Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012

ΜΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΑΙΝΙΑ ΤΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ ΑΡΚΕΝΤΗ ΓΙΑ ΤΗ ΦΟΝΙΣΣΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ


Χριστούγεννα με τη Φόνισσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.
Ένα σύγχρονο παραμύθι σε σκηνικά-κοστούμια Κατερίνας Καμπανέλλη, φωτογραφία Γιάννη Λάσκαρη και μουσική Σωτηρίας Αδάμ. Στο ρόλο της Φόνισσας η Ιωάννα Γκαβάκου σε μια συγκλονιστική ερμηνεία. 
Από 24 Δεκεμβρίου στον Κινηματογράφο Λαΐς-Ταινιοθήκη της Ελλάδας, Μετρό Κεραμεικός (Ιερά Οδός 48 & Μεγάλου Αλεξάνδρου 134-136).
Μια ομάδα σύγχρονων καλλιτεχνών που τους ενώνει η αγάπη τους για τον κινηματογράφο, δημιούργησαν την ταινία Φόνισσα-η λογική γεννάει τέρατα, βασισμένη στο ομότιτλο έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. 
ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ 
Η Φραγκογιαννού είναι μια πολυβασανισμένη και χιλιοτραυματισμένη ψυχικά γυναίκα, με στοιχειωμένη λογική από τις αδικίες και την φτώχεια. Στο θολωμένο της μυαλό νομίζει πως το ό,τι υπέφερε της δίνει το δικαίωμα, να πάρει τον νόμο στα χέρια της. «Ο νους της ψήλωσε». 
Η ανθρώπινη λογική εξομοιώνεται με δύναμη Θεού και το αποτέλεσμα οδυνηρό. 
Η Φραγκογιαννού κηρύττει το δικό της ευαγγέλιο. Οδηγημένη από τους δικούς της δαίμονες απομακρύνεται από την πόλη των ανθρώπων αφήνοντας πίσω της, πτώματα μικρών κοριτσιών. Κορίτσια που θα γίνουν γυναίκες σαν και αυτήν δυστυχισμένες. Θα αναζητήσει την ερημιά, κι εκεί, μέσα στους εφιάλτες της, θα χαθεί στην απόγνωση. Ένα κύμα θα την εξαφανίσει…


ΣΚΗΝΟΘΕΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ 
Η Φραγκογιαννού είναι μια σύγχρονη Μήδεια, μόνο που αυτή δεν είναι κόρη θεότητας, αλλά κόρη μάγισσας. Η ταινία ακολουθεί την φόνισσα από την πρώτη νύχτα όπου αναπολεί όλον τον ανωφελή, μάταιο και βαρύ βίο της έως την απόφασή της να προβεί σε μία σειρά φόνων μικρών κοριτσιών. Ο κάθε φόνος μεταμορφώνει σταδιακά την Φραγκογιαννού σε μισάνθρωπο που τον καταδιώκουν οι δαίμονες του οδηγώντας τον σε απόγνωση, σε αγρίμι που λειτουργεί με μόνο το ένστικτό του. 
Η Φραγκογιαννού, αποκομμένη από τον κοινωνικό περίγυρο, είναι ο σύγχρονος άνθρωπος που, θυματοποιημένος, δικάζει και καταδικάζει την κοινωνία και που, υποκαθιστώντας τον Θεό, επιβάλλει θεία δικαιοσύνη. 
Από τον θυμό, στον φόνο. Από τον φόνο, στη διαταραχή και στην αποξένωση. Από την απόγνωση, στην απελπισία. 
Πώς μια γυναίκα, μεγαλωμένη στο αρνητικό, για την γυναίκα, περιβάλλον ενός χωριού που το δέρνει η φτώχεια, φτάνει στον φόνο; Η λογική γεννάει τέρατα. Πώς ο άνθρωπος φτάνει να επιζητά την καταστροφή και να σύρεται στην αυτοκαταστροφή του;


 Στην ταινία παίζουν οι ηθοποιοί:
Φόνισσα : Ιωάννα Γκαβάκου
Παπαδιαμάντης : Θανάσης Παπαθανασίου
Βοσκοί : Τάκης Βογόπουλος-Βαγγέλης Ρήγας
Aμέρσα : Ντένυ Αργυροπούλου
Δελχαρώ : Ελεάνα Φινοκαλιώτη
π. Ιωάσαφ : Ιωνάς Νανούρης
Μαρουσώ : Έφη Καμπάτση
Πενθερά : Βίκη Ξάνθη
Μάνα Φόνισσας : Χάρις Συμεωνίδου
ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ
Βοηθοί Σκηνοθέτη : Βαγγέλης Ρήγας-Μαρία Βιτσεντζάκη Μακιγιάζ : Σοφία Νικολοπούλου
Μοντάζ-Κάμερα: Στέλλα Αρκέντη, όπως και σκηνοθεσία-σενάριο (βασισμένο στο ομότιτλο έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη)-Παραγωγή : Στέλλα Αρκέντη



ΠΗΓΗ:  http://panagiotisandriopoulos.blogspot.gr/2012/12/blog-post_7.html

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Ετήσιο Συνέδριο της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων (22-24/11/2012)


Το Ετήσιο Συνέδριο της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, με θέμα "Θουκυδίδης, ο κορυφαίος ιστορικός της Αρχαιότητας και η επίδρασή του μέχρι σήμερα", θα πραγματοποιηθεί 22 με 24 Νοεμβρίου στον Φιλολογικό Σύλλογο ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ (Πλατεία Αγίου Γεωργίου Καρύτση 8, Αθήνα).
Για περισσότερες πληροφορίες:

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ της Πολίνας Μοίρα


Ο Παπαδιαμάντης μεγάλωσε σ' ένα ιδιαίτερα συντηρητικό και βαθιά θρησκευτικό περιβάλλον - ο πατέρας του ήταν ιερέας και ο ίδιος ήταν βαθιά δεμένος με την ορθοδοξία και την ψαλτική - ιδιαίτερα κλειστό, αποξενωμένο ακόμα και από την κλειστή σκιαθίτικη κοινωνία, γεγονός που συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωση του τόσο ιδιόμορφου και εσωστρεφούς χαρακτήρα του.
Μέσα από τέτοια βιώματα διαμορφώθηκε η αντίληψή του για τον Έρωτα· τον ήθελε πάντα αγνό, φυσικό, απαλλαγμένο από τη σαρκική του διάσταση· ανιδιοτελής και ανυστερόβουλος να παραμένει στη σφαίρα του υψηλού αφήνοντας μακριά το πάθος της ηδονής. Η καταστολή της ερωτικής επιθυμίας δεν ηρωοποιεί απλά τα πρόσωπα των διηγημάτων του αλλά τα ωριμάζει ηθικά και πνευματικά.
Η διάσταση ανάμεσα στις επιθυμίες και τις επιλογές είναι πάντοτε παρούσα στο έργο του Παπαδιαμάντη . Ο πειρασμός δεν είναι επιλογή ανάμεσα σε πράγματα θετικά ή αρνητικά· είναι επιλογή αποδοχής ή απόρριψης πραγμάτων που είναι ταυτόχρονα και αποκρουστικά και γοητευτικά. 
Ο ερωτισμός του Παπαδιαμάντη, σύμφωνα με τον Π.Μουλλά, «είναι ένα φουσκωμένο ποτάμι που μολονότι ξεστρατισμένο από τη κοίτη του ,ξεχύνεται ακράτητο και ταυτόχρονα υποδεικνύει τις ρωγμές ενός ακρωτηριασμένου ανθρώπου. Γιατί εδώ η συνεργασία των αισθήσεων είναι σχεδόν αδιανόητη. Η όραση αυτόνομη, γίνεται το κύριο μέσο διαφυγής για την ανεκπλήρωτη επιθυμία.»
Έτσι λοιπόν μόνος στη ζωή ,μόνος και στη πάλη με το θεριό του έρωτα αποφάσισε να μείνει ο Παπαδιαμάντης. Φυλάκισε τον έρωτα στην έμπνευσή του και τον κρυφοκοίταζε μέσα από τους ήρωές του, ιδανικό ,άγιο και απραγματοποίητο…
Χαρακτηριστική φράση που αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο εκφράζεται η θέση του Παπαδιαμάντη απέναντι στο θέμα του έρωτα βρίσκεται στο διήγημα «Oλόγυρα στη λίμνη: «Όταν έχει τις πληγήν βαθείαν κρυφήν, εις την θάλασσαν πρέπει να πλέει, μόνος, ολομόναχος»!
Από την άλλη πλευρά όμως το βέβαιο είναι ότι ο αισθησιασμός και το πάθος διαπνέουν το παπαδιαμαντικό σύμπαν σε όλα τα επίπεδα του: είτε λοιπόν περιγράφει τη λειτουργία των Χριστουγέννων στο εγκαταλελειμμένο ναό του Κάστρου με το ευσεβές εκκλησίασμα, τους βοσκούς, τους ξυλοκόπους, είτε τη Μοσχούλα που "ο λαιμός της ήταν απείρως λευκότερος από τον χρώτα του προσώπου της", είτε περιγράφει κάποια αγρυπνία σ’ εκκλησάκι με λαμπάδες θυμιάματα και χρυσοποίκιλτα απαστράπτοντα ιερά σκεύη, σε κάθε περίπτωση δεν πρόκειται για ψυχρές περιγραφές αλλά για περιγραφές γεμάτες αισθησιακή απόλαυση, αγάπη και πάθος.
Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή της ανάβασης στο βουνό τη νύχτα, μέσα από τη ρεματιά στο έργο του η «Φαρμακολύτρια» με τον θόρυβο του χειμάρρου από τους καταρράκτες, τον μυστηριώδη μαύρο βράχο και τη σελήνη που «ως να είχε βάλει φωτιάν εις εν δένδρον μεμονωμένον και το δένδρον εφαίνετο ως να καίεται», όπως ο ίδιος από αγάπη για την εξαδέλφη του Μαχούλα . Ύστερα « ανήλθε βραδεία η σελήνη αφήσασα το δένδρον μαύρον και σκοτεινόν απόκαυμα» ,όπως δηλαδή αφήνει το πάθος τους ανθρώπους όλους αλλά και τον ίδιο τον συγγραφέα…

