Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2011

Κωστὴς Παπαγιώργης, Ἑκατὸ Χρόνια Παπαδιαμάντης (Τὸ σκοτεινὸ τρυγόνι)

«Τὸ λογοτέχνημα ἔχει δικούς του νόμους καὶ ἑρμηνεύεται ἀφ᾿ ἑαυτοῦ. Δὲν παραπέμπει στὸν ἄνθρωπο ποὺ τὸ συνέγραψε ἀκόμη κι ἂν πρόκειται γιὰ αὐτοβιογραφία, ὅπως ἕνα μουσικὸ κομμάτι δὲν παραπέμπει στὸ ὄργανο ποὺ τὸ ἐκτελεῖ. Ὄχι μόνο γιατὶ τὸ ἀνώτερο δὲν ἀνάγεται στὸ κατώτερο ἢ τὸ ἀλλογενές, ἀλλὰ κυρίως ἐπειδὴ κάθε μετάβαση σὲ ἄλλη τάξη ἀπὸ τὸ βίωμα στὸ ἔργο, ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο στὴ γλώσσα συνιστᾶ γέφυρα καὶ αὐτόχρημα τομή. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ὑποβλητικὴ πεποίθηση τοῦ Θερβάντες ὅτι κάθε πράγμα γεννᾶ τὸ ὁμοιό του, ἄρα τὸ παιδὶ εἶναι ἀντιμούτσουνο τῶν γονιῶν του, τὸ ἔργο, ὡς πνευματικὸ τέκνο, μεσιτεύεται ἀπὸ παράγοντες ποὺ ἀψηφοῦν τὴ φυσικὴ ὁμοιότητα. Γι᾿ αὐτὸ ἄλλωστε στὴ φύση ἡ γέννα τελεῖται τόσο ἀβίαστα, ἐνῶ στὴ λογοτεχνία σπανίζει. Τὸ ἔκτακτο σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση εἶναι ὅτι τὸ ἔργο αὐτονομεῖται διαβάζεται αὐτοτελῶς, χωρὶς νὰ χρειάζεται νὰ γνωρίζουμε τὸ παραμικρὸ γιὰ τὸν δημιουργό του. Ἐφόσον δὲν λείπει κάτι ἀπὸ τὰ διηγήματα, τὸ ὁποῖο καλούμαστε νὰ βροῦμε στὴν ἄμεση ζωή του, ἡ εὐφάνταστη κριτικὴ διατείνεται ὅτι τὸ ἔργο χρησιμοποιεῖ τὰ βιώματα τοῦ συγγραφέα ὅπως ἡ φωτιὰ τὰ προσανάμματα. Κατὰ συνέπεια, ὄχι μόνο δὲν μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε πλαστοὺς συλλογισμούς, ὅπου ὁ βίος ἐπέχει θέση προκειμένων καὶ τὸ ἔργο θέση συμπεράσματος, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀναγνωρίσουμε στὸ ἔργο τὴν ἱκανότητα τῆς ἐμμε νοῦς διαμόρφωσης. Ἔτσι, ἄλλωστε, καταρρέει καὶ τὸ σαθρὸ παραμύθι γιὰ κάποιον βασανισμένο Σκιαθίτη, ποὺ πειναλέος καὶ ἐνδεὴς συνέγραψε διηγήματα μὲ ἄμεσο στόχο τὴν ἐπιβίωση. Ἡ νηστεία ἦταν βέβαια γεγονός, ἡ στέρηση καὶ ἡ ἀθλιότητα ἐπίσης, ἀλλὰ ἕνα μεγάλο ἔργο δὲν γίνεται ποτὲ λόγω νηστείας. Στὴ λογοτεχνία ἐνυπάρχει πάντα ἕνας πνευματικὸς παράγοντας ποὺ ὑπερβαίνει ἀπείρως τὰ δεδομένα τοῦ βίου. Ἀξίζει, λοιπόν, νὰ ἀνατρέξουμε στὸν βίο καὶ στὴν πολιτεία τοῦ λογοτέχνη Παπαδιαμάντη, χωρὶς τοὺς θρήνους, τὸν οἶκτο καὶ τὰ δάκρυα ποὺ μᾶς ἔχουν συνηθίσει. Ὅπου ἐκδηλώνεται ἀνώτερη μοίρα, τὰ ὑψηλὰ αἰσθήματα εἶναι καθῆκον. Στὰ μικρογεγονότα αὐτοῦ τοῦ ἐξόριστου νησιώτη, δὲν ἔχει νόημα νὰ ἀναγνωρίζουμε μόνο τὸ βάσανο ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ κακόπεσε· προτιμότερο εἶναι νὰ δοῦμε τὸ ψυχικὸ δράμα μιᾶς ἰσχυρῆς φύσης ἡ ὁποία, παίζοντας τὸ θέατρο τῶν περιστάσεων, κατάφερε νὰ μὴν παγιδευτεῖ σὲ αὐτὸ ποὺ ἁπλῶς ἔζησε, ἐπειδὴ εἶχε τὸ σπάνιο προνόμιο νὰ μετατρέψει τὴν ταπεινὴ ζωή της σὲ πνευματικὸ γεγονὸς πρώτης τάξεως» (Κωστῆ Παπαγιώργη «Ἀλέξανδρος Ἀδαμαντίου Ἐμμανουήλ», Καστανιώτης, 1997).
