του καὶ ὁ ἀπλησίαστος, ὁ ντυμένος σὰ ζητιάνος, καὶ ὁ ἐμπνευσμένος σὰν ἀπὸ τὴ μοσκοβολιὰ δροσερώτατων μενεξέδων, ὁ ἀκάθαρτος Παπαδιαμάντης καὶ ὁ γλυκύτατος τραγουδιστὴς τοῦ Φτωχοῦ Ἅγιου καὶ τῆς Νοσταλγοῦ, εἶδος τί Βερλαίν, μὰ πιὸ πολὺ κανονικός, μὰ λευκὸς στὴ ζωή του ὅσο δὲν ἦταν ὁ μεγάλος Φράγκος ὁμόφυλός του· ἴσα μὲ τὰ τώρα, ὁ Παπαδιαμάντης ἔζησε περιφρονημένος καὶ δοξασμένος, μοναχικὸς καὶ καταφρονητικός, ὅσιος καὶ ἀλήτης. Μὰ πάντα ἔσταζε κάποιο μέλι ἀπὸ τὰ χείλη του, καὶ τὸ κοντύλι του, ἔτσι ἄκοπα, ἄνετα, ἀπρόσεχτα, μὲ δυὸ τρεῖς μολυβιές μας ἄφινε στὸ χαρτὶ ἀξέχαστα «σκίτσα», ποὺ τὸ στόμα τους ἤθελε φιλί, καὶ τὰ μάτια τους γύρευαν ἀγάπη καὶ μᾶς τραβοῦσε ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἀπάνου στὰ γραμμένα του καὶ μᾶς ἀντάμωνε ἀδερφώνοντάς μας μὲ τὴ συγκίνηση καὶ μὲ τὴ συμπάθεια. Τέτοιος εἶναι ὁ τεχνίτης.

(Ἐφημ. Ακρόπολις, 4 Ιανουαρίου, 1911)