* Στο "Όνειρο στο κύμα" μιλάει όχι ως κοσμοκαλόγερος αλλά ως νέος όλο φλόγα. Πάθος μέχρι θανάτου. Βουτάει και σώζει την νεαρή κόρη, αγγίζει το όνειρο που αναζητούσε πάντα μα ως την τελευταία στιγμή είναι έτοιμος να γυρίσει πίσω. Η Μοσχούλα είναι το όνειρο που αξιώνεται να βρει πραγματωμένο τον πόθο του, να χαρεί με τα μάτια του το γυμνό σώμα, να το πιάσει στην αγκαλιά του. Όνειρο, γιατί πριν ακόμα πάρει τη μόνιμη και καθαρή ερωτική του μορφή, πρόφτασε η θρησκευτική φοβέρα και το καταπλάκωσε αυταρχικά κι αλύπητα, στα βάθη της ψυχής του


Το υπέροχο αυτό διήγημα που παραληρεί από αισθησιασμό, αποτελεί μια εξήγηση του Παπαδιαμάντη για την επιλογή του, να μην ακολουθήσει τον μοναχισμό και να ζήσει μια ζωή τόσο ιδιόμορφη.

* "Η Νοσταλγός" κρύβει έναν εξαίρετο νεαρό ήρωα τον Μαθιό που ντροπαλός και ιπποτικός μαζί, παρόλη τη φλόγα του έρωτά του, δέχεται τις επιλογές της αγαπημένης του και του ηλικιωμένου άντρα της καρτερικά και με υποταγή στο θείο θέλημα. Ο Μαθιός δεν είναι άλλος από τον νεαρό Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη κατά την διάρκεια των μαθητικών του χρόνων στην Χαλκίδα, σύμφωνα με κάποιους μελετητές του. Εδώ θα πρέπει να πούμε ότι οι πιο πολλές ατυχίες στην αγάπη μέσα στο έργο του Παπαδιαμάντη έχουν για θύματα τον άντρα. Στην πλάστιγγα της αγάπης η γυναίκα φαίνεται πάντα λιπόβαρη κι ο άνδρας γίνεται πολλές φορές το θύμα.


Όταν το Λιαλιώ της "Νοσταλγού" ξεμακραίνει με το Μαθιό στην κλεμμένη βάρκα και τα ρέματα τους απομακρύνουν, για να μην τους βρει ο άντρας της ,δεν διστάζει να "δει" την επέμβαση κάποιου θεού που ήθελε να καλύψει την όποια της διάθεση φυγής ή απιστίας. Στην απιστία ωστόσο και την απάτη από μέρους της γυναίκας, βρίσκει ο συγγραφέας μας ένα μέσο για να ωριμάσει ο άντρας. Η Λαλιώ είναι το αντικείμενο του εφηβικού ερωτισμού του Παπαδιαμάντη όπου ο καημός της σάρκας έχει ρίξει τις πρώτες δειλές και αδύνατες φλόγες του

* Στο "Έρως - ήρως" ο Γιωργής (που "εκπληρώνει" μια μοναδική σκιαγράφηση του ψυχισμού του συγγραφέα) , με τρόπο εκπληκτικό νικά τον πειρασμό και ζει μια πρωτοφανή ερωτική τραγωδία. Το δράμα του μοιάζει με του Μαθιού, μόνο που ο Γιωργής δρα ο ίδιος, δοκιμάζεται και αποφασίζει να υψωθεί πάνω από μικρότητες και εμπάθειες που ζώνουν τα ανθρώπινα πάθη. Ορόσημο στην ερωτική - λυρική πεζογραφία του Παπαδιαμάντη αποτελεί η επιγραμματική φράση του στο διήγημα "Έρως - ήρως" όπου περιγράφεται το παιχνίδι "δείχτης" με την κλωστή στα δάχτυλα που αλλάζει σχήματα και γίνεται πότε πριόνι, πότε καράβι, πότε τραπέζι, αγραλειός κ.ά. Ή το άλλο "Δο μ' φωτίτσα - έλα παραπανίτσα" που έπαιζαν μικρά παιδιά κάποτε ο Γιωργής και το Αρχοντώ που τώρα, στα δεκαεννιά της παντρευότανε κάποιον άλλο: "Ω της αθώας παιδιάς, οπού είναι κρίμα να μην είναι τις ακόμη παιδί δια να την παίξει!" Αυτό το θαυμαστικό για την "αθώα παιδιά" δείχνει μια εξιδανίκευση του παιχνιδιού του έρωτα από τη πλευρά του Παπαδιαμάντη που μόνο η νοσταλγία των παιδικών και εφηβικών χρόνων μπορεί να δικαιολογήσει.


* Μεσόκοπος παρουσιάζεται ο Παπαδιαμάντης στην "Φαρμακολύτρια", ερωτευμένος ακόμη με την ανέγγιχτη από το χρόνο εξαδέλφη του Μαχούλα. Εδώ διαφαίνεται σε πρώτο πλάνο το δράμα ν' αγαπά μια απαγορευμένη αγάπη, ένα ανυπέρβλητο προσωπικό του πάθος. Ψάχνει την λύτρωση στο ναό της Αγίας Αναστασίας όπου η φωνή της πίστης του δίνει την καθοριστική απάντηση: "Ύπαγε ανίατε! Ο πόνος θα είναι η ζωή σου!»