Σὲ ἐποχὴ ἀκατάσχετου δημοτικισμοῦ καὶ γλωσσικοῦ ἐκφαυλισμοῦ, τὸ φυγόκοσμο παπαδοπαίδι ἐκ τῆς νήσου Σκιάθου ποὺ καταγινόταν μὲ τὸ γράψιμο ἀποφάσισε νὰ περιγράψει τὴ μικρὴ σκιαθίτικη κοινότητα καὶ ἀσφαλῶς νὰ τὴν ἀναπλάσει κατὰ τὶς ὑπαγορεύσεις τῆς καρδιᾶς του. Ἔτσι ἡ νεοελληνικὴ λογοτεχνία εὐεργετήθηκε ἀπὸ τὸ μέγιστο πεζογραφικό του ἔργο, τὸ ὁποῖο δὲν μπορεῖ νὰ βρεῖ μιμητές, συνεχιστές, πλαστογράφους καὶ δυστυχῶς μὲ τὸν καιρὸ οὔτε καν ἀναγνῶστες. Ὁ λόγος εἶναι πολὺ ἁπλός. Γιὰ νὰ οἰκοδομήσει τὸ ἀνοικοδόμητο καὶ νὰ φέρει σὲ πέρας ἕνα ἔργο ποὺ μόνο διαισθητικὰ τὸ εἶχε ἀχνοσυλλάβει, εἶχε ἐπείγουσα ἀνάγκη τὴν ἀπόσταση ἀπὸ τὰ πρόσωπά του, ἡ ὁποία κατὰ κύριο λόγο ἦταν γλωσσική. Ἂν τὸν συγκρίνουμε γιὰ παράδειγμα μὲ τὸν Ῥοΐδη ἡ τὸν Καρκαβίτσα, ἡ διαφορὰ ἐμφανίζεται χαώδης. Ὁ πρῶτος ἦταν ἀκραιφνὴς καθαρευουσιάνος, παρὰ τὸ γεγονὸς -ἄλλη παραξενιὰ τῆς ἐποχῆς- ὅτι ὑποστήριζε φανατικὰ τὴ δημοτικὴ γλώσσα. Ὁ δεύτερος, ἐνῶ ἔγραψε τὴ «Λυγερὴ» σὲ καθαρεύουσα γλώσσα, τοῦ λοιποῦ συνέχισε μὲ τὸν «Ζητιάνο» καὶ τὰ «Λόγια τῆς πλώρης» σὲ ἄκρα δημοτική. Σημαδιακὴ ἐν προκειμένῳ εἶναι καὶ ἡ σύμπτωση ὅτι τὸ «Ταξίδι» τοῦ Ψυχάρη κυκλοφορεῖ τὴν ἴδια χρονιὰ μὲ τὸ «Χριστόψωμο» (1877), ποὺ ὡς πρῶτο εἶναι καὶ ἰδρυτικὸ τῆς παπαδιαμαντικῆς διηγηματογραφίας.
Ἐξ οὗ καὶ ἡ ἀπανταχοῦσα ποὺ ἀπευθύνει στὸν Ψυχάρη: «Τὴν δημοτικήνγλωσσαν ποῦ τὴν εἶδε, ποῦ τὴν ἔμαθεν ὁ Ψυχάρης; Αὐτὸς εἶναι Χῖος, σχεδὸν ξένος, ἀριστοκράτης Φαναριώτης, ἐπὶ χειρῶν μ᾿ ἓν στρεβλωτικὸν ἰδίωμα νὰ ἐπιβληθῇ ὡς δημιουργὸς καὶ διδάσκαλος ὁλοκλήρου ἔθνους. Αἱ γλῶσσαι δὲν ἐπιβάλλονται οὕτω εἰς τὰ καλὰ καθούμενα ὑπὸ τῶν ἀτόμων εἰς τοὺς ἄλλους».
