Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΒΛΑΧΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΒΛΑΧΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

π. Ἱερόθεος Βλάχος - Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης ἐκφραστὴς τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως

Ἀπὸ μικρὸς μεγάλωσα σὲ ἕνα σπίτι, ὅπου ὁ πατέρας μου διάβαζε φιλοκαλικὰ βιβλία. Στὸ ράφι τοῦ μεγάλου δωματίου κοντὰ στὸ εἰκονοστάσι εἶχε τὴν Κλίμακα τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, ποὺ τὴν διάβαζε καθημερινά, καὶ τὰ Κυριακοδρόμια τοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη, ποὺ διάβαζε κάθε Κυριακή. Ταυτόχρονα μᾶς μετέφερε ἱστορίες ἀπὸ τὸ Γεροντικὸ καὶ ἄλλα ἀσκητικὰ βιβλία, μᾶς ἀνέφερε τὶς συμβουλὲς ποὺ τοῦ ἔδινε κάποιος κοσμοκαλόγηρος στὸν τύπο τοῦ Παπαδιαμάντη, ὁ φίλος του ὁ Μᾶρκος, καθὼς ἐπίσης μᾶς ἐδιηγεῖτο καὶ ἱστορίες καὶ παραδόσεις ἀπὸ τὸν Ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλὸ καὶ τὸν Ἅγιο νεομάρτυρα Γεώργιο. Ἦταν, λοιπόν, φυσικὸ νὰ μελετοῦμε καὶ ἐμεῖς τὰ κείμενα αὐτὰ καὶ νὰ συνδεόμαστε μὲ τὴν παράδοση ποὺ ἐξέφραζαν. Στὴν συνέχεια, πολὺ νωρὶς βρῆκα τὰ κείμενα τοῦ Παπαδιαμάντη, γιατί, ἂς μοῦ ἐπιτρέψετε τὴν ἔκφραση, «κολλοῦσαν» σὲ ὅλη αὐτὴ τὴν ὑποδομὴ ποὺ εἶχα ἀπὸ τὸ σπίτι μου. Διάβαζα γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη καὶ μοῦ δημιουργήθηκε ἡ ἐπιθυμία νὰ τὸν μελετῶ τακτικά. Δὲν διάβαζα ἄλλους λογοτέχνες καὶ συγγραφεῖς, γιατί, γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, ἦταν γιὰ μένα πολυτέλεια ἡ ἀγορὰ βιβλίων. Μοῦ ἔκαναν ἰδιαίτερη ἐντύπωση οἱ λεκτικὲς εἰκόνες καὶ οἱ φράσεις τοῦ Παπαδιαμάντη ποὺ λειτουργοῦσαν σὰν εἰκονικὲς παραστάσεις, χωρὶς νὰ προκαλοῦν τὴν φαντασία, γιατὶ ἦσαν εἰκόνες τῆς καθημερινῆς ζωῆς, ποὺ ἀναφέρονταν σὲ πρόσωπα τὰ ὁποῖα συναντοῦσα καὶ στὸ δικό μου περιβάλλον, στὸ σπίτι μου, στὴν γειτονιά μου, στὰ ἠπειρωτικὰ χωριὰ κ.λπ.
Θὰ ἤθελα νὰ μοῦ συγχωρέσετε αὐτὴν τὴν προσωπικὴ εἰσαγωγή, ἀλλὰ δὲν εὕρισκα κάτι ἄλλο γιὰ πρόλογο, προσπαθώντας νὰ ἐκθέσω τὴν ἀγάπη μου πρὸς τὸν Παπαδιαμάντη, ἀλλὰ καὶ τὴν παράδοση ποὺ βρῆκα τότε στὸ περιβάλλον ποὺ γεννήθηκα, ποὺ σήμερα ἄρχισε νὰ χάνεται. Νομίζω ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης διαβάζεται ἑλκυστικὰ σὲ ἕνα τέτοιο περιβάλλον, ποὺ τὸ διαμόρφωσε ἡ Κλίμακα τοῦ Ἰωάννη, οἱ ἀτόφιες καὶ παραστατικὲς μορφὲς τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τὸ παπαδιαμαντικὸ ἐκκλησίασμα τῶν κυριακάτικων συνάξεων. Ὅταν τὸν βγάλης ἀπὸ τὸ περιβάλλον αὐτό, τότε διαβάζεται περισσότερο ρομαντικά. Ἀγνοεῖ κανεὶς τὸ παρελθὸν ποὺ χάθηκε.
Στὴν συνέχεια θὰ ἀναφερθῶ σὲ μερικὰ σημεῖα ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ Παπαδιαμάντη, ποὺ τὸν παρουσιάζουν ἐκφραστὴ τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, ἀφοῦ, ὅπως φαίνεται καθαρὰ στὰ ἔργα του, ἡ θεολογία ἦταν ἐφαρμοσμένη καὶ τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἦθος ἦταν βιωμένο στὰ πρόσωπα τῶν ἔργων του, καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν περιγραφή, ἐξέθετε τὴν ἐσωτερική του κατάσταση, τὸ καρδιακό του βίωμα. Διαβάζοντας κείμενα τοῦ Παπαδιαμάντη, αἰσθάνομαι ὅτι λειτουργοῦν ψυχοθεραπευτικά, γαληνεύουν τὴν ψυχή, ὑγραίνουν τὰ μάτια, ἐμπνέουν γιὰ ἕναν κόσμο κεκοσμημένο.

1. Ἀναγκαία διευκρίνιση

Κατ᾿ ἀρχὰς εἶναι ἀνάγκη νὰ διευκρινισθῆ ὅτι δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ συγκρίνῃ τὰ ἔργα τοῦ Παπαδιαμάντη μὲ τὰ ἔργα τῶν Πατέρων, μὲ τὰ φιλοκαλικὰ κείμενα καὶ τὰ συναξάρια. Γιατὶ τὰ φιλοκαλικὰ κείμενα ἀποβλέπουν στὴν ἀδρανοποίηση τοῦ φανταστικοῦ τῆς ψυχῆς, ἐπειδὴ καθοδηγοῦν σὲ μία ἀφάνταστη καὶ ἀνίδεη προσευχή, στὸ ἀνίδεο καὶ ἀφάνταστο τοῦ νοῦ. Εἶναι γνωστὴ ἡ ρήση ὅτι «νοῦς φανταζόμενος εἶναι ἀνίκανος διὰ τὴν θεολογίαν». Βεβαίως βρίσκει κανεὶς μέσα σὲ πατερικὰ κείμενα στοιχεῖα, στὰ ὁποῖα παρουσιάζεται ἡ ὀμορφιὰ τῆς κτίσεως, ἰδίως ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου στὴν Καινὴ Κυριακή, τὸ Πάσχα, στὸν ὁποῖο ὁ ἅγιος παρουσιάζει τὴν ὀμορφιὰ τῆς φύσεως κατὰ τὴν ἄνοιξη. Ὅμως τὰ φιλοκαλικὰ κείμενα ἔχουν ἄλλη ἀποστολή.
Ἐπίσης, πρέπει νὰ ὑπογραμμισθῆ δεόντως ὅτι οἱ Πατέρες γράφουν ἀνάλογα μὲ τὴν διακονία ποὺ ἔχουν μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ἕνας ἀσκητής, ποὺ ἔχει τὴν ἐπίβλεψη καὶ τὴν ποιμαντικὴ διακονία νὰ προετοιμάζῃ τοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὴν ἀνάβαση στὸ Θαβὼρ καὶ τὸ Ὄρος Σινᾶ, κινεῖται σὲ ἄλλα ἐπίπεδα καὶ γράφει ἀνάλογα μὲ τὴν ποιμαντικὴ διακονία ποὺ ἐξασκεῖ. Ἕνας ἄλλος Πατήρ, ὅπως ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ποὺ καθοδηγεῖ ἕναν λαὸ ποὺ βρίσκεται σὲ μία κατάσταση πορείας ἀποφυγῆς ἀπὸ τὰ πάθη, χρησιμοποιεῖ ἕναν διαφορετικὸ λόγο, χωρὶς νὰ ἀφίσταται τῆς ἀποκαλυπτικῆς ἀλήθειας.
Ὁ Παπαδιαμάντης, ὅπως φαίνεται σὲ ὅλα τὰ ἔργα του, δὲν ἦταν Πνευματικὸς πατέρας καὶ καθοδηγητής, οὔτε ἐξασκοῦσε ποιμαντικὴ σὲ ἀνθρώπους ποὺ ἔπρεπε νὰ καθαρίσουν τὸ παθητικὸ καὶ τὸ λογιστικὸ τῆς ψυχῆς, οὔτε ἦταν δάσκαλος καὶ Ἱεροκήρυκας. Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος ποὺ εἶχε ἐπηρεασθῆ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση, ὅπως ἐκφραζόταν στὶς κοινότητες τῆς Σκιάθου, τὶς ὁποῖες μποροῦμε νὰ ὀνομάσουμε θεραπευτικές. Στὰ κείμενά του, λοιπόν, περιέγραφε μία κοινωνία ποὺ διαπνεόταν ἀπὸ τοὺς δερματίνους χιτῶνες τῆς φθορᾶς καὶ τῆς θνητότητας, μιὰ κοινωνία ποὺ ζοῦσε μέσα στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐξασκοῦσε τὴν ὑπομονή, τὴν καρτερία, διακατεχόταν ἀπὸ τὴν πίστη στὸν Θεὸ καὶ ζοῦσε μέσα στὴν λατρευτικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Παπαδιαμάντης ἦταν «ὁ μεγάλος ζωγράφος τῶν ταπεινῶν», κατὰ τὸν Κωστῆ Παλαμᾶ. Πρόκειται γιὰ ἕνα κλίμα καὶ μία ἀτμόσφαιρα ποὺ καθαρίζει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὑπάρχουν στοιχεῖα νοερᾶς προσευχῆς, ἀφοῦ πρόκειται γιὰ προσευχὴ ποὺ προέρχεται ἀπὸ ἕναν βαθὺ πόνο. Καὶ προτιμῶ αὐτὴν τὴν κοινωνία ἀπὸ μερικὲς ἄλλες κοινωνίες ποὺ χαρακτηρίζονται ἀπὸ πουριτανικὲς ἰδέες μὲ φαντασιώσεις ὑψηλῆς πνευματικῆς ζωῆς.
Τὰ ἔργα τοῦ Παπαδιαμάντη πιθανὸν νὰ μὴ ὠφελοῦν τοὺς μοναχούς, ποὺ ἀποβλέπουν σὲ κάτι ἄλλο. Ἄλλωστε, οὔτε ὁ Παπαδιαμάντης εἶχε τὴν ἐπιθυμία νὰ καθοδηγῇ μοναχοὺς μὲ ὑψηλὲς πνευματικὲς καταστάσεις. Ἄλλος ἦταν ὁ προορισμός του. Ζωντας μέσα στὸν κόσμο καὶ ἐπιδιώκοντας «νὰ βγάλη τὸ ψωμί του», ἔγραψε τὶς ἀναμνήσεις του καὶ τὸν πόνο του, χωρὶς νὰ κάνῃ θρησκευτικὸ κήρυγμα, ἀλλὰ μᾶλλον ἔγραφε ἐξομολογητικὰ καὶ ἀνθρώπινα, συγκρίνοντας ἐν πολλοῖς τὸν κόσμο τοῦ οὐρανίου πολιτεύματος μὲ τὸν κόσμο τῆς ἐξορίας.
Ὁ Παπαδιαμάντης ἔζησε στὴν ζωή του μὲ πόνο, ποὺ θεραπεύει τὴν καρδιά, μὲ βαθυτάτη αὐτομεμψία καὶ μάλιστα εἶχε τὴν τόλμη νὰ τὴν γράφη, ἔζησε μὲ ὑψηλὸ αἴσθημα δικαιοσύνης, μὲ ἔντονη ξενιτεία, ποὺ αὐξανόταν μὲ τὶς ἀναμνήσεις τῆς παιδικῆς του ἡλικίας μέσα σὲ μιὰ ἱερατικὴ οἰκογένεια καὶ μία λατρευτικὴ καὶ θεραπευτικὴ κοινότητα. Ὁ ἀείμνηστος Φιλόθεος Ζερβάκος θὰ γράψη γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη: «Ἐγύρισα ὅλας τὰς Μονᾶς τῆς Ἑλλάδος, τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τῆς Παλαιστίνης, τοῦ Σινᾶ. Εὑρήκα καλογήρους, ἱερομονάχους, μοναχούς, ἀλλὰ πτωχοὺς καὶ ἀκτήμονας ὡσὰν τὸν Παπαδιαμάντην πάνυ ὀλίγους...». Ἂν συγκρίνῃ κανεὶς τὴν ζωὴ τοῦ Παπαδιαμάντη μὲ τὴν πλειονότητα τῶν μοναχῶν τῆς ἐποχῆς μας, οἱ ὁποῖοι ζοῦν μὲ συνεχεῖς ἐπαιτεῖες καὶ κατασκευάζουν πολυτελῆ Μοναστήρια, ὅπου διαβιώνουν μὲ κοσμικὴ ἄνεση, τότε ἀντιλαμβάνεται τὴν ἀξία τοῦ Παπαδιαμάντη. Ἔζησε, λοιπόν, μὲ πόνο, ἀλλὰ καὶ ὅταν ᾖλθε ἡ ὥρα νὰ φύγη ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτόν, πέθανε μὲ ἐξομολόγηση, μὲ τὴν μετάληψη τῶν Τιμίων Δώρων, μὲ προσευχὴ καὶ μετάνοια, ψάλλοντας μὲ πόνο τὸ δοξαστικὸ τῆς Παραμονῆς τῶν Θεοφανείων, «τὴν χεῖρά σου τὴν ἀψαμένην τὴν ἀκήρατον Κορυφὴν τοῦ Δεσπότου, μεθ᾿ ἧς καὶ δακτύλῳ αὐτὸν ἡμῖν καθυπέδειξας, ἔπαρον ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς αὐτόν, Βαπτιστά, ὡς παρρησίαν ἔχων πολλήν». Τὸ ὀρθόδοξο τέλος του ἦταν ἔνδειξη τῆς ζωῆς του καὶ τῆς ἀποδοχῆς τῆς ὑπάρξεώς του ἀπὸ τὸν Θεό. Δὲν σᾶς ἀποκρύπτω ὅτι νοσταλγῶ νὰ ἔχω τὸ ἴδιο τέλος ποὺ εἶχε ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ἐλπίζω στὸ ἔλεος καὶ τὴν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ ὅτι θὰ μοῦ τὸ χαρίση.