* Στο "Ολόγυρα στη λίμνη" ο Παπαδιαμάντης μας παρουσιάζει να κατεβαίνει ένας δεύτερος ουρανός, με μυριάδες άστρα και να πλουτίζει την "εντρύφησιν αισθήματος και ρομαντισμού" των δύο αγαπημένων, "εν μέσω του ευώδους και χλοερού κήπου, με τας ροιάς, με τας ροδωνιάς, με τα αμυγδαλέας και πασχαλέας, με όλα τα εκλεκτότερα φυτά και άνθη παρά της όχθην της ωραίας λίμνης". Αυτή η έκσταση του έρωτα στη φύση, παρόλο ότι στηρίζεται στο ίδιο το σώμα, όπου φωλιάζουν τα αισθήματα, φαίνεται να μας βγάζει έξω και πάνω από τα σωματικά.


«Α, περικαλλής μορφή! Α, όνειρον! Α, οπτασία!» θα μας πει παρακάτω…Ο Πάνος Δημούλης αισθάνθηκε το ερωτικό κεντρί να τον τσιμπάει βαθύτερα, τόσο που αναγκάστηκε, Μεγαλοσαββατιάτικα, να μονολογήσει "καθ' ευατόν": "Τι θέλεις από εμέ; Φύγε, ω Βλαχοπούλα. Μη με κολάζης χωρίς να με συμπονής! Μη με ενοχλής, χωρίς να με γνωρίζης! Πώς να καταπραύνω την φαντασίαν μου, σήμερον Μέγα Σάββατον;…… Πώς να υπάγω να μεταλάβω την νύκτα, εις την Ανάστασιν, ω Βλαχοπούλα;"
Σ’ αυτό το διήγημα ( από τα αγαπημένα μου να σημειώσω), που αγγίζει τα όρια της νουβέλας, θα μας το πει σχεδόν επιγραμματικά: " αλλά πως δύναταί τις να γίνη ανήρ, χωρίς ν' αγαπήση δεκάκις τουλάχιστον και δεκάκις ν' απατηθή;"

Ο Παπαδιαμάντης εκτός από πεζογράφος ήταν και δοκιμασμένος τεχνίτης του στίχου, ευαίσθητος ρομαντικός ποιητής που μίλησε τρυφερά και πονεμένα για τον έρωτα:
"Αγάπες ταξιδιάρες στο κύμα το θολό
κι εβούλιαξε η βαρκούλα κι επέσαν στο γιαλό".
Και ένα δίστιχο από τον Ύμνο της Κόρης.
"Συ, που θάμπωσε τον ήλιο,που σ' εζήλεψ' η αυγή,
σπέρμα ουράνιο, ριχμένο, που εβλάστησες στη γη…
Σε ρομαντικούς στίχους ο Παπαδιαμάντης διοχετεύει την ερωτική του διάθεση απέναντι στις παροδικές και μάταιες αγάπες του.
"Αγάπες ταξιδιάρες στο κύμα το θολό
κι εβούλιξε η βαρκούλα κι επέσαν στο γιαλό"
"Αγάπης και χαράς γλυκεία ώρα
σ' επόνεσ' η ψυχή μου, ω μαυροφόρα!
Μη με κοιτάζης πλιά, μη με πειράζης,
Με τη ματιά σου πάψε να με σφάζης!…"
Και:
«Την νύκτα όλην άγρυπνος, νύκτα μακράν χειμώνος,
ο ναύτης προ του κύματος σιωπηλός και μόνος τηρεί τον ουρανόν,
ενώ αβύσσους διαβαίνει, και την χρυσήν ανατολήν ανήσυχος προσμένει.
Ομοίως σ' επερίμενα, να έλθης χθες, ομοίως!…
Μακράν σου είναι έρημος και αφεγγής ο βίος.»
(Τα παραπάνω κομμάτια είναι αποσπάσματα από παλιά αδημοσίευτα ποιήματα του Παπαδιαμάντη της φοιτητικής ρομαντικής περιόδου της ζωής του. Τα πέρασε ο ίδιος στο κοινωνικό του μυθιστόρημα "Ρόδινα Ακρογιάλια" που πρωτοδημοσιεύτηκε στη "Νέα Ζωή" της Αλεξάνδρειας στα 1907-1908)
Το πόσο συμπορεύεται η ερωτική ηθική των ηρώων του Παπαδιαμάντη με αυτήν της προσωπικής του ζωής δεν είναι δύσκολο να το καταλάβουμε:
Ο ίδιος ο σκιαθίτης συγγραφέας στα ανέμελα χρόνια της νιότης στο νησί του ζει την άνοιξη ως πειρασμό και διέξοδο στους αλύτρωτους πόθους του. Γυρίζει όλο αμηχανία στα βουνά, ξαγρυπνά, μεθά με τις μυρωδιές της άνοιξης και βρίσκει καταφύγιο σε έρημα ξωκλήσια και στη βοήθεια των Αγίων για να γιατρέψει τους ερωτικούς του πόνους. Ο πόθος για ζωή και η δοκιμασία από την συνεχή πάλη της θρησκείας και της φύσης μέσα του, αποτελούν το ηθικό βασανιστήριο του νεαρού ασκητή και γεννά μέσα μας ένα βαθύ αίσθημα συμπάθειας και συμπόνιας.
Πολλές φορές αγάπησε, αλλά μόνο με τον νου, την ψυχή και τα μάτια. Η ηθική της χριστιανικής πίστης αποτελεί βράχο αλύγιστο στα χτυπήματα του πειρασμού. Κάνει πάλη με το πάθος του έρωτα και νικά. Δεν υποκύπτει στο κάλεσμα της σάρκας, λέει όχι και αυτό το όχι τον βασανίζει μια ολόκληρη ζωή. Η νίκη του είναι νίκη και ήττα μαζί.
Η στάση αυτή απέναντι στον σαρκικό έρωτα εξηγεί πολλά στοιχεία του χαρακτήρα του και του έργου του. Η υπέρμετρη θρησκευτικότητα αποτελεί ένα αντίβαρο στο κενό που σίγουρα υπήρχε στην προσωπική ζωή του και η έκφραση της πηγαίας ευαισθησίας του εμφανιζόταν στον ερωτικό τρόπο με τον οποίο έψελνε και υμνολογούσε στις λατρευτικές τελετές.
Επίσης σ' όλους ήταν γνωστή η έντονη ευαισθησία των νεύρων του, οι συχνές βασανιστικές του αϋπνίες, και πάνω απ' όλα η μελαγχολία του.
Σ' αυτήν την ψυχαναλυτική ερμηνεία του χαρακτήρα του αντιτίθεται η θεολογική προσέγγιση του έρωτα στον Παπαδιαμάντη από τον Π.Β. Πάσχο ο οποίος γράφει χαρακτηριστικά: "Γνωρίζει και χαίρεται την ζωήν, ως πιστός χριστιανός. Δεν αποκλείει από το έργον του, ως σεμνότυφος ή διεστραμμένος, ούτε την αγάπην ούτε τον έρωτα. Ποτέ, όμως, δεν τον βλέπομεν να είχε ή να έχη σχέσιν με την σαρκικήν αμαρτίαν! Έχει, μάλιστα, τόσην ευαισθησίαν πνευματικήν η ωραία ψυχή του, ώστε, ουχί σπανίως, αναμιμνήσκεται νεανικά του οράματα, κρυφοκοιτάγματα, ερωτικά σκιρτήματα, ως μικράς τινας εκτροπάς, δια τας οποίας επικαλείται ένωθεν το έλεος και την λύτρωσιν. Αμαρτίας νεότητός μου μη μνησθής Κύριε (5).
Για τον Π.Β. Πάσχο και τους ανθρώπους της εκκλησίας…ο Παπαδιαμάντης αγάπησε και δεν ήταν ανέραστος και απάνθρωπος, μα "κατέστειλε το πάθος, επραΰνθη, κατενύγη, έκλαυσε κ' εφάνη ήρως εις τον έρωτά του - έρωτα χριστιανικόν, αγνόν, ανοχής και φιλανθρωπίας"!
Ο αγώνας με τη σάρκα και η αυτοσυγκράτησή του προβάλλονται σε πολλά έργα του και σε περιστατικά που αφηγούνται οι φίλοι του και οι βιογράφοι του. Και παντού νιώθεις πως κυριαρχεί η αντίθεση του φυσικού κόσμου των αισθήσεων με την χριστιανική διδασκαλία.
Μερικές φορές φαίνεται υπερβολικός και άλλοτε πάλι μιλάει σαν ηθικός αναμορφωτής της κοινωνίας ενώ συχνά ως αρχαιολάτρης προβληματίζεται: Οι ηδονές του βίου πρέπει ή δεν πρέπει να αποφεύγονται;
Οι γυναίκες που συγκινούσαν τον νεαρό Παπαδιαμάντη ήσαν μορφές αγγελικές, με μια αγνή ομορφιά, που τόσο ποιητικά μ' ένα πρωτόγνωρο εξιδανικευμένο ερωτισμό ξαναζωντανεύει στο έργο του.
Τα πρώτα χρόνια της αθηναϊκής ζωής του κυρ-Αλέξανδρου ο πειρασμός τον περικυκλώνει με προκλητική μορφή. Η σπιτονοικοκυρά του η κυρά Αχιλλέϊνα τον πλησιάζει και του κάνει γλυκά μάτια με μαργιόλικο ύφος, με δελεαστικό τρόπο, αφού κατηγορεί τον άντρα της, τέλος ζητά από τον Παπαδιαμάντη δανεικά "έβγαλα, γράφει εν πεντάδραχμον από το ισχόν θυλάκιον και της το ενεχείρισα, αποστρέφων το όμμα από τους βραχίονας τους γυμνούς και κοιτάζων επιμόνως το μούτρο το σκυλίσιο, ως αντίδοτον βεβαίως κατά της γοητείας, ως αποκρουστικόν κατά της έλξεως. Και πάραυτα έφυγα… " · φεύγοντας θα έλεγε και θα ξανάλεγε με θριαμβευτική διάθεση σα νικητής του πειρασμού τη γραφική ρήση: "Ο αντοφθαλμών ηδοναίς, στεφανοί ζωήν αυτού".
Μια από τις πιο «ηδονοβλεπτικές» σκηνές της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας αναφέρεται από τους φίλους του Μιλτ. Μαλακάση και Μιχάλη Περάνθη και αφορά ένα ακόμη ηθικό βασανιστήριο ενός ανδρός αποφασισμένου να στερηθεί τις εγκόσμιες ηδονές.
Μόνο που τώρα οι πειρασμός ελλοχεύει μέσα στο σπίτι του με την μορφή της όμορφης εξαδέλφης του, η οποία τον φιλοξενεί…( την αποτυπώνει στην ηρωίδα του Μαχούλα στη "Φαρμακολύτρια";...)
"Όταν καληνυχτίζονται και η Συραϊνώ φεύγει στην κάμαρά της, μια παράξενη ταραχή μένει και τον παιδεύει. Το δωμάτιο μυρίζει γυναικεία σάρκα και τον ερεθίζει. Ανοίγει ένα βιβλίο, αλλά το κλείνει γρήγορα. Στέκεται όρθιος, φέρνει βόλτες, κάθεται στην καρέκλα του, αλλά η ταραχή μένει και τρέμει στα γόνατά του. Μια μεσιανή κλειδωμένη πόρτα χωρίζει τα δωμάτιά τους. Κάνει να βαδίσει προς τα εκεί, αλλά συγκρατιέται. Σώσον με κύριε, ψιθυρίζει. Ύστερα σκέφτεται πως δεν είναι κακό. Θα κοιτάξει απ' τη χαραμάδα κι αν δει φως, θα της παραγγείλει να κουβεντιάσουν λίγο ακόμα, γιατί δεν του' ρχεται ύπνος.
Έτσι λέει. Όμως βαδίζοντας πατάει στα νύχια, να μην ακουστεί. Φτάνει με προφύλαξη και χαμηλώνει το μάτι του στην κλειδαρότρυπα. Σα να τινάζεται, το αποσύρει αμέσως. Όμως πάλι ξανασκύβει. Τώρα πια κοιτάζει, κοιτάζει… Η ξαδέλφη του γδύνεται για να κοιμηθεί. Έχει σηκώσει το φόρεμα πάνω από το κεφάλι και το τινάζει με τα χέρια από μέσα, να βγει. Το στήθος της αναδύεται πλούσιο στην άσπρη πουκαμίσα κι όταν πέφτει το φόρεμα λάμπουν δυο κατάλευκα μπράτσα
Αποτραβάει το κεφάλι του και σφουγγίζει το μέτωπο. Το σώμα του τρέμει και ντρέπεται. Παίρνει να φύγει αλλά μετανιώνει. Σφηνώνει μια φορά ακόμη το μάτι του. Η αναπνοή του βιαστική περνώντας από την χαραμάδα, αφήνει έναν ανάλαφρο συριγμό. Η Συραϊνώ στρώνει τώρα το πάπλωμα στο κρεβάτι της. Ελαστική καμπύλη σαλεύει τεζαρισμένη στο μεσοφόρι της, με κινήσεις μαλακές, πέρα δώθε. Ύστερα στέκεται ολόρθη, χασμουριέται, απλώνει τα παχουλά μπράτσα της προς τα πίσω και τεντώνεται. Το στήθος φουσκώνει μπροστά πλούσιο…"
Ο Περάνθης στη μυθιστορηματική βιογραφία "Ο Κοσμοκαλόγερος" όπου περιγράφει το περιστατικό αυτό, ξεκινά από την παραδοχή ότι κανείς δεν μπορεί ν' αγιάσει αν δεν υποβληθεί σε πειρασμούς.
Ο Μιλτ. Μαλακάσης μας μεταφέρει τον τρόπο αντίδρασης του Παπαδιαμάντη όπως του τον εμπιστεύθηκε ο ίδιος: "Έκαμα για δεύτερη φορά το σημείο του σταυρού και κατακλιθείς εκοιμήθηκα έως το πρωί τον ήσυχο ύπνον ενός παιδίου.
Την άλλην ημέρα έσπευσα εις εξαγνισμόν, επροσευχήθην και έκτοτε δια λίγον καιρόν που εμείναμε υπό την ιδίαν στέγην δεν την επρόσεξα και δεν την εφρόντισα παρά ως πρεσβύτερος αδελφός"( Στεργιόπουλος Κ.)
Η προσευχή λοιπόν, η νηστεία, η βαθιά πίστη και το κρασί είναι η μόνη διέξοδος που τον κρατούν μακριά από τους πειρασμούς της σάρκας. Καταφεύγει σ' έναν τρόπο ζωής καθαρά αντικοινωνικό. Αποφεύγει φιλολογικές συντροφιές θαυμαστές και φίλους και αφιερώνεται στην πίστη του και την τέχνη του σωστός κοσμοκαλόγερος.
Η αντινομία του χριστιανού με τον άνθρωπο συνοδεύει την ψυχική εξέλιξη του Παπαδιαμάντη σ' όλη του τη ζωή. Ο χριστιανός βγαίνει πάντα νικητής στην πάλη του με τον άνθρωπο. Οι αποδιωγμένες, οι παραπονεμένες επιθυμίες αφήνουν πίσω, καθώς φεύγουν διωγμένες απ' την ψυχή, την πίκρα και το μαράζι.
" Ο Ταγκόπουλος στο περιοδικό "Φιλολογικά Πορτραίτα" μας μεταφέρει την κριτική του Μητσάκη όταν ο Παπαδιαμάντης διάλεξε ν' απαγγείλει σε φιλολογική παρέα ένα ερωτικό του ποίημα.
" - Έτσι λοιπόν, κυρ Αλέξανδρε!… Έχουμε έρωτες και τους τραγουδάμε τόσο όμορφα!
- Εγώ δεν έχω έρωτες!… αποκρίθηκε ο Παπαδιαμάντης χαμηλώνοντας τα μάτια. Ο ήρωάς μου έχει!…
- Μπρέ αυτά είναι κολοκύθια, του κάνει ο Μητσάκης. Πρέπει ν' αγαπούμε εμείς, για ν' αγαπούνε και τα πλάσματα της φαντασίας μας. Τέτοια τραγούδια σαν κι αυτά δεν είναι φιλολογία και να με συμπαθάς. Αναβρύζουν απ' την ψυχή κι όταν η ψυχή δεν συγκλονίζεται από ένα αίστημα δυνατό, δε μιλάει, βουβαίνεται!"


Να κλείσουμε με τα λόγια δυο σημαντικών ,και συνάμα διαφορετικών, μορφών των ελληνικών γραμμάτων, του Δημ. Λιαντίνη και του Οδ.Ελύτη:

“Ο Παπαδιαμάντης ζωγραφίζει το αόρατο. Κινηματογραφεί τον άνεμο. Βάζει τη σιωπή και χορεύει. Και φανερώνει στα αλλόκοτα μάτια μας ορατή την κίνηση του νεαρού δέντρου, πώς μεγαλώνει.
Το ποίημά του Όνειρο στο κύμα είναι το στέμμα της ερωτικής ποίησης ολόκληρης της νέας λογοτεχνίας μας. Οι στάλες της δροσιάς που στάζει το σώμα της Μοσχούλας στο «όνειρο στο κύμα» γίνουνται αναμμένα κάρβουνα που πέφτουν και καίνε την ερωτική πενία και το ποθοπλάνταγμα. Τέτοιος σαρκώθηκε ο οξύς ερωτισμός στη φαντασία του Παπαδιαμάντη και στα όνειρά του…
Ο Παπαδιαμάντης κατατρύχεται από ερωτικά πάθη, τα οποία δεν τα απεμπολεί. Tα τιθασεύει μέσω της γραφής του.

Δημήτρης Λιαντίνης (Τα Ελληνικά, σελ. 61-62)

Και για το τέλος η διεισδυτική ματιά του Oδυσσέα Eλύτη (“Eν λευκώ”) :
“Σ’ όποια του σελίδα κι αν σταθούμε, αναγνωρίζουμε κάτω από τον χριστιανό τον Eλληνα· κάτω από τον μυστικοπαθή, τον μεσημβρινόν αισθησιάρχη· κάτω από τον άνθρωπο της εκκλησίας, τον άνθρωπο της σάρκας, των μυριστικών χόρτων, του γιαλού”».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. ΑΡΓΑΣ Τ. "Ο τύπος Παπαδιαμάντης" Οι εκδόσεις των φίλων, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Αθήνα 1979
2. ΑΠΑΝΤΑ Αλέξ. Παπαδιαμάντη, Τόμος 6, Εκδόσεις Γιοβάνη, Επιμέλεια Γ. ΒΑΛΕΤΑ, Αθήνα 1972
3. ΑΠΑΝΤΑ Αλεξ. Παπαδιαμάντη, Τόμος 1. Εκδόσεις Κουτσουμπού, Αθήνα
4. ΒΑΛΕΤΑ Γ., "Τα ποιήματα του Παπαδιαμάντη" περιοδ. "ΕΣΤΙΑ" Χριστούγεννα 1941
5. ΕΛΥΤΗ ΟΔ. Άξιον Εστί" Τα πάθη, Εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1973
6. ΕΛΥΤΗ ΟΔ. "Η μαγεία του Παπαδιαμάντη" Εκδόσεις "Γνώση" Αθήνα 1989
7. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΥ Κ. "Η γυναίκα στο έργο του Παπαδιαμάντη" Εκδ. Πανεπιστημίου Αθηνών Αθήνα 1992
8. ΛΙΑΝΤΙΝΗ Δ. "ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ" Εκδ. "Βιβλιογονία" Αθήνα 1992
9. ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ Μ. "Α. Παπαδιαμάντης" Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1979
10. ΝΙΡΒΑΝΑ Π.: "Παπαδιαμάντης" Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1979
11. ΠΑΣΧΟΥ Β.Π. "Παπαδιαμάντης" Εκδόσεις "Αρμός" Αθήνα 1992
12. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΙΚΑ ΤΕΤΡΑΔΙΑ Εκδόσεις Δόμος, Τεύχος 1 Πρωτοχρονιά 1992
13. ΠΕΡΑΝΘΗ Μ. "Ο κοσμοκαλόγερος" Εκδ. ΕΣΤΙΑ Αθήνα 1943
12. ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ Κ. : "Έρωτας και γυναίκα στον Παπαδιαμάντη", Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1979

Πηγή: http://fotodendro.blogspot.gr/

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Στο απόσπασμα (από την ζωή του Ντοστογιέφσκι)


…Ωστόσο, καλύτερα λέω να σας διηγηθώ για μία άλλη μου συνάντηση που είχα πέρυσι μ’ έναν άνθρωπο. Υπήρχε κάτι παράξενο σ’ όλ’ αυτά, ιδιαίτερα παράξενο γιατί σπάνια τυχαίνει κάτι τέτοιο. Ο άνθρωπος αυτός έφτασε μία φορά ίσαμε τον τόπο των εκτελέσεων και του είχαν διαβάσει κιόλας την απόφαση του τουφεκισμού του για κάποιο πολιτικό έγκλημα. Κάπου είκοσι λεπτά αργότερα του διάβασαν και την απόφαση απονομής χάριτος και του ορίστηκε μία άλλη ποινή, ωστόσο όμως αυτός, στο διάστημα εκείνο, ανάμεσα στις δυό αποφάσεις, μέσα στα είκοσι κείνα λεπτά, η τουλάχιστον στα δέκα πέντε, έζησε με την απόλυτη βεβαιότητα πως από στιγμή σε στιγμή θα πεθάνει.
Τον άκουγα με τρομερή περιέργεια όταν καμιά φορά αναθυμόταν τις τοτινές του εντυπώσεις κι αρκετές φορές άρχιζα πρώτος εγώ και του έκανα ερωτήσεις. Τα θυμόταν όλα πεντακάθαρα κι έλεγε πως ποτέ του δε θα ξεχάσει τίποτα από κείνες τις στιγμές. Κάπου είκοσι βήματα πιο δω απ’ τον τόπο της εκτέλεσης- όπου στεκόταν κόσμος και στρατιώτες είχαν μπήξει στο χώμα τρεις πασσάλους γιατί οι κατάδικοι ήταν αρκετοί. Τους τρεις πρώτους τους πήγαν στους πασσάλους, τους έδεσαν , τους φόρεσαν το ρούχο των μελλοθανάτων (άσπρες μακριές μπλούζες) και στα μάτια τους κατέβασαν άσπρες κουκούλες για να μη βλέπουν τα ντουφέκια. Ύστερα, απέναντι σε κάθε πάσσαλο παρατάχτηκε το εκτελεστικό απόσπασμα- αρκετοί στρατιώτες. Ο γνωστός μου στεκόταν όγδοος στη σειρά, έπρεπε λοιπόν να πάει στους πασσάλους με την τρίτη τριάδα. 
Ο ιερέας πέρασε μπροστά απ’ όλους τους με το σταυρό. Όλα έδειχναν πως είχε να ζήσει κάπου πέντε λεπτά, όχι περισσότερο. Μου λέγε πως εκείνα τα πέντε λεπτά του φαινόταν μία ατέλειωτη διορία, ένας τεράστιος θησαυρός. Του φαινόταν πως μέσα σε κείνα τα πέντε λεπτά θα ζήσει τόσες ζωές, που προς το παρόν δεν υπάρχει λόγος να σκέφτεται την τελευταία στιγμή, τόσο μάλιστα που πήρε ορισμένες αποφάσεις: υπολόγισε το χρόνο για ν’ αποχαιρετίσει τους συντρόφους του, ξεχώρισε γι’ αυτούς δυό λεπτά πάνω-κάτω, άλλα δυό λεπτά τα ξεχώρισε να σκεφτεί για τελευταία φορά για τον εαυτό του, κι ο,τι απόμενε, είπε να κοιτάξει για στερνή φορά για γύρω του.
Είχε πλήρη συνείδηση πως πήρε αυτές ακριβώς τις τρεις αποφάσεις και τα’ χε έτσι ακριβώς υπολογίσει όλα. Πέθαινε είκοσι εφτά χρονών, γερός και δυνατός. Αποχεραιτώντας τους συντρόφους του, θυμόταν πως σ’ έναν απ’ αυτούς είχε κάνει μία αρκετά άσχετη ερώτηση κι ενδιαφέρθηκε μάλιστα πολύ ν’ ακούσει την απάντηση. Ύστερα όταν αποχαιρέτησε τους συντρόφους του, ήρθε η σειρά για κείνα τα δυό λεπτά που τά’χε υπολογίσει για να σκεφτεί για τον εαυτό του. Ήξερε απ’ τα πριν τι θα σκεφτόταν: λαχταρούσε όλη την ώρα να φανταστεί όσο μπορούσε πιο γρήγορα και πιο ζωηρά τούτο δω: πως γίνεται αλήθεια κι είναι τώρα ζωντανός και σε τρία λεπτά θα’ ναι κιόλας κάτι, κάποιος η κάτι , – μα ποιός; Που; Αυτά λογάριαζε να τα ξεδυαλύνει μέσα σε κείνα τα δυό λεπτά!
Λίγο μακρύτερα ήταν και μία εκκλησία, η κορφή της μητρόπολης με τον επίχρυσο τρούλο λαμποκοπούσε μες στον ήλιο. Θυμόταν πως κοίταξε με τρομερή επιμονή κείνη τη στέγη και τις αχτίδες που αντανακλούσε το χρυσάφι της. Δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τη ματιά του απ’ τις αχτίδες: του φαινόταν πως οι αχτίδες εκείνες ήταν η καινούργια του φύση, πως σε τρία λεπτά θα γίνει κατά κάποιον τρόπο ένα μαζί τους…το άγνωστο κι η αποστροφή γι’ αυτό το καινούργιο που θα γίνει και θα’ ρθει τώρ’ αμέσως, ήταν κάτι το τρομερό. 
Έλεγε ωστόσο πως εκείνη τη στιγμή δεν του βάραινε τίποτα τόσο την καρδιά όσο η αδιάκοπη σκέψη: «Τι θα γινόταν, αν δεν πέθαινα! Τι θα γινόταν, αν ξανακέρδιζα τη ζωή- τι αιωνιότητα! Κι όλα αυτά θα ήταν δικά μου! τότε κάθε στιγμή θα την είχα μεταβάλει σε αιώνια, τίποτα δε θά’χανα, την κάθε στιγμή θα την υπολόγιζα και θα τη λογάριαζα, τίποτα πια δε θα ξόδευα άσκοπα!» Έλεγε πως τελικά, η σκέψη κείνη μεταμορφώθηκε μέσα του σ’ ένα τέτοιο μίσος που άρχισε να λαχταράει να τον ντουφεκίσουν μία ώρα αρχύτερα.
Ο πρίγκιπας σώπασε ξαφνικά. Όλες τους περίμεναν πως θα συνεχίσει και θα βγάλει τα συμπεράσματά του.
- Τελειώστε;- ρώτησε η Αγλαΐα.
- Τι; Τελείωσα,- είπε ο πρίγκιπας βγαίνοντας απ’ την ονειροπόληση όπου για μια στιγμή είχε βυθιστεί.
-  Μα ποιός ο λόγος λοιπόν που μας τα διηγηθήκατε ολ ’αυτά;
- Έτσι… το θυμήθηκα….το ’φέρε η κουβέντα…
- Είστε πολύ αποσπασματικός,- παρατήρησε η Αλεξάνδρα.-Σίγουρα, πρίγκιψ, θα θέλατε να καταλήξετε στο συμπέρασμα πως ούτε μία στιγμή δεν μπορεί να την υπολογίζει κανείς με πεντάρες και πως καμιά φορά και τα πέντε λεπτά είναι πολυτιμότερα και από ένα θησαυρό. Όλ’ αυτά είναι αξιέπαινα, επιτρέψτε μου ωστόσο να ρωτήσω, τι απέγινε αυτός ο φίλος που σας διηγήθηκε αυτά τα τρομερά πράγματα…Του άλλαξαν, όπως είπατε, την ποινή του, που θα πει λοιπόν πως του χάρισαν αυτή την απέραντη ζωή. Λοιπόν, πέστε μας, τι απέκανε αργότερα μ’ αυτά τα πλούτη; Την έζησε τάχα την κάθε στιγμή «λογαριάζοντάς την και υπολογίζοντάς την»;
- Ω, όχι, μου το’ λέγε ο ίδιος, – τον ρώτησα και γω αναφορικά μ’ αυτό το ζήτημα,- δεν έζησε καθόλου έτσι κι έχασε πολλές, πάρα πολλές στιγμές.
(….)
- Τι γενναίες που είσαστε ωστόσο να, γελάτε, εμένα όμως μου έκαναν τόση κατάπληξη όλ’ αυτά που άκουσα τότε απ’ το γνωστό μου, που αργότερα τα είδα όνειρο στον ύπνο μου- είδα κείνα τα τελευταία πέντε λεπτά…

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Απόλαυσις στη γειτονιά


-Ετελείωσε;… αλήθεια;
-Τώρα ξεψύχησε.
-Και τον εμεταλάβανε;
-Θα τον θάψουν με παπάδες;
-Έζησε ως δεκαπέντε ώρες.
Από παραθυρον εις αυλόπορταν, από εξώστην εις δώμα, από χαμόγειον εις ανώγειον, επετούσαν το πρωί οι πτερόεντες αυτοί διάλογοι μεταξύ των γειτονισσών. Και μεγάλη περιέργεια εφέρετο ελαφρά εις τον αέρα.
-Η άμοιρη η μάννα! κλαίει και δέρνεται.
-Ο πατέρας, ο έρμος, λείπει.
-Και δεν του ντελεγραφούνε να ‘ρθη;
-Είπαν πως του ντελεγραφήσανε.
-Που βρίσκεται;
-Στη Λειβαδιά, μου ‘παν, η στο Λιδωρίκι.
-Στα Σάλωνα, όχι στην Λειβαδιά!
-Στην Σαντορίνη, όχι στα Σάλωνα!
-Η δόλια η μαννούλα τα τραβά όλα.
-Και δε λυπήθηκε τα νιάτά του;… Δεκαοχτώ χρονών παιδί, ακούς εσύ!
-Και τι μορφόπαιδο! τι σεμνό και συλλογισμένο περπατούσε!
-Ακόμα δεν ίδρωνε το μουστάκι του! Κι έκαμε τη ζωή του χαλάλι!
-Στην κοιλιά είχε χτυπηθεί;
-Στο στομάχι, παραπάνω, στο στήθος, κοντά στο βυζί.
-Στο υπογάστριο, όχι στο στήθος!
-Με μαχαίρι;
-Με μαχαίρι!
-Δεν ήξευρε να χτυπηθή, το ελάχιστο, στο πόδι! είπε μία.
-Στο σπίτι μέσα μαχαιρώθηκε;
-Απάνω, στο Αστεροσκοπείο.
-Στο Θησείο, καλέ, όχι στο Αστεροσκοπείο!
-Κι’ έζησε δεκαπέντε ώρες;
-Μάλιστα· από εψές το δειλινό ως τα σήμερα το πρωί.
-Και τι να λιμπιστή; Το επήρε κατάκαρδα, ως τόσο.
-Κείνο το κορίτσι το μελαχροινό!
-Είδες μαύρη που ήταν· μα νόστιμη, αλήθεια.
-Τι είναι; τι είναι; ηρώτησε μία άνιφτη, αχτένιστη, η οποία τώρα ακόμη εξήλθεν από το υπόγειον δωμάτιον όπου εκατοικούσε.
-Να, ο Μιχαλάκης που σκοτώθηκε.
-Ποιός Μιχαλάκης;
-Κείνο το παιδί της κυρίας Βασιλειάδους, που περνούσ’ από ‘δώ.
-Α; ο Μιχαλάκης, της κυρίας Βασιλειάδους; και γιατί σκοτώθηκε;
-Εσύ μονάχα δεν είσ’ από ‘δώ; Δεν άκουσες τίποτα;
-Όχι· γιατί σκοτώθηκε;
-Θέλεις να σου πω το γιατί; Να, από έρωτα, το καημένο.
-Και ποιάν αγαπούσε;
-Θα τον θάψουν, λέει με παπάδες; Έδωκε ο Μητροπολίτης την άδεια;
-Να, ο πάπα-Γρηγόρης του είπε: δεν σε μεταλαβαίνω αν δεν ξαγορευθής…
-Κι εκείνο τι είπε; Μπόρεσε και μίλησε;
-Κι εκείνο του είπε: Κανένας δεν φταίγει, παπά μου· εγώ μονάχος μου το έκανα. Εφταξούσιος δεν ήμουν; Εφταξούσιος βέβαια.
-Και το ‘χε πάρει κατάκαρδα; Λένε πως την αγαπούσε από μικρή.
-Από δώδεκα χρονών την αγαπούσε. Δώδεκα χρονών εκείνος, ένδεκα αυτή.
-Και το φώναζε, το είχε μεγάλο μεράκι. Η θα την πάρω, μητέρα μου, η θα σκοτωθώ.
-Το είπε και το ‘κανε.
-Τι αίστημα!
-Μα εκείνη δεν τον αγαπούσε; έλαβε καιρόν να ερωτήση η άνιφτη, η τελευταία εξελθούσα από το ισόγειον, προς την αυλόπορταν, όπου ίσταντο δύο η τρεις γυναίκες, ενώ άλλαι τρεις η τέσσαρες ανταπεκρίνοντο προς ταύτας υψηλά από μπαλκόνια η παράθυρα, ως χελιδόνες εις τας φωλεάς των, υπό τα γείσα των στεγών.
-Τι μορφόπαιδο! κρίμα!
-Τώρα, έχει φύγει απ’ τη γειτονιά η μικρή εκείνη;
-Νανία την έλεγαν, θαρρώ, η πως την έλεγαν; Ανιψιά της κυρία-Παναγιώτους, που την έχει πάρει ψυχοπαίδα, επειδής είναι άκληρη.
-Α! της κυρία-Παναγιώτους;
-Μαύρη, χλωμή, με μεγάλα μάτια, νόστιμη, συμπαθητικιά· μάτια που έσφαζαν.
-Να που έσφαξαν ένανε.
-Έχει φύγει από ‘δώ απ’ το μαχαλά με τη μητέρα της· είναι πεντ’ έξι μήνες.
-Με ποιά μητέρα της; με τη θεία της, την ψυχομάννα της.
-Και που κοντά κάθισαν τώρα;
-Ποιός ξέρει; Στη Νεάπολη, ψηλά επάνω.
-Στο Κολωνάκι, όχι στη Νεάπολη!
-Κι εκείνη δεν τον αγάπαε; ηρώτησε πάλιν η ακτένιστη.
-Εκείνη εκοίταζε πολλούς· είχε αργολάβους. Έκανε αργολαβίες με το μεροκάματο.
-Δεν θα είναι παραπάν’ από δεκάξι χρονών κορίτσι.
-Ως δεκαεφτά θα είναι.
-Δεκαεφτά, δεκαοχτώ, τόσο…
-Θα πάη τάχα να κλάψη στην κάσα του; Θα πάη στον τάφο του να κλάψει;
-Και πότε θα τον θάψουν;
-Θα τον ξενυχτίσουν τάχα; η σήμερα το δειλινό θα τον παν;
-Μα ετελείωσε για τα καλά; Είπαν πως ψυχομαχούσε.
-Ξεψύχησε, καλέ, τον αλλάζουν· θέλετε να τον ζωντανέψετε πίσω;
-Αχ! η μάννα η άμοιρη!
***
Αριστερά, εις την πρώτην καμπήν της οδού, εις στενόν δρομίσκον, υπήρχε μικρά κομψή οικία, ανήκουσα εις την οικογένειαν του νέου του αυτοκτονήσαντος.
Η οικογένεια κατώκει εις το ισόγειον.
Ο θάλαμος, όπου είχαν εξαπλωμένον τον νεκρόν, είχε δύο παράθυρα ημιανοικτά προς τον δρόμον.
Έξω, επί του πεζοδρομίου, γύρω εις το παραθυρον, εσχηματίζετο πυκνόν ημικύκλιον από γυναίκας, παιδία του δρόμου, γείτονας και διαβάτας. Ο νεκρός ηπλωμένος επί της κλίνης εις το μέσον, δύο λαμπάδες έκαιον, η μήτηρ εξηκολούθει να κλαίει σπαρακτικώς. Οκτώ η δέκα πρόσωπα, οικείοι η συγγενείς, ίσταντο όρθιοι περί την κλίνην. Τέσσαρες η πέντε γυναίκες εκάθηντο ολόγυρα.
Πας διαβάτης ίστατο έξω δια να ίδη. Αι γυναίκες της γειτονιάς, μη χορταίνουσαι να βλέπουν, εσπόγγιζον διαρκώς τα τόσον εύκολα δάκρυα. Ηκούοντο ψιθυρισμοί:
-Ωχ! Κρίμα στο νέο!
-Δε λυπήθηκε τα νιάτά του!
-Πως άλλαξε το πρόσωπό του!
-Σαν να κοιμάται είναι!
-Να, τώρα θα μας μιλήσει!
-Να μίλαε της μητέρας του, να την παρηγορήση!
-Δεν τον έπαιρνε ξώψυχα!
-Δεν ήξερε να μη χτυπήσει δυνατά!
-Δεν το έκανε καλύτερα με ρεβόλβερο, μπορούσε να μην τον έπαιρνε καλά η σφαίρα.
-Δεν έπαιρνε τίποτις απ’ το φαρμακείο να πιή, να του δώσουνε αντιφάρμακο! είπε μία.
-Δεν κατάπινε τίποτα σπίρτα, να του δίνανε γιατρικό να τα ξερναε! είπεν άλλη.
-Ωχ! κρίμας!
-Αχ! η δόλια η μαννούλα!
***
Επάνω εις μίαν ταράτσαν ίσταντο το πρωί της άλλης ημέρας τρεις νεαραί γυναίκες, τέσσερα η πέντε κοράσια, ηλικίας μεταξύ πέντε και δέκα ετών και μία γεροντοτέρα. Η ταράτσα έβλεπεν εις τινα γειτονικήν αυλήν, αντίκρυζε δε πλαγιώτερον ολίγον προς την δυτικήν θύραν, την νοτιοδυτικήν γωνίαν και το μικρόν κωδωνοστάσιον του ενοριακού ναού της συνοικίας.
-Να, τον φέρνουνε!
-Είναι κόσμος κάμποσος!
-Να το καπάκι· να τα φανάρια· να κι ο Σταυρός!
-Να κ’ οι παπάδες!
-Που είναι η κάσα;
-Ω, λουλούδια και κακό· να τος, να τος!
-Που ‘ναί τος, μαμά; που ‘ναί τος;
Και η μικρά κορασίς ανερριχάτο προσκολλωμένη εις τον θριγκόν, κύπτουσα απλήστως, με κίνδυνον να πέση.
-Δε φαίνεται καλά· είναι κόσμος μπροστά… ωχ! δεν μπορούν να σταθούν παράμερα!
-Σταθήτε, καλέ, στην άκρη!…
-Να, τον πάνε μες στην εκκλησιά!…
-Καλά-καλά δεν τον είδαμε.
-Εγώ δεν είδα, μαμά!…
-Θα τον ιδούμε τώρα που θα τον βγάλουν έξω! θα πάρουν τον κάτω δρόμο.
-Στο κάτω νεκροταφείο δεν θα τον παν;
-Μπορούν να τον παν και στο απάνω· μα αλλάζουν πάντα το δρόμο…
-Κόσμος που μπαίνει μες στην εκκλησιά!
-Να ο αδελφός του, με δύο φίλους που τον κρατούν μπράτσο.
-Που ‘ναι, μαμά, που ‘ναι;
-Να, τώρα πάει μέσα…
-Πάνε μέσα όλοι· και δεν είδαμε τη μάννα του.
-Που να ιδής, τόσος κόσμος!
-Αχ! η δόλια του η μαννούλα!… πως δε λυπήθηκε τα νιάτά του!…
-Ο πατέρας λείπει, λένε, δεν είν’ εδώ.
-Η ερμ’ η μάννα τα τραβά όλα!
Ηκούσθη κλάψιμον παιδίου ανερχόμενον από τον θάλαμον δια της θύρας προς την ταράτσαν.
-Ο γυιός σου κλαίει, Σταματούλα!
-Τι να το κάμω; ζαλίζεται να το σκύβω στην ταράτσα· δεν θα ιδώ τίποτα· ας κλάψη!
Εφάνη κίνησίς τις ανθρώπων περί τας δύο θύρας του ναού, την δυτικήν και την πλαγίαν· άνθρωποι εισήρχοντο δρομαίως η εξήρχοντο.
-Τι είναι, καλέ; τ’ είναι;
-Κάτι τρέχει· τι να είναι;
-Μην ήρθε ο πατέρας του σκοτωμένου και τρέχουν έτσι;
-Μα του ντελεγραφήσανε τάχα; Και πρόφταινε να ‘ρθη;
-Μην ελιγοθύμησε η μάνα του;
-Γιατί τρέχει έτσι ο κόσμος;
-Μην έπεσε κανένα παιδί απ’ το γυναικίτη; σαν φωνές ακούω, κλάηματα.
-Απ’ το γυναικίτη;
-Η κουμπάρα η Θοδώρα, που πήγε τώρα στην εκκλησιά· δε βαστούσε· ήθελε να ιδή· έγκυος με το παιδί στην αγκαλιά.
-Μην της έπεσε το παιδί απ’ τα χέρια, καθώς θα έσκυβε απ’ το γυναικίτη;
-Τι λες, καλέ; Πως σου φάνηκε αυτό;
-Δεν ξέρω κι εγώ τι να πω. Άλλες κάμποσες πηγαίνουν και καβαλικεύουν στα στασίδια, απ’ οπίσω απ’ τον ψάλτη για να ιδούνε… Μα η κουμπάρα θ’ ανέβηκε στο γυναικίτη.
-Ακόμα τρέχουν!… Η μάννα του νεκρού θα λιγοθύμησε… Αυτό θα είναι!
-Ακούστε να σας πω!… μην ήρθε ‘κείνη η αραπίτσα η Νανία, που αγαπούσε ο σκοτωμένος;… Είπαν πως γι’ αυτήν σκοτώθηκε.
-Και μην έπεσε απάνω στο νεκρό, αβάσταχτα, τραβώντας τα μαλλιά της!…
-Ποιός να ξέρει!… Να’ ξερα, θα πήγαινα στην εκκλησιά!…
-Από που να μάθη κανείς!…
-Να, ο μπάρμπα-Λιμπέρης!… Ε, μπάρμπα-Λιμπέρη! μπάρμπα-Λιμπέρη!
Η μικρά κορασίς είδε μεταξύ του πλήθους έξω του ναού ένα συγγενή της μητρός της ιστάμενον και ήρχισε να φωνάζη ακράτητα:
-Μπάρμπα-Λιμπέρη! μπάρμπα-Λιμπέρη! Ε, μπάρμπα-Λιμπέρη!
Αλλ’ εκεί όπου ίστατο ο καλούμενος φυσικά υπήρχον πλειότεροι θόρυβοι και η φωνή της παιδίσκης δεν θα έφθανε ν’ ακουσθή.
-Μπάρμπα-Λιμπέρη! Λιμπέρη! ε Λιμπέρη! δεν ακούς!… Θείε Λιβέριε! Λιμπέρη! Ε μπαρμπα-Λιμπέρη!
Τον έκραζε δια να έλθη, να τας ειπή τι είχε συμβή εντός του ναού και πόθεν η κίνησις εκείνη, την οποίαν τους εφάνη ότι παρετήρησαν. Αλλά πιθανόν να μη είχε συμβή τίποτε και βέβαιον ότι ο μπαρμπα-Λιμπέρης δεν θα ήξευρε τίποτε να τας είπη και αν ακόμη ήκουε τας φωνάς της μικράς ανεψιάς του.
-Μα γιατί δεν ακούει, καλέ; κουφός είναι;
-Να, τώρα τον ανησπάζονται, είπεν η γραία· ησυχάσατε· τώρα θα βγουν· άρχισαν κι ανησπάζονται.
-Πως το ξέρεις;
-Βγαίνουν ένας-ένας απ’ την εκκλησιά· ανησπάζονται και βγαίνουν… Τώρα θα τον βγάλουν.
-Θα τον βγάλουν, γιαγιά, γλήγορα;
-Τώρα, σε λιγάκι.
Ηκούσθησαν και πάλιν οι κλαυθμοί του παιδίου, υποκάτωθεν ακριβώς της ταράτσας.
-Σταματούλα, δεν ακούς; το παιδί έσκασε να κλαίη!
-Ας κλάψη· ζαλίζεται να τον σκύβω στην ταράτσα και δε θα ιδώ τίποτε.
-Να, τώρα θα βγουν έξω.
-Μα γιατί άργησαν;
-Αργούν πολύ.
-Αχ! πότε θα βγουν;
-Θα τον ιδούμε, μαμά; θα τον ιδώ κ’ εγώ;
-Τώρα θα βγουν.
-Μα πως αργούν ακόμα;
-Να τώρα πήραν στα χέρια το Σταυρό, τα φανάρια.
-Να, βγαίνουν.
-Να οι παπάδες!
-Να, τώρα θα βγη το λείψανο!
-Που’ ναι το, μαμά; που’ ναι το;
-Να!
-Ωχ! μαύρος, μαύρος, που έγινε! απ’ τη μαχαιριά τάχα; χύθηκε το αίμα· πως μαύρισε!
-Εγώ δεν βλέπω, μαμά!… μαμά!
-Να, εκεί· βαστάξου καλά, μη σκύβεις.
-Αχ! καημένα νιάτα! κρίμας! κρίμας!
-Η άχαρη η μαννούλα του!
-Να την! κείνη η ντελικάτη, η μαυροφόρα· μπαίνει μες στο αμάξι μαζί με άλλες δύο…
-Που είναί την, μαμά;…
-Τώρα μπήκε μες στην καρότσα· πάνε!
-Αχ! μαύρη μαννούλα!
-Κρίμα στα νιάτά του!
-Θεός σχωρέσ’ τονε!
-Θεός σχωρέσ’ τον!
***
Και το βάσανον του ατυχούς νεκρού έμελλεν οσονούπω να τελειώση. Απήλθε με την ελπίδα να εύρη εις άλλον κόσμον ολιγωτέραν περιέργειαν.
(1900)

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

Μαθητές του 1ου Γυμνασίου Σκάλας Ωρωπού διαβάζουν Παπαδιαμάντη


ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΩΝ
ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ
ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ/ΤΡΙΕΣ  ΤΟΥ Γ΄2
ΣΧΟΛΙΚΟ ΕΤΟΣ 2010-2011
       Στα πλαίσια του αφιερώματος για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη  οι μαθητές/τριες του Γ΄2 διάβασαν διηγήματα του συγγραφέα και έγραψαν περιλήψεις τους. Στο ταξίδι τους αυτό είχαν καθοδηγητή τη Φιλόλογο τους κ. Οικονόμου Ευαγγελία.
       Κάντε κλικ στον τίτλο του  κάθε διηγήματος, για να διαβάσετε το διήγημα στη γλώσσα του Παπαδιαμάντη.