Προφανῶς τὴ γλώσσα δὲν τὴν ἐπινοεῖς, τῆς παραδίνεσαι. Ὅπως καὶ τὴν «παράδοση», ἄλλωστε, ποὺ σωστὰ βαφτίστηκε ἔτσι. Διαβάζοντας λοιπὸν τὰ διηγήματα, στὴν ἐπιφάνεια τῆς σελίδας ἡ στὸ πλασματικό της βάθος, διανεύουν τὰ ἀρχαία ἑλληνικά, τὰ βυζαντινά, τὰ μεσαιωνικά, τὰ ἑλληνικὰ καὶ τὰ καθαρευουσιάνικα, βέβαια, συγκροτώντας ἕνα ἐνδιάθετο γλωσσικὸ φρόνημα. Ἀπὸ κοντὰ ἡ γλώσσα τῶν ἐφημερίδων, ἡ ἐκκλησιαστική, ἡ δημοτική, ἡ χυδαία κ.τ.λ. Ἄλλωστε, ὁ ἴδιος πίστευε (ὁ εὐλογημένος) ὅτι ἡ γραφόμενη γλώσσα ποτὲ δὲν ταυτίστηκε μὲ τὴ ζῶσα φωνή. Προτίμησε λοιπὸν χάρη στὸ ψυχόρμητό του τὴν πρόσμειξη, κινούμενος ἀπὸ τὴ λαϊκὴ ντοπιολαλιὰ ὡς τὴν καθαρεύουσα μὲ ἀρχαΐζουσες μνῆμες.
Θὰ πρέπει, μᾶλλον, νὰ μιλήσουμε γιὰ ἕνα προσωπικὸ σύστημα ἀναβαθμῶν καὶ διολισθήσεων ὅπου, διὰ τῆς γλωσσικῆς ἀναγωγῆς, ἀναδεικνύει τὸ ἀναφερόμενο. Γράφει γιὰ παράδειγμα: «Ἐπασχεν ἀπὸ συνεχῆ πνιγμονήν, εἶχε λήρους, λιποθυμίας, παραμιλήματα, ἔκλαιε , κ᾿ ἐκόπτετο ἄνευ αἰτίας παννυχί, ὑπὸ τὸν σκληρὸν ἐφιάλτην». «...Ἐγύριζεν μ᾿ ἀπορίαν πρὸς τὸ μέρος τῆς μεσήλικος γυναικός, ἱστάμενης καὶ αὐτῆς παρὰ τὴν θύραν τῆς οἰκίας της, νηθούσης ὀρθοστάδην μὲ μεγάλην ρόκαν». Θὰ μποροῦσε βέβαια νὰ γράψει ὅτι μία γυναίκα πλέκει, πλὴν ὅμως, μὲ τὸ «νηθούσης ὀρθοστάδην» ἐπιτρέπει στὴν παράσταση νὰ μεσιτευτεῖ ἀπὸ ἕνα φίλτρο γλωσσικό, κάνοντας ἔτσι τὴν πραγματικότητα πιὸ πραγματική. Ὁ Παπαδιαμάντης, δηλαδή, δὲν ἀντιγράφει αὐτὸ ποὺ βλέπει, ἀπεναντίας ἐπιβάλλει εἰδικὴ προοπτικὴ καὶ φωτοσκίαση μὲ τεχνάσματα γλωσσικῆς ἐγγύτητας καὶ ἀπόστασης.
Μέσα στὴ φυσικὴ σκιαθίτικη κοινότητα ἕνα βρέφος πεθαίνει στὸ βυζὶ τῆς μάνας του· ὡστόσο μέσα στὰ διηγήματα πεθαίνει «εἰς τὸν μαζὸν τῆς μητρός». Τὸ βάρος δὲν πέφτει τόσο στὴν ὁμηρικὴ λέξη «μαζὸς» ὅσο στὴν ἰδιοφυΐα τοῦ ἀφηγητῆ ὁ ὁποῖος, προσφεύγοντας στὴν τεχνικότητα, καθιστὰ τὴν παράσταση πιὸ πειστικὴ καὶ ἀπὸ τὴ φυσική. Θὰ μπορούσαμε, μάλιστα, νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ματιά του δὲν ἀνήκει σὲ ἐπιμέρους ἄτομο, ἀλλὰ στὸ Γένος ὁλόκληρο ποὺ παρακολουθεῖ τὸν ἑαυτό του.
Ἂν δὲν σταθεῖ κανεὶς σὲ αὐτὸ τὸ ἀπίθανο γνώρισμα τοῦ γλωσσικοῦ συγκρητισμοῦ, ποὺ ἀσκεῖται μὲ πρωτοφανῆ μαεστρία, εὐνόητο εἶναι νὰ ὑποπέσει στὸ σφάλμα τῆς λατρείας τοῦ περιεχομένου. Ξέρουμε τί ἀχαλίνωτο λιβανιστήρι ἔχει ξοδευτεῖ γιὰ τὰ ἄσημα καὶ βασανισμένα πρόσωπά του, γιὰ τὶς γριοῦλες, τὶς ἄγουρες καὶ ἀδικοχαμένες κόρες, γιὰ τοὺς ἀλκοολικοὺς καὶ τοὺς ξωμάχους τοῦ νησιοῦ, γιὰ τοὺς ἱερεῖς τῶν πόλεων καὶ τῶν χωρίων. Γιὰ τὴ θρησκευτικὴ πίστη του τέλος. Ὅλα αὐτὰ παρέλκουν. Ἂν τὸ νόημα φωλίαζε στὴ δραματικότητα τῶν προσώπων, τότε ὁ Παπαδιαμάντης θὰ μποροῦσε κάλλιστα νὰ μεταφραστεῖ ἀλλὰ δὲν πρόκειται γιὰ τὸν Καζαντζάκη καὶ τὸν ἐξωτικὸ νιτσεϊσμό του. Ὅταν σκέπτεται κανεὶς τί θὰ ἦταν ὁ Παπαδιαμάντης στὴ γαλλικὴ -σκέτο χάλι!-, ἀπορεῖ γιὰ τὴν ἐπιμονὴ ὁρισμένων κύκλων νὰ διεθνοποιήσουν τὸν Σκιαθίτη γιὰ νὰ κερδίσει τὴ δόξα ποὺ τοῦ στεροῦν ὅσο μένει ἀμετάφραστος. Ἐξίσου κακόζηλο εἶναι καὶ τὸ ἐγχείρημα τοῦ γυρίσματος τοῦ Παπαδιαμάντη στὴ δημοτικὴ (γιὰ νὰ μὴ χάσει ἡ Βενετιὰ βελόνι) καὶ νὰ καταστεῖ προσιτὸς στὴν ἀνελλήνιστη νεολαία.

ΨΑΛΤΑΔΕΣ

Ἐνῷ ὁ παππᾶς ἀπήγγελε τὰς μακρὰς αἰτήσεις τῆς Λιτῆς, ἐπισυνάπτων καὶ τὰ ὀνόματα ὅλα ζωντανὰ καὶ πεθαμένα, ὅσα τοῦ εἶχον ὑπαγορεύσει ἀφ᾿ ἑσπέρας αἱ εὐλαβεῖς προσκυνήτριαι, ὁ Φραγκούλας ἔψαλλε μεγαλοφώνως τὸ τριπλοῦν «Κύριε Ἐλέησον» μὲ τὴν χονδρὴν φωνήν του, καὶ μὲ ὅλον τὸ πάθος τῆς ψαλτικῆς του. Τότε ὁ μπαρμπα-Δημητρός, ὅστις ἐφαίνετο νὰ εἶχε πειραχθῆ ὀλίγον, ἴσως διότι ὁ Φραγκούλας ἐν τῇ ψαλτομανίᾳ του δὲν ἐπέτρεπε νὰ πῇ κ᾿ ἐκεῖνος ἕνα τροπαράκι σωστὸ (διότι, ἅμα ἤρχιζεν ὁ Δημητρὸς τὸ δικό του, ὁ Φραγκούλας μὲ τὴν γερὴν κεφαλικὴν φωνήν του, ἐκθύμως συνέψαλλε, τοῦ ἤρπαζε τὴν πρωτοφωνίαν, καὶ ὑπέτασσε κ᾿ ἐκάλυπτε τὴν ἀσθενῆ καὶ τερετίζουσαν φωνὴν ἐκείνου) ἔλαβε τὸ θάῤῥος νὰ κάμῃ παρατήρησιν. («Ῥεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταυγούστου»). Ἡ σκηνὴ ὑπαινίσσεται τὸ παράπονο τοῦ ἐξαδέλφου τοῦ Παπαδιαμάντη, Ἀλέξανδρου Μωραϊτίδη, ἐπειδὴ στὸν Ἃγιο Ἐλισσαῖο δὲν τοῦ ἐπέτρεπε ποτὲ νὰ ψάλει ἀπὸ τὴ θέση τοῦ δεξιοῦ ψάλτη.

Κόσμος τοῦ Ἐπενδυτῆ,
Σαββάτο 12, Κυριακὴ 13 Φεβρουαρίου 2011
στήλη: Ἰσόπεδος διάβασις

Δεν υπάρχουν σχόλια: