Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

Ο πασχαλινός Παπαδιαμάντης, του Στέλιου Συρμόγλου

«Ήναψαν τας λαμπάδας κι εξήλθον
όλοι εις την ύπαιθρον να
ακούσωσιν την Ανάστασιν.
Γλυκείαν και κατανυκτικήν
Ανάστασιν εν μέσω των ανθούντων
δένδρων, υπό ελαφράς αύρας
σειομένων ευωδών θάμνων και των
λευκών ανθέων της
αγραμπελιάς…»
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Ψάλτης της Πασχαλιάς ο Παπαδιαμάντης, μας πρόσφερε ευαίσθητες σελίδες σχετικές με την πασχαλινή πανδαισία κα τη λειτουργική λαμπρότητα, όπως εμβιώνονταν από τους Έλληνες των αρχών του 20ου αιώνα. Όλοι γνωρίζουμε πως η πένα του Παπαδιαμάντη είναι γλαφυρή, λυρική, συγκινησιακή, βαθιά ανθρώπινη και έντονα θρησκευτική. Η θρησκευτικότητα του μεγάλου διηγηματογράφου είναι, ίσως κάποτε παγανιστική, εμπνευσμένη περισσότερο από τη λαϊκή ευσέβεια και λιγότερο από το πνεύμα της Αποκάλυψης, παρά την πλήθουσα μαρτυρία των λειτουργικών κειμένων της Ορθόδοξης παράδοσης.
Ο Παπαδιαμάντης, ωστόσο, είναι βαθύς χριστιανός, γνήσιο τέκνο της Ορθοδοξίας και γνώστης των αρχών της. Αναθρεμμένος από τη λαϊκή ευσέβεια, υπήρξε λογοτεχνικός της υμνωδός αλλά και μάρτυρας. Τα χριστουγεννιάτικα διηγήματά του θα συναρπάσουν, οι πασχαλινές του διηγήσεις θα λαμπρύνουν τις συνειδήσεις και θα αναβαπτίζουν τις φθαρμένες μας υποστάσεις στα νήματα της πίστης, της αγάπης και της ελπίδας. Ο πασχαλινός Παπαδιαμάντης αρκείται στην επιφάνεια αλλά ταυτόχρονα υπαινίσσεται το πνεύμα της Ανάστασης. Οι «παιδικές πασχαλιές» που μας μεταφέρουν στην εξοχή υπό το φως της πάλλουσας φύσης και των έξοχων αποχρώσεων της άνοιξης, αιωνίζουν το πνεύμα της παιδικότητας, μυούν στα μυστικά των θρησκευτικών συγκινήσεων.
Εμβαθύνοντας έτσι στα πασχαλινά διηγήματα του αλησμόνητου Σκιαθίτη διηγηματογράφου, εισδύουμε στο πνεύμα της Ανάστασης όχι ως απλοί θεατές ή αναγνώστες, αλλά ως ζώσες συνειδήσεις που εκζητούν το απόλυτο και την πληροφορία της ζωής της αιώνιας στην ένσαρκη και έγχρονη κατάσταση.
Προβάλλει πρώτα ο περίγυρος, η ανοιξιάτικη φύση, η χαρά, το πανηγύρι των λουλουδιών, τα «ανθούντα δένδρα», οι «σειόμενοι θάμνοι», ο μυστικός ψίθυρος το παντός. Έτσι η θρησκευτική συνείδηση ενωτίζεται το μυστήριο της Παρουσίας του Θείου, του Απεριχώρητου. Ωστόσο, και στις έκπαγλες παγανιστικές ελλάμψεις όλων των λαών υπάρχουν παρόμοιες πληροφορίες που στάθηκαν στην αφετηρία ποιητικών, φιλοσοφικών και ευρύτερης προοπτικής πνευματικών εμπνεύσεων και δημιουργιών. Σ’ αυτό το επίπεδο ο Παπαδιαμάντης συνεχίζει την παράδοση των διηγούμενων και αναδιηγούμενων την ιερή μαγεία την οποία ασκεί η Μητέρα Γη στη διαμόρφωση του θρησκευτικού βιώματος.
Ο διηγηματογράφος Παπαδιαμάντης, όμως προχωρεί περισσότερο, γιατί εγγίζει τη συγκεκριμένη μαρτυρία του χριστιανικού μηνύματος, όπως εκφράζεται στον παιδικό κόσμο, στους πιστούς, στους κληρικούς, στα λειτουργικά κείμενα της Ορθοδοξίας. Και εδώ με την πρώτη ματιά, το προχώρημα δεν είναι ουσιαστικό, αφού η περιγραφή οσοδήποτε πηγαία, έντεχνη και υποβλητική, αναπαράγει τα αδόμενα και τα κουόμενα κάθε χρόνο κατά τις μέρες της λαμπρηφόρας Ανάστασης. Είναι τα πασχαλινά διηγήματα του λογοτέχνη, δημιουργήματα απλών εξάρσεων και συγκινήσεων που αγνοούν τις βαθύτερες εκζητήσεις της θρησκευτικής συνείδησης και μάλιστα κατά τις «στιγμές» της ιερής συνάντησης με τον Αναστημένο.
Ας μην είμαστε υπερβολικά απαιτητικοί. Ο Παπαδιαμάντης είναι ψάλτης της ωραιότητας, όπως την προσέλαβε η ανεπιτήδευτη συνείδησή του κατά την αναστροφή της με το πνεύμα της παράδοσης.
Απομένει το πνεύμα της αναστάσιμης πληροφορίας, το μυστικό κάλλος της Ανάστασης, η απόλυτη εγγύτητα με τη ζωή, όπως μας προσφέρεται από τον κόσμο της θρησκευτικής αποκάλυψης. Η έσχατη, όμως, στιγμή της προσωπικής συνάντησης δεν προσφέρεται ούτε με τις πνευματικότερες ακολουθείες, αν δεν εξέλθει πληρωμένη η προσωπική συνείδηση. Ο Σκιαθίτης κοσμοκαλόγερος άδει, υπαινίσσεται, γρηγορεί και θυμίζει στους αναγνώστες του το μήνυμα του θρησκευτικού μυστηρίου.
Όσο η ιστορικότητα φθείρει και διαφθείρει τις εσώτατες πληροφορίες της συνείδησης, εξαιτίας του έγχρονα φυσιούμενου Εγώ, τόσο οι απλές υπομνήσεις του ισχύοντος είναι ικανές να οδηγήσουν στην Ανάβλεψη και στην Ανακαίνωση. Αυτό είναι, εξάλλου, το πνεύμα της πασχαλινής πανδαισίας. Ο αχός των προχριστιανικών μυστηρίων πληροφορούν αμυδρά μα έντονα, πως η ανθρώπινη φύση είναι διαμόνια, διαμονιώδης, ουράνια. Το χριστιανικό μυστήριο, ιδωμένο στην έσχατη έκφρασή του, στην Ανάσταση του Χριστού πληροφορεί και αποπληροφορεί, φωτίζει την ιστορία των ψυχών ως ιερή πληροφορία και ταυτόχρονα, ανάγει στην αιώνια θέα και κοινωνία, ως θεήλατη αποπληροφορία. Ανάγει στον ακοίμητο «τόπο» της διαρκούς επιφάνειας και αποκάλυψης, μα συνάμα κατάγει στη χώρα των στεναγμών και του άγχους, ως έγχρονη μαρτυρία του Υπερούσιου. Δεν αποϊστορικοποιεί τη συνείδηση, δεν αρνείται την έγκοσμη κατάστασή της, αλλά προχωρεί περισσότερο. Πληρώνει το έγκοσμο και το έγχρονο με το υπερούσιο πλήρωμα της Άσπιλης Ζωής. Κομίζει τη μακαριότητα και αιχμαλωτίζει φιλάνθρωπα το πάθος. Πάθος του πάθους η Ανάσταση, θα προκαλεί την ιστορική συνείδηση και οι ευθύνες σιγηλά το δρόμο της ιερής κοινωνίας, του προσώπου με το απόλυτο πρόσωπο.

ΠΗΓΗ: http://www.statesmen.gr/26803/koinonia/%CE%BF-%CF%80%CE%B1%CF%83%CF%87%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82-%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%82_20-04-2011.html 

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2011

Το σπίτι του Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο

Μουσείο
Το σπίτι - μουσείο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο, όπου ο σπουδαίος νεοέλληνας λογοτέχνης έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του και άφησε την τελευταία του πνοή, κτίστηκε γύρω στο 1860 από τον παπά - Αδαμάντιο, πατέρα του συγγραφέα. Το κτίριο από το 1954 ανήκει στο Δήμο Σκιάθου. Το 1965 χαρακτηρίστηκε από το Υπουργείο Πολιτισμου ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο που χρειάζεται ειδική κρατική προστασία (ΦΕΚ 618/Β΄/17-9-1965). Το 1990 πραγματοποιήθηκαν εργασίες επισκευής και στερέωσης του κτιρίου. Σήμερα, ο όροφος του σπιτιού διατηρείται ως η κατοικία του Παπαδιαμάντη με αυθεντικά έπιπλα και αντικείμενα της εποχής, ενώ το ισόγειο λειτουργεί ως εκθεσιακός χώρος παλαιών και νέων εκδόσεων του Παπαδιαμάντη.

Το σπίτι βρίσκεται σε μια πλατεία στο κέντρο της μικρής πόλης της Σκιάθου, λίγα μέτρα απόσταση από το λιμάνι. Αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα σκιαθίτικης λαϊκής αρχιτεκτονικής, από τα ελάχιστα που διατηρούνται μέχρι σήμερα χωρίς μεταγενέστερες αλλοιώσεις και αλλαγές. Είναι διώροφο, με τοίχους από πέτρα και από τσατμά, στεγασμένο με ξύλινη στέγη που καλύπτεται με κεραμίδια "βυζαντινού" τύπου. Στο εσωτερικό του σπιτιού εισερχόταν κανείς από το αδιέξοδο δρομάκι πίσω από την πλατεία μέσω μιας πλακοστρωμένης αυλής, περιφραγμένης με ψηλό λιθόκτιστο αυλόγυρο.

Το κατώι είναι μονόχωρο και χρησίμευε ως αποθήκη και κελάρι. Ένας στύλος δεσπόζει στο κέντρο του, που στηρίζει το επάνω πάτωμα, με την παράξενη παρουσία ενός πηγαδιού στο πλάι του. Στο ανώι ανέβαινε κανείς από μια ξύλινη σκάλα από τη μεριά της αυλής, για να βρεθεί πρώτα στο χαγιάτι και στο μαγειρείο του σπιτιού. Σήμερα, στο χαγιάτι ανεβάζει και δεύτερη μεταγενέστερη ξύλινη σκάλα από τη μεριά της πλατείας, απ' όπου εισέρχονται οι επισκέπτες στο σπίτι. Το ανώι αποτελείται από τρία δωμάτια με δίφυλλες πόρτες, στα οποία οδηγεί ένας μικρός χώρος στην είσοδο με το εικονοστάσι αριστερά, στο μέρος της ανατολής. Απέναντι από την είσοδο βρίσκεται η σάλα, ο χώρος υποδοχής του σπιτιού, όπου δεσπόζουν ο χαρακτηριστικός παλιός καναπές και το γραφείο του Παπαδιαμάντη. Πάνω στο γραφείο σε μια μικρή ξύλινη βιτρίνα φυλάσσονται τα προσωπικά αντικείμενα του συγγραφέα, το ψαλτήρι του, το μελανοδοχείο του, ο κοντυλοφόρος, η πένα του και κάποια χειρόγραφα. Στο μικρό δωμάτιο στα δεξιά, το υπνοδωμάτιο του Παπαδιαμάντη, μόλις που χωράει το στενό κρεβάτι του. Το μεγάλο δωμάτιο στα αριστερά ήταν το καθημερινό, το "χειμωνιάτικο" δωμάτιο με το τζάκι. Στο ιστορικό αυτό τζάκι ο "κοσμοκαλόγερος" των ελληνικών γραμμάτων πέρασε τις επιθανάτιες στιγμές του.

Το σπίτι του Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο, ένα λιτό και απέριττο παραδοσιακό σκιαθίτικο σπίτι, δίνει στον επισκέπτη την εντύπωση ότι ξεπηδά από τα διηγήματά του. Τα λιγοστά ταπεινά αντικείμενα προσωπικής χρήσης του συγγραφέα που συμπληρώνουν την απλή επίπλωση του σπιτιού αποτελούν τη μόνη υλική περιουσία που άφησε πίσω της η ασκητική ζωή του μεγάλου Σκιαθίτη.

Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Πάσχα ῥωμέικο

 Ὁ μπάρμπα-Πίπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, εἶχεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ καπέλλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων καὶ μεγεθῶν, ὅλα ἐκ παλαιοῦ χρόνου καὶ ὅλα κατακαίνουργια, τὰ ὁποῖα ἐφόρει ἐκ περιτροπῆς μετὰ τοῦ εὐπρεποῦς μαύρου ἱματίου του κατὰ τὰς μεγάλας ἑορτὰς τοῦ ἐνιαυτοῦ, ὁπόταν ἔκαμνε δυὸ ἢ τρεῖς περιπάτους ἀπὸ τῆς μιᾶς πλατείας εἰς τὴν ἄλλην διὰ τῆς ὁδοῦ Σταδίου. Ὁσάκις ἐφόρει τὸν καθημερινὸν κοῦκον του, μὲ τὸ σάλι του διπλωμένον εἰς ὀκτὼ ἢ δεκαὲξ δίπλας ἐπὶ τοῦ ὤμου, συνήθιζε νὰ κάθηται ἐπί τινας ὥρας εἰς τὸ γειτονικὸν παντοπωλεῖον, ὑποπίνων συνήθως, μετὰ τῶν φίλων, καὶ ἦτο στομύλος καὶ διηγεῖτο πολλὰ κι ἐμειδία πρὸς αὐτούς.
Ὅταν ἐμειδία ὁ μπάρμπα - Πίπης, δὲν ἐμειδίων μόνον αἱ γωνίαι τῶν χειλέων, αἱ παρειαὶ καὶ τὰ οὖλα τῶν ὀδόντων του, ἀλλ᾿ ἐμειδίων οἱ ἱλαροὶ καὶ ἥμεροι ὀφθαλμοί του, ἐμειδία στίλβουσα ἡ σιμὴ καὶ πεπλατυσμένη ρίς του, ὁ μύσταξ του ὁ εὐθυσμένος μὲ λεβάνταν καὶ ὡς διὰ κολλητοῦ κηροῦ λελεπτυσμένος, καὶ τὸ ὑπογένειόν του τὸ λευκὸν καὶ ἐπιμελῶς διατηρούμενον, καὶ σχεδὸν ὁ κοῦκος του ὁ στακτερός, ὁ λοξὸς κι ἐπικλινὴς πρὸς τὸ οὖς, ὅλα παρ᾿ αὐτῷ ἐμειδίων. Εἶχε γνωρίσει πρόσωπα καὶ πράγματα ἐν Κερκύρᾳ, ὅλα τὰ περιέγραφε μετὰ χάριτος εἰς τοὺς φίλους του. Δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ σεμνύνεται διὰ τὴν προτίμησιν, τὴν ὁποίαν εἶχε δείξει ἀείποτε διὰ τὴν Κέρκυραν ὁ βασιλεύς, καὶ ἔζησεν ἀρκετὰ διὰ νὰ ὑπερηφανευθῆ ἐπὶ τῇ ἐκλογῇ, ἣν ἔκαμε τῆς αὐτῆς νήσου πρὸς διατριβὴν «ἡ ἑφτάκρατορισσα τῆς Ἀούστριας». Ἐνθυμεῖτο ἀμυδρῶς τὸν Μουστοξύδην, μὰ δόττο, δοττίσιμο κὲ ταλέντο! Εἶχε γνωρίσει καλῶς τὸν Μάντζαρον, μὰ γαλαντουόμο! τὸν Κερκύρας Ἀθανάσιον, μὰ μπράβο! τὸν Σιερπιέρρο, κὲ γκρὰν φιλόζοφο! Τὸ τελευταῖον ὄνομα ἔδιδεν εἰς τὸν ἀοίδιμον Βράιλαν, διὰ τὸν τίτλον ὃν τοῦ εἶχαν ἀπονείμει, φαίνεται, οἱ Ἀγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter).
Εἶχε γνωρίσει ἐπίσης τὸν «Σολωμὸ» κὲ ποέτα, τοῦ ὁποίου ἀπεμνημόνευε καὶ στίχους τινάς, ἀπαγγέλλων αὐτοὺς κατὰ τὸ ἑξῆς ὑπόδειγμα:
Ὡσὰν τὴ σπίθᾳ κρουμμένη στὴ στάχτη
ποῦ ἐκρουβόταν γιὰ μᾶς λευτεριά;
Εἰσὲ πᾶσα μέρη πετιέται κι ἀνάφτει
καὶ σκορπιέται σὲ κάθε μεριά.

Ὁ μπάρμπα-Πίπης ἔλειπεν ὑπὲρ τὰ εἴκοσι ἔτη ἐκ τοῦ τόπου τῆς γεννήσεώς του. Εἶχε γυρίσει κόσμον κι ἔκαμεν ἐργασίας πολλάς. Ἔστειλε ποτε καὶ εἰς τὴν Παγκόσμιον «Ἔκτεση», διότι ἦτο σχεδὸν ἀρχιτέκτων, καὶ εἶχε μάλιστα καὶ μίαν ἰνβεντσιόνε. Ἐμίσει τοὺς πονηροὺς καὶ τοὺς ἰδιοτελεῖς, ἐξετίμα τὸν ἀνθρωπισμὸν καὶ τὴν τιμιότητα. Ἀπετροπιάζετο τοὺς φαύλους.
«Ἲλ τραδιτόρε νὸν ά κομπασιόν» - ὁ ἀπατεῶνας δὲν ἔχει λύπηση. Ἐνίοτε πάλιν ἐμαλάττετο κι ἐδείκνυε συγκατάβασιν εἰς τὰς ἀνθρωπίνους ἀτελείας. «Οὐδ᾿ ἡ γῆς ἀναμάρτητος - ἄγκε λὰ τέρρα νὸν έ ἰμπεκκάμπιλε». Καὶ ὕστερον, ἀφοῦ οὐδ᾿ ἡ γῆ εἶναι, πῶς θὰ εἶναι ὁ Πάπας; Ὅταν τοῦ παρετήρει τὶς ὅτι ὁ Πάπας δὲν ἐψηφίσθη ἰμπεκκάμπιλε, ἀλλὰ ἰνφαλλίμπιλε, δὲν ἤθελε ν᾿ ἀναγνωρίση τὴν διαφοράν.
Δὲν ἦτο ἄμοιρος καὶ θρησκευτικῶν συναισθημάτων. Τὰς δυὸ ἢ τρεῖς προσευχάς, ἂς ἤξευρε, τὰς ἤξευρεν ἑλληνιστί. «Τὰ πατερμά του ἤξευρε ρωμέικα». Ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ... ὡς ἐνάντιος ὑψίστοις!». Ὅταν μὲ ἠρώτησε δὶς ἢ τρὶς τί σημαίνει τοῦτο ὡς ἐνάντιος, προσεπάθησα νὰ διορθώσω καὶ ἐξηγήσω τὸ πρᾶγμα. Ἀλλὰ μετὰ δυὸ ἢ τρεῖς ἡμέρες ὑποτροπιάζων πάλιν ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος... ὡς ἐνάντιος ὑψίστοις».
Ἓν μόνον εἶχεν ἐλάττωμα, ὅτι ἐμίσει ἀδιαλλάκτως πᾶν ὅ,τι ἐκ προκαταλήψεως ἐμίσει καὶ χωρὶς ν᾿ ἀνέχηται ἀντίθετον γνώμην ἢ ἐπιχείρημα. Πολιτικῶς κατεφέρετο πολὺ κατὰ τῶν Ἀγγλων, θρησκευτικῶς δὲ κατὰ τῶν Δυτικῶν. Δὲν ἤθελε ν᾿ ἀκούση τὸ ὄνομα τοῦ Πάπα, καὶ ἦτο ἀμείλικτος κατήγορος τοῦ ρωμαϊκοῦ κλήρου...
Τὴν ἑσπέραν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου τοῦ ἔτους 188... περὶ ὥραν ἐνάτην, γερόντιον τι εὐπρεπῶς ἐνδεδυμένον, καθόσον ἠδύνατο νὰ διακρίνῃ τις εἰς τὸ σκότος, κατήρχετο τὴν ἀπ᾿ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιὰ ἄγουσαν, τὴν ἁμαξιτήν. Δὲν εἶχεν ἀκόμη ἀνατείλει ἡ σελίνη, καὶ ὁ ὁδοιπόρος ἐδίσταζε ν᾿ ἀναβῇ ὑψηλότερον, ζητῶν δρόμον μεταξὺ τῶν χωραφίων. Ἐφαίνετο μὴ γνωρίζων καλῶς τὸν τόπον. Ὁ γέρων θὰ ἦταν ἴσως πτωχός, δὲ θὰ εἶχε 50 λεπτὰ διὰ νὰ πληρώση τὸ εἰσιτήριον τοῦ σιδηροδρόμου ἢ θὰ τὰ εἶχε κι ἔκαμνεν οἰκονομίαν.
Ἀλλ᾿ ὄχι δὲν ἦτο πτωχός, δὲν ἦτο οὔτε πλούσιος, εἶχε διὰ νὰ ζήσῃ. Ἦτο εὐλαβής, καὶ εἶχε τάξιμο νὰ καταβαίνῃ κατ᾿ ἔτος τὸ Πάσχα πεζὸς εἰς τὸν Πειραιά, ν᾿ ἀκούῃ τὴν Ἀνάστασιν εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ ὄχι εἰς ἄλλην ἐκκλησίαν, νὰ λειτουργῆται ἐκεῖ καὶ μετὰ τὴν ἀπόλυσιν ν᾿ ἀναβαίνη πάλιν πεζὸς εἰς τὰς Ἀθήνας.
Ἦτο ὁ μπάρμπα-Πίπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, καὶ κατέβαινεν εἰς Πειραιᾶ διὰ ν᾿ ἀκούση τὸ Χριστὸς Ἀνέστη εἰς τὸν ναὸν τοῦ ὁμωνύμου καὶ προστάτου του, διὰ νὰ κάμῃ Πάσχα ρωμέικο κι εὐφρανθῆ ἡ ψυχή του.
Καὶ ὅμως ἦτο... δυτικός!
Ὁ μπάρμπα-Πίπης ἦτο Ἰταλοκερκυραῖος, ἁπλοϊκός, Ἑλληνίδος μητρός, Ἕλλην τὴν καρδίαν, καὶ ὑφίστατο ἄκων ἴσως, ὡς καὶ τόσοι ἄλλοι, τὸ ἄπειρον μεγαλεῖον καὶ τὴν ἄφατον γλυκύτητα τῆς ἐκκλησίας τῆς ἑλληνικῆς. Ἐκαυχάτο ὅτι ὁ πατήρ του, ὅστις ἦτο στρατιώτης τοῦ Ναπολέοντος Α´, «εἶχε μεταλάβει ρωμέικα» ὅταν ἐκινδύνευε ν᾿ ἀποθάνη ἐκβιάσας μάλιστα πρὸς τοῦτο, διὰ τινῶν συστρατιωτῶν του, τὸν ἱερέα τὸν ἀγαθόν. Καὶ ὅμως ὅταν, κατόπιν τούτων, φυσικῶς τοῦ ἔλεγε τις: «Διατὶ δὲ βαπτίζεσαι, μπάρμπα-Πίπη;» ἡ ἀπάντησίς του ἦτο, ὅτι ἅπαξ ἐβαπτίσθη, καὶ ὅτι εὑρέθη ἐκεῖ.
Φαίνεται ὅτι οἱ Πάπαι τῆς Ρώμης, μὲ τὴ συνήθη ἐπιτηδείαν πολιτικήν των, εἶχον ἀναγνωρίσει εἰς τοὺς ρωμαιοκαθολικοὺς τῶν Ἰονίων νήσων τινὰ τῶν εἰς τοὺς Οὐνίτας ἀπομενομένων προνομίων, ἐπιτρέψαντες αὐτοῖς νὰ συνεορτάζωσι μετὰ τῶν ὀρθοδόξων ὅλας τὰς ἑορτάς. Ἀρκεῖ νὰ προσκυνήσῃ τις τὴν ἐμβάδα τοῦ Ποντίφηκος, τὰ λοιπὰ εἶναι ἀδιάφορα.
Ὁ μπάρμπα-Πίπης ἔτρεφε μεγίστην εὐλάβειαν πρὸς τὸν πολιοῦχον Ἅγιον τῆς πατρίδος του καὶ πρὸς τὸ σεπτὸν αὐτοῦ λείψανον. Ἐπίστευεν εἰς τὸ θαῦμα τὸ γενόμενον κατὰ τῶν Βενετῶν, τολμησάντων ποτε νὰ ἱδρύσωσιν ἴδιον θυσιαστήριον ἐν αὐτῷ τῷ ὀρθοδόξῳ ναῷ, (il Santo Spiridion ha fatto cquesto aso), ὅτε ὁ Ἅγιος ἐπιφανεὶς νύκτωρ ἐν σχήματι μοναχοῦ κρατῶν δαυλὸν ἀναμμένον, ἔκαυσεν ἐνώπιον τῶν ἀπολιθωθέντων ἐκ τοῦ τρόμου φρουρῶν τὸ ἀρτιπαγὲς ἀλτάρε. Ἀφοῦ εὑρίσκετο μακρὰν τῆς Κερκύρας, ὁ μπάρμπα-Πίπης ποτὲ δὲ θὰ ἔστεργε νὰ ἑορτάση τὸ Πάσχα μαζὶ μὲ τσοὺ φράγκους.
Τὴν ἑσπέραν λοιπὸν ἐκείνην τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ὅτε κατέβαινεν εἰς Πειραιᾶ πεζός, κρατῶν εἰς τὴ χεῖρα τὴ λαμπάδα του, ἣν ἔμελλε ν᾿ ἀνάψῃ κατὰ τὴν Ἀνάστασιν, μικρὸν πρὶν φθάση εἰς τὰ παραπήγματα τῆς μέσης ὁδοῦ, ἐκουράσθη καὶ ἠθέλησε νὰ καθίση ἐπ᾿ ὀλίγον ν᾿ ἀναπαυθῆ. Εὖρεν ὑπήνεμον τόπον ἔξωθεν τῆς μάνδρας, ἐχούσης καὶ οἰκίσκον παρὰ τὴ μεσημβρινὴν γωνίαν, κι ἐκεῖ ἐκάθισεν ἐπὶ τῶν χόρτων, ἀφοῦ ὑπέστρωσε τὸ εἰς πολλὰς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Ἐβγαλεν ἀπὸ τὴν τσέπην τὴν σπιρτοθήκην του, ἤναψε σιγαρέττον κι ἐκάπνιζεν ἡδονικῶς.
Ἐκεῖ ἀκούει ὄπισθέν του ἐλαφρὸν θροῦν ὡς βημάτων ἐπὶ παχείας χλόης καί, πρὶν προφθάση νὰ στραφῆ νὰ ἴδῃ, ἀκούει δεύτερον κρότον ἐλαφρότερον. Ὁ δεύτερος οὖτος κρότος τοῦ κάστηκε, ὅτι ἦτον ὡς ἀνυψουμένης σκανδάλης φονικοῦ ὅπλου.
Ἐκείνην τὴ στιγμὴν εἶχε λαμπρυνθῆ πρὸς ἀνατολὰς ὁ ὁρίζων, καὶ τοῦ Αἰγάλεω αἱ κορυφαὶ ἐφάνησαν πρὸς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Ἡ σελήνη, τετάρτην ἡμέραν ἄγουσα ἀπὸ τῆς πανσελήνου, θ᾿ ἀνέτελλε μετ᾿ ὀλίγα λεπτά. Ἐκεῖ ὅπου ἔστρεψε τὴν κεφαλὴν πρὸς τὰ δεξιά, ἐγγὺς τῆς βορειανατολικῆς γωνίας τοῦ ἀγροτικοῦ περιβόλου, ὅπου ἐκάθητο, τοῦ κάστηκε, ὡς διηγεῖτο ἀργότερα ὁ ἴδιος, ὅτι εἶδε ἀνθρωπίνην σκιάν, εἰς προβολὴν τρόπον τινὰ ἱσταμένην καὶ τείνουσα ἐγκαρσίως μακρόν τι ὡς ρόπαλον ἢ κοντάριον πρὸς τὸ μέρος αὐτοῦ. Πρέπει δὲ νὰ ἦτο τουφέκιον.
Ὁ μπάρμπα-Πίπης ἐνόησεν ἀμέσως τὸν κίνδυνον. Χωρὶς νὰ κινηθῇ ἄλλως ἀπὸ τὴν θέσιν του, ἔτεινε τὴ χεῖρα πρὸς τὸν ἄγνωστον κι ἔκραξεν ἐναγωνίως.
- Φίλος! καλός! μὴ ρίχνῃς...
Ὁ ἄνθρωπος ἔκαμε μικρὸν κίνημα ὀπισθοδρομήσεως, ἀλλὰ δὲν ἐπανέφερε τὸ ὅπλον εἰς εἰρηνικὴν θέσιν, οὐδὲ κατεβίβασε τὴ σκανδάλην.
- Φίλος καὶ τί θέλεις ἐδῶ; ἠρώτησε μὲ ἀπειλητικὴν φωνήν.
- Τί θέλω; ἐπανέλαβεν ὁ μπάρμπα-Πίπης. Κάθουμαι καὶ φουμάρω τὸ τσιγάρο μου.
- Καὶ δὲν πᾶς ἀλλοῦ νὰ τὸ φουμάρῃς, ρέ; ἀπήντησεν αὐθαδῶς ὁ ἄγνωστος. Ηὖρες τὸν τόπον, ρέ, γιὰ νὰ φουμάρῃς τὸ τσιγάρο σου!
- Καὶ γιατί; ἐπανέλαβεν ὁ μπάρμπα-Πίπης. Τί σᾶς ἔβλαψα;
- Δὲν ξέρω ἐγὼ ἀπ᾿ αὐτά, εἶπεν ὀργίλως ὁ ἀγρότης, ἐδῶ εἶναι ἀποθήκη, ἔχει χόρτα, ἔχει κι ἄλλα πράματα μέσα. Μόνον κότες δὲν ἔχει, προσέθηκε μετὰ σκληροῦ σαρκασμοῦ. Ἐγελάστηκες.
Ἦτο πρόδηλον, ὅτι εἶχεν ἐκλάβει τὸ γηραιὸν φίλον μου ὡς ὀρνιθοκλόπον, καὶ διὰ νὰ τὸν ἐκδικηθῇ τοῦ ἔλεγεν ὅτι τάχα δὲν εἶχεν ὄρνιθας, ἐνῷ κυρίως ὁ ἀγρονόμος διὰ τὰς ὄρνιθάς του θὰ ἐφοβήθη καὶ ὠπλίση μὲ τὴν καραβίναν του.
Ὁ μπάρμπα-Πίπης ἐγέλασε πικρῶς πρὸς τὸν ὑβριστικὸν ὑπαινιγμόν.
- Σὺ ἐγελάστηκες, ἀπήντησεν, ἐγὼ κότες δὲν κλέφτω, οὔτε λωποδύτης εἶμαι, ἐγὼ πηγαίνω στὸν Πειραιὰ ν᾿ ἀκούσω Ἀνάσταση στὸν Ἅγιο Σπυρίδωνα.
Ὁ χωρικὸς ἐκάγχασε.
- Στὸν Περαία; στὸν Ἅϊ - Σπυρίδωνα; κι ἀπὸ ποῦ ἔρχεσαι;
- Ἀπ᾿ τὴν Ἀθήνα.
- Ἀπ᾿ τὴν Ἀθήνα; καὶ δὲν ἔχει ἐκεῖ ἐκκλησίες ν᾿ ἀκούσῃς Ἀνάσταση;
- Ἔχει ἐκκλησίες, μὰ ἐγὼ τὸ ἔχω τάξιμο, ἀπήντησεν ὁ μπάρμπα-Σπύρος.
Ὁ χωρικὸς ἐσιώπησε πρὸς στιγμήν, εἶτα ἐπανέλαβε.
- Νὰ φχαριστᾷς καημένε...
Καὶ τότε μόνον κατεβίβασεν τὴ σκανδάλην καὶ ὤρθωσε τὸ ὅπλον πρὸς τὸν ὦμον του.
- Νὰ φχαριστᾷς, καημένε, τὴν ἡμέραν ποὺ ξημερώνει αὔριον, εἰ δὲ μή, δὲν τό ῾χα γιὰ τίποτες νὰ σὲ ξαπλώσω δῶ χάμου. Τράβα τώρα!
Ὁ γέρων Κερκυραῖος εἶχεν ἐγερθῆ καὶ ἡτοιμάζετο ν᾿ ἀπέλθῃ, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ δώσῃ τελευταίαν ἀπάντησιν.
- Κάνεις ἄδικα καὶ συγχωρεμένος νά ῾σαι ποὺ μὲ προσβάλλεις, εἶπε. Σ᾿ εὐχαριστῶ ὡς τόσο ποὺ δὲ μὲ ἐτουφέκισες, ἀλλὰ νὸν βὰ μπένε... δὲν κάνεις καλὰ νὰ μὲ παίρνῃς γιὰ κλέφτη. Ἐγὼ εἶμαι διαβάτης, κι ἐπήγαινα, σοῦ λέω, στὸν Πειραιᾶ.
- Ἔλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρέ...
Καὶ ὁ χωρικὸς στρέψας τὴν ράχιν εἰσῆλθεν ἀνατολικῶς διὰ τῆς θύρας τοῦ περιβολίου, κι ἔγινεν ἄφαντος.
Ὁ γέρων φίλος μου ἐξηκολούθησε τὸν δρόμον του.
Τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο δὲν ἐμπόδισε τὸν μπάρμπα-Πίπην νὰ ἐξακολουθῇ κατ᾿ ἔτος τὴν εὐσεβῆ του συνήθειαν, νὰ καταβαίνῃ πεζὸς εἰς τὸν Πειραιά, νὰ προσέρχηται εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ νὰ κάμη Πάσχα ῥωμέικο.
Ἐφέτος τὸ μισοσαράκοστον μοὶ ἐπρότεινεν, ἂν ἤθελα νὰ τὸν συνοδεύσω ἐφέτος εἰς τὴν προσκύνησίν του ταύτην. Θὰ προσεχώρουν δὲ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν του, ἂν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν δὲν εἶχα τὴ συνήθεια νὰ ἑορτάζω ἐκτὸς τοῦ Ἄστεως τὸ Ἅγιον Πάσχα.

Ἀπὸ τὴ Συλλογὴ «Πασχαλινὰ διηγήματα», Ἔκδοση «Βιβλιοπωλεῖον τῆς «Ἑστίας» Ι.Δ.Κολλάρου καὶ ΣΙΑ ΑΕ

ΤΟ ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ. Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου

 

Πάμπολλες οι αναφορές και οι μελέτες για το έργο του Παπαδιαμάντη στην εποχή μας. Ειδικές εργασίες και μάλιστα τολμηρές, όπως χαρακτηρίζονται από διάφορους κριτικούς, απόπειρες ερμηνείες του έργου του, βλέπουν το φώς της δημοσιότητας συνεχώς. Και είναι γνωστό ότι υπάρχει και μία επιστημονική διχογνωμία για το ποιος τελικά Παπαδιαμάντης είναι ο αληθινός. Ο ορθόδοξος και κοσμοκαλόγερος ή ο σκοτεινός και ερωτικός νοσταλγός; Ο ταπεινός και ασίγαστος ψάλτης της Ορθοδοξίας ή ο “εωσφορικός”1 δημιουργός; Φυσικά, στο τεράστιο αυτό δίλημμα δεν θα δώσουμε απάντηση εμείς εδώ. Θα προσπαθήσουμε, όμως, να καταδείξουμε πως ο κυρ Αλέξανδρος δεν ήταν απλώς ένα πιστό μέλος της Εκκλησίας ή ένας πολύ καλός πρακτικός ψάλτης, που γνώριζε τα εκκλησιαστικά και λειτουργικά θέματα. Ο Παπαδιαμάντης ήταν γνώστης της Ορθόδοξης Θεολογίας όσο λίγοι στον καιρό του. Βίωνε την παράδοση της ρωμιοσύνης με απόλυτη ένταση γι’ αυτό και έγραψε, ουσιαστικά κατήγγειλε, τα προβλήματα στον κλήρο, την προτεσταντίζουσα δράση των θρησκευτικών οργανώσεων της εποχής του, την περιθωριοποίηση των λαϊκών, τους οποίους έβλεπε ως συλλειτουργός των ιερέων2. Ακόμη, αναδείχθηκε υπέρμαχος της Βυζαντινής λειτουργικής τέχνης, μουσικής και αγιογραφίας, πιστός τηρητής του τυπικού, λάτρης του μοναχισμού. Μόνος και φυσικά πρωτοπόρος στην εποχή του, αντιτάχθηκε στην μουσειοποίηση της λειτουργικής τέχνης3, περιέγραψε με σαφήνεια τις ολέθριες δυτικές επιδράσεις στον καθόλου εκκλησιαστικό βίο, προέβαλε το γνήσιο λειτουργικό ήθος. Πρέπει να υπογραμμιστεί το γεγονός ότι κανένας τότε δεν συμμερίστηκε την οδύνη του κυρ Αλέξανδρου, που εκπήγαζε από την βαθιά εκκλησιαστική του συνείδηση. Για τον Παπαδιαμάντη πρωτοτυπία στις λειτουργικές τέχνες, σημαίνει να μένει κανείς πιστός στους πρώτους τύπους της τέχνης αυτής. Η Εκκλησία για τον Παπαδιαμάντη “έχει έναν παραδεδεγμένο τύπον, ον ουδείς δύναται αποινεί να παραβή και ρητώς απαγορεύεται πάσα καινοτομία είτε εις την αρχιτεκτονικήν και γραφικήν και την λοιπήν των ναών διακόσμησιν, είτε εις την μουσικήν και των άλλην λατρείαν”.4
Και για να εστιάσουμε την μουσική προσωπικότητά του: Υπήρξε ψάλτης, τυπικάρης, υμνογράφος5 και παραϋμνογράφος – έγραφε δηλ. σατιρικά6 όπως οι Βυζαντινοί – και για την εποχή του μουσικολόγος, υπό την έννοια ότι προέβη σε καίριες παρατηρήσεις σχετικά με την εκκλησιαστική μουσική. Παρατηρήσεις, οι οποίες παραμένουν επίκαιρες και μάλλον διαχρονικές.
Ο Παπαδιαμάντης ήταν φορέας μιας σπουδαίας και ζωντανής, τότε, παραδόσεως: της Κολλυβαδικής ή καλύτερα φιλοκαλικής. Το μοναστήρι του Ευαγγελισμού στη Σκιάθο, όπου πήγαινε ο Παπαδιαμάντης, ήταν η ορατή αλλά και ζωντανή παρουσία που διασφάλιζε την αγιορείτικη λειτουργική παράδοση των Κολλυβάδων πατέρων7. Αυτήν την παράδοση μεταφύτευσε ο Παπαδιαμάντης στην Αθήνα! Στο ναϋδριο του Προφήτου Ελισσαίου, όπου τελούνταν τις μεγάλες γιορτές αγρυπνίες μέχρι πρωίας, σύμφωνα με τις τυπικές διατάξεις του Αγίου Όρους. Σε αυτές τις παννυχίδες έψαλλαν οι δύο Αλέξανδροι: Ο Παπαδιαμάντης και ο Μωραϊτίδης. Η μαρτυρία του μουσικολόγου και πρωτοψάλτου Κωνσταντίνου Ψάχου είναι ιδιαίτερα σημαντική: "αμφότεροι δεν ψάλλουσι προς επίδειξιν, αλλά ψάλλουσιν εκ συνειδήσεως δια να προσευχηθώσι και να επικοινωνήσωσι με το θείον, με πίστιν αληθή, η οποία κατέστη εγγενής του πνεύματός των. Ο Παπαδιαμάντης γνωρίζει από στήθους όλα τα κείμενα, όπως και την μουσικήν όλων των κανόνων (ενν. του όρθρου), εις τους οποίους προπάντων είναι αμίμητος. Είναι ειδήμων των τυπικών διατάξεων των αγρυπνιών και όλων εν γένει των ιερών ακολουθιών, ψάλλει δε με όλως ατομικόν του ιδίωμα τους πολυελέους των Αγρυπνιών πάσης εορτής…".8 Το γεγονός ότι – όπως μαρτυρεί ο Κωνσταντίνος Ψάχος – ο Παπαδιαμάντης γνωρίζει πάρα πολύ καλά να ψάλει τους κανόνες και τους πολυελέους, αποδεικνύει την ευεργετική επίδραση της κολλυβαδικής παραδόσεως. Ας σημειωθεί ότι οι περισσότεροι από τους σημερινές ψάλτες αγνοούν το μέλος των κανόνων και των πολυελέων – κυρίως αυτών που ονομάζουμε "εκλογή" από το ψαλτήρι του Δαβίδ. "Εν τη εκτελέσει των μελών τούτων ο Παπαδιαμάντης ήτο αμίμητος", αναφέρει ο Τσόκλης.9
Εννοείται ότι οι επιδράσεις από το αγιορείτικο τυπικό - εκτός από την φανέρωσή τους στην πράξη – καταφαίνονται και σε διηγήματα που έχουν ως σκηνικό τους όχι μόνο μοναστηριακούς χώρους, αλλά εκκλησίες και ξωκλήσια της Σκιάθου.

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ποιητής πάνω απ’ όλα, του Παντελή Μπουκάλα


«Εν τινι παρεκκλησίω της εν... Μονής υπήρχε κιβώτιόν τι παλαιόν και σεσαθρωμένον, πλήρες εφθαρμένων βιβλίων. Ουδείς των σοφών περιηγητών των επισκεφθέντων κατά καιρούς την βιβλιοθήκην της Μονής ηξίωσε να ρίψη εκ περιεργείας βλέμμα και προς το λησμονημένον κιβώτιον». Παπαδιαμάντης. Προφανώς. «Οι έμποροι των εθνών». «Τι σε Δημητράκη καλέσωμεν; μουσικόν της καραβάνας, ψάλτην του γλυκού νερού, που κοιτάζεις στο βιβλίον και τα λες στα κουτουρού· ιμάμην των Χοτζάδων προεξάρχοντα, χαμάμην των Μποχώρηδων εξάρχοντα· αμανετζήν ηχηρότατον και μπατακτσήν οχληρότατον. Μας λίγωσες απ' τη γλύκα τας ψυχάς ημών». Κι αυτό Παπαδιαμάντης. Σατιρικότατος, με την «Ακολουθία του Σπανού», του 14/15ου αιώνα, οπωσδήποτε υπόψη του («Αλαλα τα χείλη των μιαρών, σπανών των κακίστων, και μεγάλων κακοποιών»). Δηλαδή, όχι προφανώς Παπαδιαμάντης, τουλάχιστον έτσι όπως δημιουργήθηκε με τα χρόνια, και ερήμην του, η λογοτεχνική «προφάνειά» του και όπως καλλιέργησε τις προσδοκίες των αναγνωστών του η καθυπόταξή του στο στενό σχήμα του «αγίου των γραμμάτων».
«Και τώρα, όταν ενθυμούμαι το κοντόν εκείνο σκοινίον, από το οποίον εσχοινιάσθη κ' επνίγη η Μοσχούλα, η κατσίκα μου, και αναλογίζωμαι το άλλο σχοινίον της παραβολής, με το οποίον είναι δεμένος ο σκύλος εις την αυλήν του αφέντη μου, διαπορώ μέσα μου αν τα δύο δεν είχαν μεγάλην συγγένειαν, και αν δεν ήσαν ως» σχοίνισμα κληρονομίας» δι' εμέ, όπως η Γραφή λέγει». Παπαδιαμάντης. Και πάλι προφανώς, «Ονειρο στο κύμα», με ηπιότερη δημοτική, πλην με τη Γραφή και τη γνώση της παρούσα όσο σε ελάχιστους. Αλλά και το επόμενο Παπαδιαμάντης, δημοτικός, και γι' αυτό «απροσδόκητος», τουλάχιστον κατά τα στερεότυπα: «Μοναχός εγώ αγρυπνάω, / νυχτερεύω μοναχός· 'λεημοσύνη σάς ζητάω, / νύχτα, δόλι' αγάπη, φως!» - ακριβώς στο βηματισμό τού «Μοναχή το δρόμο επήρες...»
Δεν χρειαζόταν να συνυπολογίσει τους παραπάνω στίχους ο Σεφέρης για να συμπεράνει πως «η μόνωση των Ελλήνων ποιητών είναι μεγάλη· είτε ο ποιητής ονομάζεται Κάλβος, είτε Παλαμάς, είτε Παπαδιαμάντης». Το κρίσιμο άλλωστε στο σεφερικό πόρισμα είναι ο χαρακτηρισμός του Σκιαθίτη ως ποιητή. Αυτό ήταν: ποιητής. Κι όχι λόγω των λιγοστών ποιημάτων του. Τα πεζά του, ένας κόσμος πλήρης μες στην ποικιλία του, του δίνουν τον τίτλο με ακέραιη την ουσία του.

ΠΗΓΗ: Εφημ. Καθημερινή, 16-01-11

Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη, του Κώστα Βάρναλη

Εις την Δεξαμενήν

Αυτές τις μέρες ξαναθυμούνται οι παλαιότεροι τα καλά εκείνα χρόνια (γύρω στο 1905-1915), που η Αθήνα ήτανε ακόμη μια ειδυλλιακή πολιτεία κι είχε περισσότερη πίστη και περισσότερην εγκαρδιότητα σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους. Τώρα το πολύ πλήθος, που γέμισε ασφυκτικά την πρωτεύουσα, απομακρύνει τον έναν από τον άλλον και τον απομονώνει. Κείνην την εποχή της ειρηνικής και εύκολης ζωής, οι κάτοικοι μιας συνοικίας αποτελούσανε μιαν οικογένεια κι οι θαμώνες ενός κέντρου μια φιλική συντροφιά.

Η Δεξαμενή τότες ήτανε μια προνομιούχα... εξοχή. Εκεί υπήρχε ανοιχτός ορίζοντας, καθαρός αέρας και δάσος. Ητανε όχι μονάχα το υψηλό καταφύγιο των λογίων και των ποιητών, παρά και η πνευματική κορφή όλης της Ελλάδος. Στα γύρω φτωχικά σπίτια καθόντανε από χρόνια ο Παπαδιαμάντης, ο Βλαχογιάννης, ο Μαλακάσης, ο Κοντυλάκης, ο Χατζόπουλος και συχνάζανε όλοι στο καφενεδάκι του Μπαρμπαγιάννη. Οι νεοσσοί των Μουσσών: ο Αυγέρης, ο Ζήλος, ο Πελλερέν, ο Ροδοκανάκης, ο Καζαντζάκης, η Γαλάτεια, καθόντανε σε κάποια απόσταση από τους μεγάλους, γεμάτοι από τη νεανική ματαιοδοξία πως θα τους ξεπεράσουνε.

Τότες δεν υπήρχανε οι φριχτές πολυκατοικίες, που πνίξανε τον ορίζοντα, ούτε είχανε γίνει τα «εξωραϊστικά» έργα, που φάγανε τον μισό λόφο και του χαλάσανε τη φυσική του γραφικότητα. Η θάλασσα φαινότανε κάθε πρωί να σπιθίζη πέρα ολόχαρη, γελαστή και μπλάβη.

Καμμιά δεκαριά πανύψηλες λεύκες, ολοφούντωτες και ρωμαλέες, κι άλλα τόσα πεύκα τραγουδούσανε μέρα νύκτα με το παραμικρό αεράκι· τα πουλιά γεμίζανε τα κλώνια και τα τζατζίκια τσιτσιρίζανε μέσα στο... τηγάνι της μεσημεριάτικης πύρας. Μια βρύση κελάριζε ακατάπαυστα μέρα και νύκτα στη ρίζα μιας θεώρατης λεύκας. Και το φθινόπωρο, σαν πέφτανε τα φύλλα και τα έσερνε ο βορριάς, η βρύση θρηνολογούσε με αναφυλλητά, τα ξερόφυλλα θροούσανε απελπισμένα και μέσα στη χαβούζα της δεξαμενής το νερό βογγούσε δυνατά. Ο διαβάτης, που περνούσε απ' εκεί τη νύχτα μέσα στο ερημικό και βαθύ σκοτάδι έμοιαζε με τις «σκιές» των ρομαντικών μυθιστορημάτων, που «αιφνιδίως αποσπώνται εκ της παρακειμένης γωνίας και διασκελίζουσιν εσπευσμένως την έρημον οδόν, ενώ το ωρολόγιον κ.τ.λ.».

Εκεί ερχότανε πρωί κι απόγευμα ο κυρ Στέφανος, ο Πρόεδρος, ο τύπος των τύπων. Φορούσε ποδήματα χειμώνα-καλοκαίρι κι ακουμπούσε τα γερατειά του απάνου σ' ένα χονδρό μπαστούνι. Απαισιόδοξος, πυρρωνιστής, λαϊκός φιλόσοφος με αληθινή φλέβα. Ητανε ο μοναδικός σχεδόν φίλος του Παπαδιαμάντη. Γιατί ο Σκιαθίτης συγγραφέας έπασχε από ανθρωποφοβία - με το δίκηο του. Καθότανε στο πίσω μέρος του καφενείου κοντά στο παραθυράκι του τζακιού. Σταύρωνε τα χέρια του, έγερνε δίπλα το ιερατικό του κεφάλι και βυθιζότανε στα δημιουργικά του ονειροπολήματα με κατάνυξη κι ευχαριστημένος για την μόνωσή του. Από το παραθυράκι έπερνε τον καφέ του και καμμιά φορά έμπαινε βιαστικός στο καφενείο χωρίς να σηκώνη τα μάτια, έπαιρνε μιαν εφημερίδα κι έφευγε με τον ίδιο τρόπο βιαστικός. Μονάχα τον κυρ Στέφανο δεχότανε να τον ζυγώνη. Οπως ήτανε πάντα σιωπηλός, τον άφηνε να του μιλή υπομονετικά. Γιατί ο κυρ Στέφανος ήταν ένας τίμιος, απλοϊκός, άκακος και περήφανος άνθρωπος, όπως και ο κυρ Αλέξανδρος. Αν ετούτος ήτανε βαθύτατα θρήσκος σαν τους καθωσιωμένους ασκητές των πρώτων χριστιανικών αιώνων, μα και του Προέδρου ο πυρρωνισμός δεν ήτανε άθρησκος. Είχε τη μανία να κοροϊδεύη τις ματαιότητες κάθε λογής και προ παντός την παραδοπιστία των ανθρώπων και των παπάδων. Κι αυτό χωρίς κακία.

Τι Κυριακές και τις μεγάλες γιορτάδες ο Παπαδιαμάντης πήγαινε πρωί-πρωί στον Αγιο Ελισσαίο, κοντά στον Παλαιό Στρατώνα, και έψελνε ανάμεσα στους απλοϊκούς πιστούς της συνοικίας. Εκεί πήγαινε και ο Μωραϊτίδης για τον ίδιο σκοπό. Ετσι ξαλαφρώνανε κι οι δυο την ψυχή τους από τις πίκρες της ζωής και παίρνανε ένα λουτρό καρτερίας, που τους δυνάμωνε τη δημιουργική τους ορμή. Τη Μεγάλη βδομάδα τον χάναμε. Εκτελούσε στην εντέλεια όλα τα χριστιανικά του χρέη σαν πειθαρχημένος καλόγηρος. Μα την Κυριακή του Πάσχα, κατά το μεσημέρι ο κυρ Στέφανος ερχότανε στο καφενείο και τον έπαιρνε στο σπίτι του να φάνε το πασχαλινό αρνί. Κατηφορίζανε κι οι δύο το λόφο, ο ένας με σκυμμένο το κεφάλι κι ο άλλος με την αλύγιστη περπατησιά του, γιατί τα γόνατά του ήτανε ξυλιασμένα από την αρθρίτιδα.

Στο τραπέζι μοσχοβολούσε κι άχνιζε το αρνί μέσα στο ταψί· μοσχοβολούσε το τυρί του Παρνασσού, η μαρουλοσαλάτα με τον άνηθο και το κρεμμυδάκι· μοσκοβολούσανε τα πορτοκάλια και λαμποκοπούσανε μέσα στη σουπιέρα τα κόκκινα τ' αυγά. Πόσοι πειρασμοί: Μα ο θρήσκος Παπαδιαμάντης πρώτα έκαμνε το σταυρό του, έλεγε το «φάγονται πένητες και εμπλησθήσονται...», οι άλλοι όρθιοι γύρω σταυροκοπιόντανε κι αυτοί κι ύστερα... Αι, ύστερα, άμα καθόντανε στο τραπέζι, ο κυρ Στέφανος, που ήξαιρε τα συνήθεια του φίλου του, του γέμιζε μια κούπα ρετσίνα. Ο κυρ Αλέξανδρος την έπιανε με τις δυο του φούχτες (γιατί τα χέρια του τρέμανε) και την άδειαζε ολάκερη «αμυστί» με μια συγκινητική λαχτάρα. Τότες το αίμα του ξυπνούσε και κύλαε ζεστό στις φλέβες του, τα μάτια του καθαρίζανε, η ψυχή του άνοιγε τα διπλωμένα φτερά της και τότε μονάχα αρχίζανε το φαγί. «Ητο ωραίον ρετσινάτον» (λέγει σ' ένα του διήγημα) «όλον άρωμα και πτήσις και αφρός»! Τι λυρικός καϋμός, τι αληθινός έρωτας για το κρασί!

Ετσι αυτές τις μέρες, που η εποχή μας τις ζη με κάποιαν πεζότητα, πώς να μη θυμηθή κανείς τον καλό εκείνο καιρό, που η ποίηση και η πίστη ήτανε ζωντανά στοιχεία της ζωής. Τώρα τα πεύκα τα κόψανε όλα οι πολυκατοικίες. Οι λεύκες ξεραθήκανε κι ως τόσο δεν τις κόβουνε να λείψη ο πένθιμος εκείνος σκελετός τους, που τις κάνει να μοιάζουνε με υψηλούς ξύλινους σταυρούς σε κοιμητήρι. Η Δεξαμενή που ήτανε η ψηλότερη σκοπιά της Αθήνας, έχασε τον ουρανό και τη θάλασσα και κατάντησε σα μια πηγάδα. Και μείναμε εμείς τα ερείπια, οι παληοί κάτοικοι του ωραίου λόφου να θρηνούμε επάνω στα ερείπια του «εξωραϊσμού» του.
2 Μαΐου 1937

ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 24-4-2008

Γ. Φαρίνου – Μαλαματάρη, Αφηγηματικές Τεχνικές στον Παπαδιαμάντη (απόσπασμα)

Τρόποι και Σημασία των «Πρωτοπρόσωπων» Αφηγήσεων στον Παπαδιαμάντη

Ο όρος πρωτοπρόσωπη αφήγηση είναι πλεοναστικός όταν αναφέρεται στο αφηγείσθαι, επειδή το υποκείμενο της αφηγηματικής πράξης είναι πάντα στο πρώτο πρόσωπο. Συνηθέστερα όμως ο όρος χρησιμοποιείται για να δηλωθεί η ταυτότητα του αφηγητή μ’ έναν από τους ήρωες της ιστορίας. Για να αποφύγουμε κάποια ενδεχόμενη ανακρίβεια, υιοθετήσαμε, ήδη στην Εισαγωγή, τους όρους του Genette ομοδιηγητική και ετεροδιηγητική αφήγηση σε αντικατάσταση των όρων πρωτοπρόσωπη και τριτοπρόσωπη αφήγηση αντίστοιχα.
Τα πέντε διηγήματα […] ανήκουν στον ισχυρό τύπο ομοδιηγητικής αφήγησης, όπου ο αφηγητής δεν παρουσιάζεται με δευτερεύοντα ρόλο, ως περαστικός, στην ιστορία που αφηγείται, αλλά είναι ο κεντρικός ήρωας της δικής του ιστορίας, ο πρωταγωνιστής. Στον τύπο αυτό δόθηκε η ονομασία αυτοδιηγητική αφήγηση.
Τα πέντε αυτά διηγήματα […] παρουσιάζονται ως ήδη γραμμένα κείμενα (πβ. το «Δια την Αντιγραφήν» ή το «Εξ Αντιγραφής»). Σύμφωνα με τον Romberg […] και τουλάχιστον αναφορικά με τις κλασικές μορφές της ομοδιηγητικής αφήγησης είναι τα πλασματικά απομνημονεύματα, τα ημερολόγια και το επιστολικό μυθιστόρημα. Τα πέντε διηγήματα θα μπορούσαμε δοκιμαστικά να τα κατατάξουμε στις αναμνήσεις που μοιάζουν με απομνημονεύματα και περιορίζονται σε κάποιες στιγμές της προσωπικής ιστορίας του αφηγητή.
Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι, ενώ τα απομνημονεύματα αναφέρονται σε αναδρομική εξιστόρηση εξωτερικών επί το πλείστον γεγονότων, που δικαιώνουν την παρελθούσα ζωή, ο Παπαδιαμάντης υιοθετεί το ακόλουθο σχήμα: Προκρίνει δύο στιγμές, που είναι συνήθως χρονικά απομακρυσμένες η μία από την άλλη. Κατά κανόνα η πρώτη αναφέρεται στην παιδική ηλικία του ήρωα, ενώ η δεύτερη δηλώνει το πέρασμα προς την ωριμότητα. Αυτό λοιπόν που υπογραμμίζεται είναι κάποιο γεγονός που σχετίζεται από τον αφηγητή με την ιδιωτική πλευρά της ύπαρξής του, αυτό προβάλλει την τάση μετάβασης από τα εξωτερικά γεγονότα στον έσω άνθρωπο, κοντολογίς μια εξομολογητική τάση. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι παπαδιαμαντικές αυτοδιηγητικές αφηγήσεις βρίσκονται ανάμεσα στο απομνημόνευμα και στην εξομολόγηση.
Και στις περιπτώσεις αυτές ο αφηγητής – πρωταγωνιστής κοιτάζει πίσω στο χρόνο και βλέπει τα γεγονότα της προηγούμενης ζωή του αναδρομικά. Από τη χρονική διαφορά προκύπτει η διφυΐα της αυτοδιηγητικής αφήγησης, που αγνοήθηκε όμως, γενικά, από τους μελετητές της οπτικής γωνίας.
Το Εγώ αυτών των αφηγήσεων έχει διπλή υπόσταση: είναι το Εγώ της ιστορίας και το Εγώ της αφήγησης που συνήθως αντιπροσωπεύουν αντίστοιχα τον εαυτό που βιώνει και τον εαυτό που αφηγείται. Οι δύο αυτές πλευρές του Εγώ χωρίζονται μεταξύ τους από ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο διάστημα χρόνου (την αφηγηματική απόσταση).
Αυτό το διάστημα και η ίδια η πράξη της αφήγησης είναι δύο παράγοντες που θέτουν σε αμφισβήτηση την ταυτότητα που η προσωπική αντωνυμία δημιουργεί μεταξύ του Εγώ που βιώνει και του Εγώ που αφηγείται. Αυτός που έζησε το παρελθόν και αυτός που το διηγείται είναι και δεν είναι το ίδιο πρόσωπο. Αυτός που έζησε «είδε» τα γεγονότα (αντιληπτική οπτική γωνία), ενώ αυτός που τα διηγείται δεν περιορίζεται στην απλή αναμετάδοση της όρασης, αλλά επενδύει κάθε περιστατικό με κάποια ιδεολογία (εννοιολογική οπτική γωνία).
Έτσι στην αυτοδιηγητική αφήγηση η φωνή μπορεί να είναι μία (αφού δεν υπάρχει διαφορά στην προσωπική αντωνυμία), αλλά υπάρχει ενδεχομένως διαφορά στην προοπτική ανάμεσα στο Εγώ που αφηγείται, ιδιαίτερα όταν η αφηγηματική απόσταση είναι μεγάλη. Στο σημείο αυτό, μπορεί να εκτιμήσει κανείς τη χρησιμότητα του διαχωρισμού της προοπτικής από τη φωνή, που αναφέραμε στην Εισαγωγή.
Δεδομένου ότι ο λόγος ανήκει στο Εγώ που αφηγείται (εκτός από τις λίγες περιπτώσεις που παραχωρεί το λόγο στον εαυτό του ως ήρωα) το ερώτημα είναι ποιου την προοπτική υιοθετεί η αφήγηση. Ο Genette υποστηρίζει ότι ο αυτοδιηγητικός αφηγητής «πρέπει να σεβαστεί την εστίαση που καθορίζεται σε σχέση με την πληροφορία του ως αφηγητή κι όχι σε σχέση με την παρελθοντική πληροφορία του ως ήρωα» […].
Αυτό σημαίνει ότι η αυτοδιηγητική αφήγηση είναι η περιοχή της εσωτερικής εστίασης μέσω του αφηγητή. Τυχόν εναλλαγές στην εστίαση, που μπορεί να μη μείνει αμετάβλητη σ’ όλο το μήκος του κειμένου, συνιστούν παραλήψεις (paralepsis), και παραλείψεις (paralipsis) αντίστοιχα […].
Στην παράληψη εφοδιαζόμαστε με περισσότερες πληροφορίες «απ’ ό,τι επιτρέπεται κανονικά στον κώδικα της εστίασης που κυβερνά το σύνολο», ενώ στην παράλειψη με λιγότερες. Στην περίπτωση των διηγημάτων που μας απασχολούν η παράληψη έγκειται στον έμμεσο εφοδιασμό μας με περισσότερες πληροφορίες, απ’ όσες αρχικά υποπτευόμαστε, ενώ η παράλειψη στον περιορισμό του αφηγητή στα όρια του εαυτού του ως ήρωα. Οι παραλείψεις εγείρουν αγωνία, δημιουργούν μυστήριο, και από τη γενικότερη άποψη της αναγνωστικής διαδικασίας ειρωνεία, αυτό οφείλεται αφ’ ενός στην ανισότητα μεταξύ της πληροφορίας που δίνεται από τον ήρωα και της ερμηνείας που προσφέρει ο αναγνώστης. Έτσι, οι μεταβολές στην εστίαση διασπούν κατά κάποιο τρόπο την ταυτότητα που δημιουργεί η πρωτοπρόσωπη αντωνυμία […]
Τα διηγήματα αυτά παρουσιάζονται κάπως αργά στη διηγηματογραφική παραγωγή του συγγραφέα, γύρω στο 1900, γράφτηκαν σε διάστημα μικρότερο της διετίας (1899-1901) […].
Σχεδόν κατά γενική ομολογία τα διηγήματα αυτά θεωρούνται «αυτοβιογραφικά», «αυτοψυχογραφικά», «ντοκουμέντα για το πλησίασμα της προσωπικότητας και του έργου του συγγραφέα» που μαρτυρούν ότι ο «ηθικός κόσμος του Παπαδιαμάντη δοκιμάζεται από τον κρυφό κι ανικανοποίητο ερωτισμό του, από τα πάθη του, από τις εισβολές του πονηρού» […].
Με δυο λόγια, η μέχρι σήμερα κριτική κυμαίνεται ανάμεσα στα σημασία και στην αξία των έργων αυτών. Και όσον αφορά στη σημασία τα εξηγεί -πράγμα όχι και τόσο δύσκολο- σύμφωνα με μια βιογραφική προοπτική την οποία όμως ασκεί με απλουστευτικό τρόπο. Οι κριτικοί, δηλαδή, δεν αρκούνται να δείξουν ότι το κείμενο «βρίσκεται σε μια ορισμένη σχέση με το συγγραφέα του και ότι μπορεί γι’ αυτό να γίνει κατανοητό, εάν τα στοιχεία του συσχετιστούν με μια ψυχολογική αληθοφάνεια» […] αλλά θεωρούν τα έργα αυτοβιογραφικά με την περιορισμένη και περιοριστική μάλλον έννοια της συμπερίληψης συμπαγών κομματιών της ζωής του συγγραφέα στο κείμενο. Έτσι, καταλήγουν στην απομόνωση στοιχείων που θεωρούνται ενδεικτικά είτε των ψυχολογικών τραυμάτων του συγγραφέα, που προέρχονται από την κοινωνική του μειονεξία, είτε εκφράσεις του απωθημένου και ανολοκλήρωτου ερωτισμού του.

Γ. Φαρίνου – Μαλαματάρη, Αφηγηματικές Τεχνικές στον Παπαδιαμάντη, 1887-1910, Αθ.: Κέδρος, 1987, σελίδες 243-249.

ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΤΡΥΓΟΝΙ - Σωκράτης Μάλαμας


Πέμπτη, 14 Απριλίου 2011

Προσωπογραφία του Αλ. Παπαδιαμάντη. Έργο της μαθήτριας του Γ' 1 τμ. του Β' Τοσιτσείου Αρσακείου Γυμνασίου Εκάλης Λίλιαν Αναγνωστοπούλου

...τη μοναδική φορά που τον επισκέφθηκε ανήσυχη η μητέρα του στην Αθήνα, της δήλωσε: «Εγώ θα γίνω συγγραφέας, θα διαβάζω και θα γράφω και άλλο τίποτε δεν μπορώ να κάνω».

[Αφηγηματική Τεχνική στον Παπαδιαμάντη] από άρθρο της Ελένης Πολίτου-Μαρμαρινού

Όλες οι ιστορίες στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη διαδραματίζονται στη σύγχρονη με τον συγγραφέα πραγματικότητα που ταυτίζεται με τη διάρκεια της ζωής του. Η σύνδεση του χρόνου των ιστοριών με τον χρόνο μιας αντικειμενικής, εξωτερικής πραγματικότητας γίνεται φανερή από το πρώτο κιόλας διήγημα με την παράθεση συγκεκριμένης, σχεδόν, χρονολογίας […].
Ιδιαίτερη και από πολλές απόψεις σημαντική κατηγορία συγκροτούν τα διηγήματα, στα οποία ο αφηγητής παρουσιάζει σε πρώτο πρόσωπο τη δική του ιστορία ή μια ιστορία όπου ο ίδιος είναι ένας από τους κεντρικούς ήρωες […].
Όσα συγκροτούν την αφήγηση στα «πρωτοπρόσωπα» αυτά διηγήματα δεν διαδραματίζονται πια απλά και μόνο στην εποχή του συγγραφέα, αλλά φαίνεται ότι αποτελούν κομμάτι της ζωής του. Δεν είναι λοιπόν, παράξενο το ότι τα διηγήματα αυτά έχουν χαρακτηριστεί από την κριτική «αυτοβιογραφικά» και έχουν χρησιμοποιηθεί για την άντληση πληροφοριών ή την εξαγωγή συμπερασμάτων που αφορούν τη ζωή του συγγραφέα τους, ερωτική και μη, την προσωπικότητα, τον ψυχισμό ή τη δοκιμασία του ηθικού του κόσμου. […].
Ο τόπος όπου διαδραματίζονται οι ιστορίες του Παπαδιαμάντη, με άλλα λόγια το σκηνικό μέσα στο οποίο ξετυλίγεται η δράση των διηγημάτων του, είναι κατά πρώτο, βέβαια, λόγο ο τόπος της γεννήσεώς του, η Σκιάθος, «νησί ελληνικό», αλλά και η Αθήνα, δεύτερη του πατρίδα, όπου έζησε «υπέρ το ήμισυ της ζωής του» […]. Οι δύο λοιπόν αυτοί τόποι της διηγηματογραφίας του συνθέτουν μαζί με το χρόνο της, τον βιωμένο χωρόχρονο, απ’ όπου ο συγγραφέας αντλεί διαρκώς το προκειμενικό υλικό του.
Την Σκιάθο ο Παπαδιαμάντης περιγράφει από κάθε δυνατή πλευρά και με τόσο πιστό και αναπαραστατικό τρόπο, ώστε ο αναγνώστης του είναι σχετικά εύκολο να ταυτίσει το σκηνικό πολλών διηγημάτων με τα πραγματικά σκιαθίτικα τοπία. Τα τελευταία παρουσιάζονται στο κείμενο άλλοτε πανοραμικά, από έναν υψηλότερο ή μακρύτερο σημείο θέσης. […] και άλλοτε με μεγεθυντική και σχεδόν φωτογραφική εστίαση σε χαρακτηριστικές λεπτομέρειες […].
Κάθε τι από τους εξωτερικούς αλλά και τους εσωτερικούς σκιαθίτικους τόπους και χώρους αξιοποιείται από τον συγγραφέα για τις διαφορετικές κάθε φορά σκηνογραφικές ανάγκες του διηγήματος και όλα τα χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα και τα ονόματά τους: Το λιμάνι και το χωριό, τα νησάκια και οι όρμοι, οι αμμουδιές και οι βράχοι, τα βουνά και οι ρεματιές, τα μοναστήρια και τα ξωκκλήσια, τα σπίτια, τα μαγαζιά του λιμανιού και οι ταβέρνες, τα κοιμητήρια και οι καλύβες των βοσκών, οι κήποι και οι σπηλιές. Ειδικά η θάλασσα, στοιχείο αναπόσπαστο του νησιού και της ζωής των κατοίκων του, είναι επίμονα και με ποικίλους τρόπους παρούσα […].
Παράλληλα με την ακινητοποίηση του χρόνου βαίνει, στο τυπικό παπαδιαμαντικό διήγημα, και η έλλειψη έντονης και φανερής δράσης. Αυτό οφείλεται είτε στον ασήμαντο ή και ανύπαρκτο μύθο […]
Είτε στην εσωτερίκευση της δράσης και την αντικατάστασή της με «γεγονότα» του ψυχικού βίου προς όφελος των χαρακτήρων […].
Οι ήρωες και οι ηρωίδες του Παπαδιαμάντη, πράγματι, αντί να δρουν, παραδίδονται συχνά στις σκέψεις και τις αναμνήσεις τους, στοχάζονται για το παρόν και το παρελθόν τους, αποκαλύπτοντας αόρατες ψυχικές διεργασίες που διαγράφουν μια έντονη εσωτερική αλλαγή, αποτέλεσμα της σταδιακής τους συνειδητοποίησης και αυτογνωσίας […]. Με την τεχνική αυτή το παπαδιαμαντικό διήγημα διαψεύδει τις προσδοκίες για κίνηση μέσα στο χρόνο που δημιουργεί το ρεαλιστικό πεζογράφημα, υποχρεωμένο να «αφηγηθεί μια ιστορία», και δίνει αντίθετα στον αναγνώστη την εντύπωση μιας στοχαστικής στάσης, μέσα στον χρόνο, με την οποία, όπως ακριβώς και στο λυρικό ποίημα, αποτυπώνεται ένα βίωμα ή αποκαλύπτεται μια ψυχική κατάσταση.
Τη στατικότητα του διηγήματος ενισχύει και ο τρόπος παρουσίασης του σκηνικού με τις χαρακτηριστικές εκτενείς παπαδιαμαντικές περιγραφές που αναστέλλουν τη δράση. Η λειτουργία των περιγραφών αυτών, στις οποίες εκδηλώνεται με όλη της την ένταση η ποιητικότητα της παπαδιαμαντικής γλώσσας, δεν περιορίζεται στη μετάδοση των αναγκαίων ρεαλιστικών πληροφοριών για το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζουν, κινούνται και δρουν οι χαρακτήρες. Οι περιγραφές επιτελούν και μια λειτουργία οδηγητική για τον αναγνώστη, ώστε να συλλάβει το βαθύτερο νόημα του διηγήματος. Αυτό γίνεται δυνατό κάθε φορά που τόποι, τοπία ή εξωτερικές εικόνες, επειδή περιγράφονται με τρόπο αφαιρετικό ή μεταφορικό που υπογραμμίζει την αναλογία τους με κάτι άλλο, ανάγονται τελικά σε σύμβολα ποιητικά […].
Σε άλλες περιπτώσεις πάλι μια εξωτερική εικόνα της φύσης περιγράφεται ρητά ή υπαινικτικά με βάση την αναλογία προς την ψυχική κατάσταση του ήρωα, αποκτά δηλαδή τη λειτουργία «αντικειμενικής συστοιχίας», που έδωσε στην εικονοποιία του ο Συμβολισμός.

Ελένη Πολίτου-Μαρμαρινού, «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης» [παρουσίαση-ανθολόγηση]: ΑΑ.VV., Η Παλαιότερη Πεζογραφία μας: Από τις αρχές της ως τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τ.5. [1880-1900], επιμ-εισαγ. Κώστας Στεργιόπουλος, Αθ. Εκδ. Σοκόλης, 1996, σελίδες 130-133: 144,145.

AΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ: LA CURIOSITE DU PUBLIC


Διανύοντας τον δέκατο χρόνο συνεχούς και πυκνής λειτουργίας του, το «Underground Εντευκτήριο» (Δεσπεραί 9, Θεσσαλονίκη, περιοχή Διεθνούς Εκθέσεως) οργανώνει την Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011, στις 8 το βράδυ, εκδήλωση με τίτλο «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: La curiosité du public».

• Η καθηγήτρια του Α.Π.Θ. Γεωργία Φαρίνου-Μαλαματάρη μιλά με θέμα «Φιλολογική συνείδησις» και «μέσον αίσθημα των αναγνωστών».
Ο Παπαδιαμάντης ζει στην Αθήνα τη μεταβατική περίοδο των πολιτικών και κοινωνικών αλλαγών και της ανάπτυξης του Τύπου, οι οποίες σήμαναν την καινούρια σχέση μεταξύ των λογοτεχνών και του κοινού τους. Μολονότι το έργο του βρίσκεται εγκατεσπαρμένο σε εφημερίδες και περιοδικά, μολονότι δούλεψε ως μεταφραστής στην εφημερίδα, δεν επεζήτησε ποτέ τη δημοσιότητα, ούτε υποτάχτηκε στην κυρίαρχη ιδεολογία, ούτε καλλιέργησε την κρατούσα τεχνική του διηγήματος, ούτε υπήκουσε στους νόμους της αγοράς που καθορίζονται από το λεγόμενο μέσο κοινό. Έζησε έναν διαρκή μποέμικο βίο (χρησιμοποίησε μάλιστα και το ψευδώνυμο Μποέμ) και ένα διαρκή Ορθόδοξο χριστιανικό βίο, δηλαδή, όπως έχει περιεκτικά διατυπωθεί, «έναν διπλά ασύμβατο βίο». Μοιάζει να διαπραγματεύεται με τον αναγνώστη την αναγνωσιμότητά του, αλλά στην πραγματικότητα διατήρησε την αισθητική και θρησκευτική αυτονομία του.

• Η ηθοποιός Έφη Σταμούλη διαβάζει το διήγημα «Χωρίς στεφάνι».

• O ποιητής Χριστόφορος Λιοντάκης διαβάζει εξ αποστάσεως το διήγημα «Έρωτας στα χιόνια».

• Προβάλλεται το ντοκυμανταίρ του Λάκη Παπαστάθη «Ο έρωτας στα χιόνια» (από την τηλεοπτική σειρά «Παρασκήνιο»).
Τρεις σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς, ο Αλέξανδρος Κοτζιάς, ο Μένης Κουμανταρέας και ο Γιώργος Χειμωνάς, διαβάζουν και σχολιάζουν το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Ο έρωτας στα χιόνια», που η πρώτη του δημοσίευση έγινε την Πρωτοχρονιά του 1896 στην εφημερίδα Ακρόπολις του Βλάσση Γαβριηλίδη.
Χωρίς εξαντλητικές φιλολογικές αναλύσεις, οι τρεις συγγραφείς προτείνουν μία σύγχρονη ανάγνωση του έργου του Σκιαθίτη συγγραφέα και το προσεγγίζουν μέσα από τους δρόμους της ποίησης, επιβεβαιώνοντας αυτό που είχε πει ο Γρηγόριος Ξενόπουλος: τα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη είναι «δι’ ασυλλήπτων μεθόδων αλλόκοτες συνθέσεις».
Στην εκπομπή περιλαμβάνεται γνωστό και άγνωστο φωτογραφικό υλικό του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, καθώς και όλα τα πορτραίτα του που έχουν φιλοτεχνήσει Έλληνες ζωγράφοι. (Ημερομηνία πρώτης προβολής: 25.12.1988)
Η είσοδος είναι ελεύθερη.

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011

Γιώργος Ιωάννου, «Ο της Φύσεως Έρως» (απόσπασμα)

Είναι αληθινό αυτό, ο Παπαδιαμάντης αυτοβιογραφείται. Εξίσου αληθινό όμως είναι ότι όλοι οι γνήσιοι συγγραφείς, λίγο ως πολύ αυτοβιογραφούνται. Εγώ θα ήθελα κάτι άλλο να μου πουν: Ποιος γνήσιος συγγραφέας δεν είναι κατά κάποιο τρόπο αυτοβιογραφικός στα πιο αντιπροσωπευτικά του έργα. Και λέγω «αντιπροσωπευτικά», γιατί και ο Παπαδιαμάντης έχει ορισμένα έργα όπου δε βάζει τίποτε από τον εαυτό του και είναι τα ιστορικά μυθιστορήματά του, μα αυτά δε βρίσκονται σε κανένα ύψος.
Με αυτά, δεν συνηγορούμε για την αυτοβιογράφηση στη λογοτεχνία, ούτε και καταδικάζουμε -κάθε άλλο- το πλάσιμο μιας κατάστασης ολότελα νέας μέσα στα έργα. Μακάρι… Απλώς προϊόντος του χρόνου, κάνουμε τη διαπίστωση ότι κανένας συγγραφέας δεν πέφτει στο έργο του έξω από τα βιώματά του.
Από τα παρακάτω θα έγινε ίσως αντιληπτό τι ακριβώς νομίζουμε όταν λέμε, ότι κάθε συγγραφέας -και ο Παπαδιαμάντης- «αυτοβιογραφείται». Εννοούμε ότι κάθε άξιος συγγραφέας αντλεί τη γλώσσα του, τη φρασεολογία του, τις εμπειρίες του, τις εμπνεύσεις του, ιδίως την επένδυση των εμπνεύσεών του, από μέσα του, από την τεράστια παρακαταθήκη βιωμένων πραγμάτων, καταστάσεων και γεγονότων, μεταμορφωμένων πια σε λέξεις και φράσεις, που ο κάθε συγγραφέας -και ο κάθε άνθρωπος- διαθέτει. Δεν εννοούμε ότι ο συγγραφέας αναπαριστάνει τη ζωή του, αν και δεν είναι εκ των προτέρων καταδικάσιμο, ούτε και αυτό. Εξαρτάται από την τομή και το δόσιμο που θα γίνει […].
Ο Παπαδιαμάντης μπορεί, νομίζω να ονομασθεί πιο πολύ βιωματικός παρά αυτοβιογραφικός συγγραφέας. Ο Παπαδιαμάντης δημιουργεί την ίδια εντύπωση με όλους εκείνους τους συγγραφείς που είναι παραστατικοί και μερακλήδες σκηνογράφοι. Δημιουργεί δηλαδή την εντύπωση ότι τα έζησε όλα αυτά για τα οποία γράφει, ενώ ακόμη και δια της κοινής λογικής μπορούμε να βρούμε ότι αυτό δεν ήταν δυνατό. Υπάρχει στο έργο του ένα πλήθος ιστοριών τις οποίες για λόγους απλούς δεν μπορεί να τις έζησε ο ίδιος, αλλά πρέπει να τις άκουσε, να τις είδε ίσως εκ του μακρόθεν και προπαντός να τις έμαθε από άλλους ή παλιότερους.
Οι ιστορίες αυτές είναι πλασμένες ή ξαναπλασμένες από τον συγγραφέα με τα υλικά του χώρου τους, που τα παρέχει η μετά αγάπης αναστροφή του μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον. Και έτσι οι αλλότριες ιστορίες του γίνονται αφορμή για την πιο μεγάλη απόλαυσή του. Να βγάλει και να ξαναβγάλει από μέσα του τα αγαπητά του πράγματα, τις φορτωμένες ξεχωριστή αχλύ και περιεχόμενο λέξεις και να τις αραδιάσει για μια ακόμη φορά μέσα σ’ ένα κομμάτι του χώρου του. Θέλει να κλείνεται μέσα στον αγαπημένο χώρο του και να βγάζει από μέσα του.
Και προκύπτει έτσι ένα κράμα ζεστής ζωής, με όλα τα συμπαρομαρτούντα της επαρχιακής ζωής του καιρού του. Φτώχειες, θαλασσοπνιγμούς, μαρασμούς, συνοικέσια, μικρότητες, γάμους, βαφτίσια, γιορτές και γλέντια, έθιμα, κουτσομπολιά, λόγια πικρά, μίση, νεράιδες και αερικά, θρησκευτικές αναβάσεις, χειμερινές περιπέτειες, αθώες ψυχές ποιμένων.
Λοιπόν, οι απόμακρες αυτές ιστορίες δεν είναι αυτοβιογραφικές, αλλά αποτελούν αφορμές για ανάπλαση ζωής.

Γιώργος Ιωάννου, «Ο της Φύσεως Έρως»: Τετράδια «Ευθύνης», αρ. 15 [Μνημόσυνο του Αλεξ. Παπαδιαμάντη: Εβδομήντα χρόνια από την Κοίμησή του] (Αθ. 1981), σελίδες 55-63: 58-59 ~ ΙΔ., Ο της Φύσεως Έρως: Παπαδιαμάντης, Καβάφης, Λαπαθιώτης, Αθ.: Κέδρος, 1985.

Εξωκκλήσι πλάι στη θάλασσα. Έργο της μαθήτριας του Γ' 1 τμ. του Β' Τοσιτσείου Αρσακείου Γυμνασίου Εκάλης Λίλιαν Αναγνωστοπούλου


Τρίτη, 12 Απριλίου 2011

[Αφηγηματική Τεχνική στον Παπαδιαμάντη] από κείμενο του Π. Μουλλά

Ότι ο Παπαδιαμάντης έκλεισε μες στις «αναμνήσεις» του ένα υπολογίσιμο τμήμα της ζωής του, δεν χωρεί αμφιβολία. Αρκεί μια πρώτη, θάλεγα οριζόντια, ανάγνωση για να δείξει πώς τα «διηγήματα» αυτά αποτελούν, ανάμεσα στα άλλα, και μιάν αναντικατάστατη βιογραφική πηγή. Έχουμε να κάνουμε μ’ ένα χρονικό, όπου όχι μόνο τα παιδικά χρόνια στη Σκιάθο, αλλά και η αθηναϊκή περίοδος του συγγραφέα μας, και τα βιώματα και τα οράματα και τα αδιέξοδά του, μας προσφέρονται πλουσιοπάροχα.
Κάποτε, η εντύπωση πως στο διήγημα ενσωματώνονται σελίδες από ένα προσωπικό ημερολόγιο είναι κυριαρχική. Ο αφηγητής εμφανίζεται με την πραγματική ταυτότητα του ή κρύβεται πίσω από ψευδώνυμα.

Π. Μουλλάς, «Το Διήγημα, Αυτοβιογραφία του Παπαδιαμάντη» [Εισαγωγή]: ΙΔ. [επιμ.], Α. Παπαδιαμάντης Αυτοβιογραφούμενος, Αθ.: Ερμής, 1974, σελίδες λδ΄-λέ.

Προσωπογραφία του Αλ. Παπαδιαμάντη. Έργο της μαθήτριας του Γ' 1 τμ. του Β' Τοσιτσείου Αρσακείου Γυμνασίου Εκάλης Λίλιαν Αναγνωστοπούλου


Κυριακή, 10 Απριλίου 2011

Κ. Στεργιόπουλος, Το απροσδόκητο βάθος της παπαδιαμαντικής γραφής

«Πραγματικά, ό,τι αποτελεί την ιδιαίτερη γοητεία του είναι η λυρική και η μυστική δόνηση από το μεταφυσικό του υπόβαθρο. Αν και η πεζογραφία του κινείται κατά το μεγαλύτερο μέρος της σε ηθογραφικά πλαίσια, και μολονότι δε λείπουν οι κουραστικές επαναλήψεις των ίδιων μοτίβων και τα ελαττώματα στη σύνθεση και στη δομή, καταφέρνει να τα εξουδετερώνει συνήθως όλα τούτα, νομοθετώντας δικά του αξιολογικά κριτήρια με το μέτρο που μετρά ο ίδιος τον κόσμο, πράμα που δε μπόρεσαν ή δε θέλησαν να διαγνώσουν οι επικριτές του. Κάτω απ’ το ηθογραφικό του πλαίσιο, κρύβει έναν βαθύ ψυχογράφο, έναν ηθολόγο κι έναν άριστο κοινωνικό παρατηρητή. Η ειρωνεία και το χιούμορ του, εξάλλου, οι ποιητικές του παρεκβάσεις, το ταραγμένο του υπόστρωμα παρουσιάζουν διαρκώς εκπλήξεις, δημιουργούν κυματισμούς κι ανοίγονται σε απροσδόκητο βάθος και σε προεκτάσεις, που δε μας αφήνουν με την πρώτη ματιά να υποψιαστούμε η φαινομενική του απλότητα και η ηθογραφική του επιφάνεια».

(Στεργιόπουλος Κ., 1986, Περιδιαβάζοντας, Αθήνα: Κέδρος, σελ. 68)

Στη Σκιάθο του Παπαδιαμάντη, από την εκπομπή "Μένουμε Ελλάδα"

ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ, ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΤΡΥΓΟΝΙ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΗ ΕΛΙΣΣΑΙΟΥ


Ψάλατε συνετῶς...
ΚΑΘΩΣ ἐσήμαινε ὁ ὄρθρος, Καὶ τὰ νερὰ ἱερουργοῦσαν
ἀκόμη μὲς στὸν ὕπνο του, Ἐκεῖνος φανταζόταν μουσικὲς
ποὺ εἷχε κρυμμένες στὰ δίχτυα τῆς ψυχῆς του.
Φεύγανε φεύγανε οἱ νεκροὶ ὁλοένα Κι ἡ μοναξιὰ
τοῦ χάραζε τὸν ἁρμυρὸ σταυρὸ στὰ χέρια κι ἔγραφε
    κι ἔγραφε
τὸν Ποιητὴ καὶ τὸ Δεσπότη του κατονομάζοντας
ποὺ μὲ τὸν τρόπο του Ἐκεῖνος, λέει, τὸν ἐλεοῦσε,
ὅμως ἐξαργυρώνοντας φυλὴ καὶ γένος
γιὰ ἕνα ζευγάρι κάλτζαις καὶ μιὰ φανέλα
σὲ κίβδηλους καὶ μισεροὺς ἐμπόρους καὶ στιχοποιούς.
Τώρα πῶς νὰ ἐπαναλάβει στὶς ὀρφανὲς τὶς ἀδελφές του
ἀπὸ ντροπὴ καὶ ἀγωνία δὲν σᾶς ἔγραψα
-γιατὶ κοντεύει πιὰ πενήντα πέντε-
καὶ ὁ μεγάλος καημὸς εἷναι ποὺ δὲν παίρνω λεπτὰ
κουράγιο, ἕως νὰ δώσῃ ὁ Θεὸς νὰ οἰκονομήσω λεπτὰ
καὶ ταπεινά, τελειώνοντας, νὰ γράφει καὶ νὰ γράφει
ὅσο ζοῦν-
τὸ Σεβαστέ μοι πάτερ, σᾶς προσκυνῶ ἐν βίᾳ
ἢ Σᾶς ἀσπάζομαι, φιλῶν τὴν χεῖρα ὑμῶν
    καὶ τῆς μητρός μου.
Θὰ τοῦ ἀπαντήσει στὴν ἀρχὴ ὁ ἀγαθὸς λευίτης
νὰ μάθει πὼς οἱ συμβουλές του δὲν εἷναι τὰ δεσμὰ
ποὺ ἔτσι ἀστόχαστα δικάζει καὶ τοῦ καταμαρτυρεῖ
καὶ πὼς αὐτὸς δὲν εἷναι χωροφύλακας, ὅσο κι ἂν
    ὁ καημὸς
κι ἡ στέρηση τὸν κάνουν νὰ ἐλεεινολογεῖ τὴν κόρη του
τὴν Οὐρανία καὶ τοὺς γιούς της, ποὺ ἐνῶ θά ῾πρεπε
νὰ ἧταν στύλοι τοῦ πατρικοῦ του οἴκου
    καὶ νὰ συνδράμουν κατὰ δύναμιν,
ἐκεῖνοι ἀγνοοῦν καὶ περιστάσεις
καὶ συγγένειες (κι αὐτὴ τὴ σαϊτιὰ θὰ τὴν περάσει
στὴν καρδιά του ὁ δικαστὴς πατέρας του
    φαρμακωμένη·
μέχρι τὸν ἄλλο κόσμο θὰ τὸν κυνηγᾶ ὁ Δικαστὴς
    Ἱερέας)
τοῦ γράφει τὸ λοιπόν:
«... ἐγκλείω ἐπιστολὴν πρὸς τὸν ἀρχιεπίσκοπον
ἦς ἀντίγραφον ὄπισθεν ἀνάγνωσον καὶ ἐὰν ἀρεστόν,
ἐγχείρισον. Λάβε τὸ νόημα καὶ μεταχειρίσου
τὸν κολακευτικώτερον τρόπον... καὶ παρακάλεσον
διὰ τὴν ἐνέργειαν κ.λπ. ἄλλως, παράδος
    τὴν ἐσφραγισμένην...»
Καὶ ἀναμένει ἀπάντηση
καὶ ἀσπάζεται
καὶ μένει- ὁ πατήρ.
Πολὺν καιρὸ μετά, χρόνια μετά, στὶς ἀγρυπνίες
τοῦ προφήτη Ἐλισσαίου
κάτι θὰ εἷχε ἡ ψυχή του ἐννοήσει
ἀπὸ τὴν τάξη καὶ τὴ ζυγαριὰ τοῦ κόσμου
γιατὶ ἀλλιῶς δὲν ἐξηγεῖται
πῶς ἀπ᾿ τὰ ψίχουλα ποὺ τοῦ κληρώσανε
    στὴ μοιρασιά του
τὰ μισὰ νὰ τὰ σκορπάει στὰ πουλιὰ
καὶ τ᾿ ἄλλα στοὺς Ἀγγέλους τῆς ὁλονυχτίας.
Φεύγανε φεύγανε οἱ ζωντανοὶ ὁλοένα
δοῦλοι τῆς δόξας ποιητὲς κι ἀνάξια στεφανωμένοι
κι ἄλλοι πολλοὶ στὴ δύση τοῦ αἰώνα
τὸν βλέπανε νὰ τρέχει στὰ μυστικὰ συμπόσια
ἐνῶ ἐμεῖς δὲν εἴδαμε, δὲν ξέρουμε.
Μονάχα στὰ γραπτά μας τὰ εἴδαμε.
Μονάχα ἐκεῖ τὰ μάθαμε.
Κορίτσια ὄνειρα γυμνὰ σκορποῦν στὸν ὕπνο του
    μαργαριτάρια
καὶ στοὺς ἀφροὺς τῆς κλίνης του τρέχουν καὶ
    κολυμποῦν.
Τί ἐννοεῖ ὅταν μιλᾶ γιὰ ἰνδάλματα καὶ νύμφες
γι᾿ αὐτὲς ποὺ μόλις πέρασαν τὰ δεκατρία χρόνια τους
κορίτσια ξανθοπλόκαμα μὲ τὸν μελίχρυσο λαιμὸ
μὲ τὰς λευκὰς ὡς γάλα ὠμοπλάτας-
κνῆμες, ἰσχία, στέρνα καὶ κόλποι γλαφυροὶ
μέθη μιᾶς νιότης νοητῆς παραχθεῖσα διὰ μικρᾶς
δόσεως ρευστοῦ.
Τί ἐννοεῖ καὶ μᾶς τὸ κρύβει γιὰ τὸ νεκρὸ ἐξάδελφό του
τὸν ὁμόψυχο καὶ ὁμόσκηνο
πόσα ἐννοεῖ ὅταν στενάζει γιὰ ἀναμνήσεις παιδικές,
τὰ ἴχνη τὰ ὑγρά, τὰ μαλακὰ πτίλα, ὁ χνοῦς,
ὃν ἐκρίπτει ὁ ἄνεμος
καὶ γιὰ τὸν ἄλλο, πιὸ παλιά, σὰ γράφει ἀπαρηγόρητος
    καὶ ποῦ ἡ θεσπεσία ἐκείνη ἔκφρασις τῆς μορφῆς
    καὶ ἡ ὄψις ἡ νοήμων
    καὶ τὸ ὄμμα τὸ γλυκύτατον; Καὶ ποῦ τὸ ἀμβρόσιον
    νεῦμα τῶν ὀφρύων καὶ τὸ νεκτάρειον τῶν χειλέων
    μειδίαμα; Καὶ ἡ δρόσος καὶ τὸ ἄρωμα καὶ ὁ ἀνθὸς-
γιατὶ ξεχνοῦν ἢ κάνουν πὼς δὲ βλέπουν οἱ πορνοβοσκοὶ
πὼς ἔρχονται οἱ λέξεις ἔπειτα ἁγνότης καὶ ἀθωότης
καθὼς κυνηγημένοι σὲ χρόνια τεθωρακισμένα
    καὶ φασιστικὰ
τί ἐννοεῖ γιὰ τοὺς νεκρούς του, ἐπιμένουν- κι ἄλλα
ὀνόματα κι ὁράματα ποὺ πέρασε κρυφὰ κι ἀπὸ
    τὴν πίσω πόρτα
στὰ γραπτά του ποὺ μύριζαν λιβάνι
    δι᾿ αὐτοὺς καὶ τὰ πουλιὰ δέησιν μινύρονται
    προσευχὴν ἀναστενάζουν
πάλι στὸν ἴδιο τὸ νεκρὸ ἐξάδελφο.
Ἔτσι καὶ κάπως ἔτσι ἡ φαιδρὰ ἐκείνη ἐποχὴ
τοῦ αἰῶνος φαντάζομαι θὰ στέναζε
κι ἑξήντα χρόνια ἀργότερα, θὰ τό ῾λεγε χωρὶς ντροπὴ
χωρὶς ντροπὴ (πρόστυχη ράτσα καὶ ἄπονη)
    ὁ Βάρναλης-
μὲς στὰ κρασοπουλειὰ κι αὐτὸς χαϊδεύοντας τὰ πισινὰ
καμιᾶς μικρῆς κοκόνας
πὼς ναὶ μὲν ἅγιος, ἀλλὰ μὲ τ᾿ ἀγοράκια ντέ.
Στὸ περιοδικὸ Ἑστία τοῦ 1892 μὲ ὕλην ἐκλεκτὴν
καὶ ποικιλωτάτην καὶ καλλιτεχνικὰς εἰκόνας
ἐν Γερμανίᾳ ἐκτελουμένας
ἐκεῖ, θυμᾶμαι, πρωτοδιάβασα τὸ πρῶτο μερακλίδικο
στιχάκι ποὺ ἀναφέρει:
«σὰν κλῆμα μὲ κλαδεύουνε καὶ κλαδεμοὺς δὲν ἔχω».
Στὴν καμαρούλα γράφει ἀπ᾿ τὸ ξημέρωμα.
Καὶ χρόνια μετά, μᾶς λέει, τὸ ὅλον 1350 σελίδες,
κάποια μετάφραση τοῦ Φίνλεϋ, μόλις τὴν τέλειωσε
(ποῦ πῆγαν, ποῦ χαθήκανε αὐτὲς οἱ ἅγιες ψηφίδες)
καὶ πάλι ἐκλιπαρεῖ τὸ Βλαχογιάννη
καὶ πάλι ἐκλιπαρεῖ γιὰ χρήματα, σχεδὸν γονατιστὸς
γράφει στὸ Βλαχογιάννη, Κι ἔχει ντροπὴ ὁ ἄμωμος
καὶ ἡ ντροπή του εἶναι ποὺ δὲν ἔχει τρόπο νὰ ξεναγήσει
τὸν Καρκαβίτσα στὸ νησὶ μὲ ἐκδρομὲς καὶ τέτοια
καὶ εὐτυχῶς ὁ Καρκαβίτσας
    -μύρο τὸ κύμα ποὺ τὸν τύλιξε-
ἤτανε κουρασμένος ἀπὸ τὸ μεγάλο
τὸ ὑπηρεσιακὸ ταξίδι.
Κι ἄλλοτε προσπαθεῖ νὰ κάνει, λέει, νόμο-τρόπο,
(Θέ μου, τί λέξη, τί καημός, καὶ δὲν γκρεμίζεσαι)
νὰ στείλει ἐπὶ συστάσει τοὺς δύο τόμους τοῦ Γόρδωνος
κι αὐτὸς ποὺ σκέπασε μὲ τὰ χρυσὰ φτερά του
τὸν οὐρανὸ τοῦ αἰώνα μου
δὲν ξεύρει πῶς νὰ συσκευάσει τὰ χαρτιά.
Δὲν ξεύρει πῶς νὰ τοὺς ταχυδρομήσει.
Φεύγουνε φεύγουνε κι οἱ ζωντανοὶ ὁλοένα
νεκροὶ ποὺ ντύνονται τὰ χρόνια τῶν ἀνέμων
κι ὁ ἀδελφός του πιὰ ἐντύθηκε τὰ δίχτυα
ἴδια μ᾿ ἐκεῖνα ποὺ μαζεύουν οἱ τρελοὶ τὴ νύχτα
    τ᾿ ἄστρα
καὶ κάποιος φίλος του Γεώργιος Χριστοφίλης
εὐπαίδευτος καὶ εὐλαβὴς ἀνὴρ
φόρεσε κι ἐκεῖνος τὸ Ἀγγελικὸ Σχῆμα.
Ὑποστηρίξατέ τον, γράφει στὸν πατέρα του
19 8βρίου τοῦ 1889
καὶ ξανὰ ἡ θλιβερὴ ἐπωδὸς σὰ μαγγανεία
σὰ νὰ διαβάζεις συνταγὲς γιὰ ξόρκια σὲ παλιὲς φυλλάδες:
ἀσπάζομαι τὴν δεξιάν σας καὶ τῆς μητρός.
Παίρνει τὰ λόγια του, λοιπόν, καὶ κάθε λέξη
    τὴ στολίζει
μὲ τ᾿ ἄνθη τοῦ ἐπιτάφιου
κάθε ψηφίο μὲ ἀκριβὴ πορφύρα καὶ μὲ μάλαμα
τοὺς στίχους του μὲ κίτρα τῆς θαλάσσης.
Ρίζα χρυσοπλοκώτατη εἶναι ἡ ψυχή του τώρα.
Ὁ κλῆρος του δὲν ἤτανε γιὰ δεξιώσεις πρὸς τιμήν του
τῆς πριγκίπισσας Μαρίας
μήτε γιὰ τὸ παράσημο τοῦ Σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος
παραμονὴ ποὺ θά ῾φευγε γιὰ τὰ παλάτια
    τῶν οὐρανῶν
ὁ κλῆρος του δὲν ἤτανε γιὰ χοροεσπερίδες
τραπέζωμα στὸ σπίτι τοῦ Συγγροῦ,
τσάι στοῦ Νεγρεπόντη καὶ στοῦ Στρέιτ
ἢ σὲ τοκογλύφυς, τζογαδόρους τῆς πατρίδας,-
στὰ ἐξοχικὰ τὰ μέγαρα ἐκεῖνα μὲ τ᾿ ἀγάλματα
αὐτὸς δὲν κρούει τὰς θύρας τῶν μεγάλων
-ποιῶν μεγάλων-
αὐτός, ὁ βασιλεύς, ποὺ ἡ κτίσις ὅλη τοῦ ἀνήκει
δὲν ἔχει τίποτε νὰ ὁρίσει
οὔτε ἔχει σπίτι στὰ Κοτρώνια, ἀμπέλι στὴν Ἀμμουδιὰ
ἐλαιώνα στὸ Λεχούνι, χωράφι στὸ Στροφλιὰ
τάλιρα, κολονάτα, ρηγίνες, δισχίλια, χίλια, πεντακόσια
ἀδιάφορο-
κι ὅλο ζητάει τὸν κόπο του
κι ὅλο ζητάει νὰ ἐξοφλήσει
πάλι καὶ πάλι ἐκλιπαρεῖ τὸ Βλαχογιάννη,
σχεδὸν γονατιστὸς γράφει στὸ Βλαχογιάννη
Φίλτατε Γιάννη... Ἀγαπητὲ Ἰωάννη...
Φεύγουνε φεύγουνε κι οἱ ζωντανοὶ ὁλοένα
φεύγει ὁ πατέρας του κι ἡ μάνα του
κι ὅλο παρηγορεῖ τὶς ἀδελφές του ὁ κύκνος
ὅτι θὰ δοῦν καλύτερες ἡμέρες ὅταν θὰ ἐκδοθοῦν
    τὰ ἔργα του
(ἄχ, γερο-Μαρασλῆ, μόνο ὑποσχέσεις εἷσαι ἀπὸ
    τὴν Ὀδησσὸ)
καὶ πρὶν σωπάσει, ψάλλει ἀπὸ τὶς Ὧρες
τῆς παραμονῆς τῶν Φώτων
«τὴν χεῖρα σου τὴν ἁψαμένην».
Χαρίκλεια, Σοφούλα, Κυρατσούλα
τρέξετε, φύγετε, πηγαίνετε, φωνάξτε τὸν παπά.
Αὐτός      τὸ σκοτεινὸ τρυγόνι
ποὺ εἷχε χρεωθεῖ ἐτοῦτο τὸν ἀγαρηνὸ αἰώνα
ἦταν γιὰ κάποια νοσοκόμο τοῦ Εὐαγγελισμοῦ
τὴν Πολυξένη Μπούκη
τὸν ἄντρα της μὲ τοὺς ρευματισμοὺς τὸ Νίκο
    τὸ μανάβη
(παρακαλῶ οἱ δίκαιοι ἂς μεσιτέψουνε στὴ Δέσποινα
τοῦ κόσμου ν᾿ ἀναπαυτοῦν κι οἱ δυό τους)
γιὰ τὴ γερόντισσα Συγκλητικὴ γιὰ τὴ μικρὴ
    τὴν Κούλα
τὴ Φιφὴ τὴν Οὐρανία τὸ Σεραϊνὼ
γιὰ τὴ φαμίλια τοῦ Φλασκογιάννη τοῦ αἰγοβοσκοῦ
κι ἄλλους ποὺ πῆρε τὸ ἄδικο κι ἡ νύχτα
κι ἀπὸ τὸ αἷμα τους τὸ χῶμα εὐωδιάζει
κι ἐμένα ἐμένα ἐμένα ποὺ σοῦ γράφω
ἀγαπημένε μου παπποὺ
καὶ θὰ σοῦ δώσω αὐτὸ τὸ γράμμα σὺν Θεῷ
ἰδιοχείρως.

***

ΣΤΙΣ ΕΡΗΜΙΕΣ τοῦ Ἅδη ποὺ κατοίκησε, μονάχα
    τρωκτικὰ τὰ χρόνια ἑτοίμαζαν μελανοχίτωνες
θρόνους νὰ πέφτουν καὶ λαοὺς νὰ ντύνονται
    τὴ στάχτη
κι ἀράχνες ἄγνωστες καὶ πουλιὰ σιδερένια
νὰ κακουργοῦν τὸν οὐρανό.
Τὸ γένος τῶν φονιάδων πιὰ πληθύνεται.
Σὲ μυστικὰ ἐργοστάσια μὲ τὸ κρυφό τους χέρι
ἐκεῖ ἑτοιμάζουνε θανάτους καὶ θανάτους
κι ἐκεῖ τὸ θολωμένο μάτι τους
σφραγίζει τὸν ξανθὸ καιρό.
Ἄγγελοι Ἄγγελοι κολυμποῦν μὲς στὰ πηγάδια
    που ὀνειρεύεται
αὐτὸς μιὰ βρυσούλα μονάχα ἔχει στὰ μάτια του
καὶ τὴν καρδιά του μαῦρο καὶ λιωμένο κουβάρι.
Ὅμως τί ἄλλο νὰ τοῦ κάνει κι ἡ Θεοτόκος.
Μὲ φῶτα χρυσὰ τοῦ στολίζει τὸ μαξιλάρι
ἐκείνη τοῦ ράβει τὰ κουμπιὰ τοῦ σακακιοῦ
μπαλώνει τὰ τριμμένα ροῦχα, τὰ μεταποιεῖ,
ἐκείνη ἀνοίγει τὴν πορτούλα
τάγματα καὶ συντάγματα καὶ στρατιὲς
στὸ καμαράκι ὅπου δὲν ἔχει νὰ πληρώσει ἐνοίκιο.
Φεύγουνε φεύγουνε οἱ νεκροὶ ὁλοένα
κι ἄλλοι ποὺ ζήσανε τὸν κόσμο σὰ νεκροὶ
Νέα Ζωή, Ἑστία, Παναθήναια, Μὴ Χάνεσαι,
δρόμοι τῆς Μυτιλήνης, τῆς Σμύρνης,
    τῆς Κωνσταντινούπολης,
ὀνόματα σὰ χρώματα ποὺ σβήνουν στὸ νερὸ
κι ὁ Αλεξανδρινὸς ποὺ τὸν ὑπερασπίζεται ἡ κορυφὴ
    τῶν κορυφῶν τὸν ὀνομάζει.
Τώρα, δυὸ τρεῖς σαρδέλες, τὸ τυρί, ἐλιές, λακέρδα,
κι ἄλλοτε στὸ χαρτὶ λίγος χαλβὰς ἢ ταραμὰς
καὶ ὁ γενναῖος φίλος του κυρ-Στέφανος ὁ ἁμαξὰς
μαζὶ κι αὐτὸς δεμένος στὸ ἅρμα (εἶχε ἅρμα;)
τοῦ προφήτη Ἐλισσαίου.
Τί νὰ καταλάβει ἀπ᾿ αὐτὰ ὁ δόλιος Κάπα Σκόκος
ὅταν τοῦ γράφει ...ἂν ἔχητε κανὲν εὔμορφον
νησιωτικὸν διηγηματάκι... καὶ εὐθὺς ἅμα τῇ λήψει
θὰ σᾶς ἐμβάσω... τὸ ἐκ δραχμῶν 25 ἰσότιμον...
Πάλι καλὰ ποὺ τὸν ἀσπάζεται μετὰ φιλίας καὶ τιμῆς
ὁ Κάπα Σκόκος.
Ἀλλὰ ὁ καιρὸς εἷναι στενὸς μὲ μιὰ χαραματιὰ μονάχα
ἴσα ἴσα γιὰ νὰ μπαίνουν στὸ σκοτεινὸ κατώι
δυὸ τρεῖς κλωστὲς τοῦ ἥλιου
ἴσα ἴσα γιὰ νὰ βλέπει τὰ καρφιὰ
καὶ νὰ καρφώνει τὰ φέρετρα τῶν φίλων του.

***

ΚΑΘΟΤΑΝ ἡ Φραγκογιαννοῦ στὸ πεζουλάκι τῆς αὐλῆς
καὶ μπάλωνε τὰ ροῦχα τῆς φαμίλιας της
κι ἀπ᾿ τὴν κληματαριά της
χοντρὲς σταγόνες τὸ σκοτάδι σὰ χαλάζι
ἔριχνε ὁ ἥλιος τοῦ μεσημεριοῦ στὴν ποδιά της
ἀλλὰ ἐκεῖνος περιδιάβαζε στὶς ἄλλες ἀμμουδιὲς
κι ἔτρεχε κι ἔτρεχε
λὲς νὰ προλάβει τὸν ἑαυτό του
ἐκεῖ ποὺ ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀγκυλώνει τὸ ἄδικο
καθὼς ὅταν σηκώνεται τὸ χέρι τοῦ φονιᾶ
καὶ τὸ μαχαίρι γράφει ἀπ᾿ τὴν ἀρχὴ τὸν κόσμο.

***

ΧΑΜΟΓΕΛΟΥΣΕ σὰν τ᾿ ἀγάλματα ποὺ εἷναι ἀκόμη
    στὰ ὑπόγεια τῶν μουσείων·
κομμένα δάχτυλα σπασμένα χείλη
(τί ν᾿ ἄγγιξαν τί φίλησαν ποιός τὰ προσκύνησε
κι ἐσὺ ὀνειρεύεσαι πὼς ἄνοιξα τὴν πόρτα,
ποιά πόρτα ποιό παράθυρο
Τὸ σπίτι αὐτό, τὰ χρόνια αὐτά, τὰ λόγια ἐκεῖνα
Μήτε παράθυρο καὶ μήτε πόρτα
μὲ πόλεμο καὶ μ᾿ ἄλλο πόλεμο, ποιὸ πόλεμο
    ποιὰ ἐποχὴ
ἄφησα τὶς ἀρβύλες μου στὸ πεζούλι καὶ προχώρησα
τὸ σπίτι ἄδειο, -Ποιό σπίτι καὶ ποιός κῆπος,
    τί μοῦ λὲς
Αὐτὰ τὰ ὄνειρα δὲν ἔχουν γιατρικὰ
κι αὐτὲς οἱ λέξεις ποὺ ἔχεις γράψει στὰ πατώματα
φαρμακερὲς σαΐτες σημαδεύουν τὴν καρδιὰ
    τοῦ καιροῦ)
ἔλεγα, λοιπόν, γιὰ τ᾿ ἀγάλματα· κομμένα δάχτυλα
σπασμένα χείλη
μπαίνω στὸ σῶμα τους τὴ νύχτα κι ἀπὸ κεῖ
    κατασκοπεύω τὸν αἰώνα μου
τὰ βλέπεις κάποτε μ᾿ ἕνα φεγγάρι τούρκικο
στεφανωμένα μὲ τὶς δάφνες καὶ τὶς προσφορὲς
λείψανα παλαιῶν ἀγνώστων ναυαγίων
«εὐχαριστῶ», κομμένα πόδια καὶ καράβια
τὰ βλέπεις νὰ περνοῦν σ᾿ ἕναν ἀράπικο οὐρανὸ
φόρεσε κάτι, ἕνα μάλλινο στοὺς ὤμους
τρυπάει τ᾿ ἀγιάζι σὰν κι αὐτὸ ποὺ θὲς νὰ πεῖς
πές το λοιπὸν νὰ σώσω τὴν ψυχὴ μου.
Νὰ σώσω αὐτὸ τὸ δέρμα ποὺ μὲ φυλακίζει.
Αὐτὸ τὸ δέρμα καὶ τὸ αἷμα καὶ τὰ κόκαλα.
Τὸ τζακισμένο σῶμα μου ποὺ μ᾿ ἔχει φυλακίσει
    τρεῖς αἰῶνες.

***

Μ᾿ ΕΝΑ ΚΛΑΔΑΚΙ οὐρανοῦ ἀνάμεσα στὰ δόντια του (δῶ-
ρο τῆς νύφης τῆς Φραγκογιαννοῦς, μόνο καὶ μόνο για-
τὶ πέρασε ἀπ᾿ τὴν πόρτα της), Καὶ τὸ κεφάλι σκυμμέ-
νο, Σὰ νά ῾ταν πάνω σὲ ἄλογο, Καὶ νά ῾χε πάρει, λέει,
τοὺς δρόμους, Καθὼς ποὺ βγαίνουν κάποτε στὶς πόρτες
κι ἡ ζητιανιὰ χαράζει τὸν ἁρμυρὸ σταυρὸ στὰ χέρια τ᾽
ἁπλωμένα, Τοῦ λοιμικοῦ καιροῦ τοὺς δρόμους, Ἐκεῖ
ποὺ οἱ ἄνθρωποι δὲ χωρατεύουν μὲ στιχάκια παρὰ μο-
νάχα θέλουν θαύματα-    καὶ θαύματα χειροπιαστά.
Τί νὰ τὰ κάνουν τὰ βιβλία καὶ τὰ λόγια; Καὶ τὰ μηνύ-
ματα τοῦ ἔξω κόσμου, ὁ Παλαμᾶς τὰ διαβάζει ὄρθιος
στὰ βιβλιοπωλεῖα.
Τί νὰ τοῦ δώσει ὁ «Πυγμαλίων» κι ὁ «Ἀλφρέδος»
δεκαεννιὰ χρονῶ καὶ μόνος μὲς στὸν Πειραιὰ
-μὲ τ᾿ ἄδικο καὶ τὸν μπαλτὰ τῆς ἐπαρχίας τὸ παιδί-
τὰ ἔκπληκτα μάτια του ἀνακαλύπτουν τὸ κορμί του
τώρα ποὺ ἡ κάμαρα εἶναι δική του
τώρα ποὺ ἡ σάρκα του εἶναι δική του
κι ἂς μὴν τὸ γράφει πουθενά, κι ἂς μὴν τὸ λέει,
τὸ μαστιγώνει, τὸ σκοτώνει τὸ κορμί του·
βρίσκει μονάχα νὰ μᾶς πεῖ πὼς ἐντὸς τοῦ ἀτμοπλοίου
δὲν ἠμπόρεσε νὰ γλιτώσει τὸν ναῦλον
(πρώτη κατάθεση στὸ Δικαστήριο τοῦ Πατέρα του)
καὶ ἄνω κάτω τρέχει, λέει,
ὡς νὰ ἐπρόκειτο νὰ καταμετρήσει τοὺς δρόμους
τῆς μεγάλης Αθήνας καὶ νὰ χορτάσει κονιορτόν, Καὶ
φυσικά, κι αὐτὸ γραμμένο ἐν ἄκρᾳ βίᾳ.
Καὶ πόνος ἀνεκλάλητος, τριάντα χρόνια ὕστερα,
    θὰ γράψει,
τὸ παρελθόν του θὰ τὸ βλέπει μὲ τὰ ἴδια του τὰ μάτια.
Τὸ εἶδε ὡς μαῦρο φάντασμα.
Τί παρελθὸν καὶ τί κορμὶ- τὸ ἴδιο κάνει.
Μ᾿ ἕνα κλαδάκι οὐρανοῦ, τὸ λοιπόν, καὶ σὰ νὰ περνοῦσε
τὸ σκοτεινὸ καιρὸ ψηλαφώντας, Καὶ Κάποιος Κάποιος
τὸν πλησίασε, καθὼς τὰ ἱστοροῦνε κλαίγοντας καμιὰ φο-
ρὰ οἱ γριὲς πῶς τὶς πλησίασε ἡ Παναγία, Καὶ τὰ μπα-
λωμένα τὰ ροῦχα του λάμπανε στὸ στερέωμα, Καὶ σὰν
Ἄγγελος ἤτανε μὲς στὰ ὁράματά του καὶ ἤτανε, λέει, ζη-
τιάνος, Κι ὁ ἄλλος σκύβει γιὰ νὰ τοῦ χαϊδέψει τὸ κεφάλι,
    ἀλλὰ ὁ καιρὸς εἶναι λίγος καὶ στενὸς καὶ λειψὸς
κι ἡ Οὐρανία χαμένη, ξεχασμένη, σκορπισμένη, ψίχου-
λο μουσικῆς καὶ νύχτα νύχτα, μαζὶ κι ὁ ἀδελφός του ὁ
Γεώργης, καὶ σὰν τὸ ζέον ποὺ ἐκοκκίνισε τὴν γῆν, Κι
ὁ καβαλάρης κατεβαίνει ἀπὸ τ᾿ ἄλογο, Καὶ τοῦ δένει
τὶς πληγές, Καὶ τοῦ προσφέρει κρασί, Καὶ τὸν ξαπλώ-
νει στὴν ἀμμουδιά, Καὶ τὸν ρωτάει τὰ νέα τοῦ κόσμου,
Κι ἐκεῖνος πάλι παίρνει τὸ κερί, Καὶ πάλι τρέχει στὶς
ἐρημιές, Κι ἂς τὸν ζητάει ὁ ἄλλος κι ἂς τὸν φωνάζει ὁ
ἄλλος, Στὶς ἐρημιές, θυμᾶται, τοῦ Ἅδη ποὺ κατοίκησε,
Καὶ ξέρει πὼς ἕνας ἄλλος κιόλας, παρόμοια κάπου ἀλ-
λοῦ θὰ σκύβει ἀπὸ τ᾿ ἄλογό του,
    Ἀφοῦ μόνο οἱ ἄλλοι πάντα καὶ πάντα ἔτσι κάνουν.
        Κι ἔτσι ἀκούγονται οἱ Ὧρες τῆς καρδιᾶς του.

***

ΤΟΝ ΕΙΔΑ νὰ τρέχει δίπλα μου πλάι στὸ συρματόπλεγ-
μα, Κρατοῦσε λάμπα καὶ τὸ στόμα του ἀνοιχτό, Σὰν τὴ
νύχτα τὸ στόμα του καὶ μιὰ νύχτα, Καὶ τὰ νύχια του
σὰν τὸ θειάφι, Ποιόν γύρευε; Ποιός τὸν ζητοῦσε; Ἀπὸ
καιρὸ κι ἀπὸ χρόνια μᾶς τό ῾λεγε πὼς Κάποιος, Κά-
ποιος θά ῾ρθει νὰ τὸν ζητήσει, Τὸν ζήτησε ἢ πέρασε καὶ
τὸν ζητοῦσε, Μᾶλλον θὰ τὸν ζητήσει καταλάβαμε, Για-
τὶ τὰ ροῦχα του τὰ καλὰ καὶ τὰ μαῦρα τὰ φύλαγε στὸ
μπαοῦλο διπλωμένα προσεκτικά, Καὶ στὶς ἡλιόλουστες
μέρες τά ῾βγαζε καὶ τὰ κοίταζε καὶ τὰ ξεσκόνιζε-
Ἡ Σοφία δὲν μπορεῖ πιὰ ν᾿ ἀσχολεῖται μὲ δουλειὲς τοῦ
σπιτιοῦ, ἡ Χαρίκλεια τὸ ἴδιο, ἡ Οὐρανία καὶ ὁ Γεώργης
ἔχουν φύγει, ὁ πατέρας καὶ ἡ μάνα ἔχουν φύγει, Κάθε-
ται, ποὺ λές, ἡ Σοφία στὸ περβάζι καὶ κοιτάζει περα-
στικούς, Ποιός, ποιός νὰ περάσει τέτοια ὥρα, Κανεὶς
κανεὶς δὲν περνᾶ, Περισσότερο λογαριάζει πὼς θὰ πε-
ράσει, Τὸν σκέπτεται καὶ τὸν μεταμορφώνει ὅπως ἐ-
κείνη θέλει, Καμιὰ φορὰ τὰ βράδια συζητᾶ μὲ φίλες της
τὰ νέα, Τὰ παλιὰ ἐκεῖνα, ξέρεις, ποὺ παίρνουν ξαφνικὰ
μιὰν ἄλλη διάσταση καὶ τὴν τάξη ποὺ ἐμεῖς τοὺς δίνου-
με, Καὶ δὲν εἶναι πιὰ τὰ δικά μας προβλήματα καὶ μήτε
τῶν ἄλλων καὶ δὲν εἶναι κανενός. Τελικά, μονάχα ἡ Κυ-
ρατσούλα, ἐκείνη ἀντέχει καὶ εἷναι εὔθραυστη καὶ λευ-
κὴ καὶ φέγγει σὰν ὡραῖος βασανισμένος ὄρθιος στίχος.
Αὐτὴ ποτίζει τὸ παρτέρι μὲ τὸ μαϊντανό, τὸν ἄνηθο καὶ
τὰ κουκιά, Κι αὐτὴ πάλι πηγαίνει στὰ χωράφια καὶ μα-
ζεύει τὶς ἐλιές.
Ἔτρεχε κι ἔτρεχε πλάι στὸ συρματόπλεγμα καὶ τὸ στό
μα του ἀνοιχτὸ καὶ σὰν τὴ νύχτα, Μιὰ νύχτα τὸ στόμα
του, Καὶ κάτι ἄλλο, Κάτι σὰ λάβαρο σὰν ἑξαπτέρυγο
 τὸν κυνηγοῦσε ἢ τὸ κρατοῦσε καὶ δὲ φαινότανε στὴν
ἀπόσταση, Τὰ δόντια του κίτρινα κι ἕνα χρυσό, στὸ βά-
θος, γυάλιζε μέχρι τὸν Κάτω Κόσμο, Ἀλλὰ ἐκεῖνος
ποὺ περίμενε δὲν ἦρθε καὶ μήτε ὡς μαῦρο φάντασμα-
Κι ἴσως ἐμεῖς μονάχα δὲν τὸν εἴδαμε, ἂν καὶ νὰ ῾ρχό-
ταν πῶς θὰ τὸν βλέπαμε, Καὶ πῶς θὰ γνωρίζαμε τὸ κορ-
μί του χωρὶς τὰ σημάδια τοῦ Ἀθώου ποὺ παιδεύτηκε;
Ἦρθε, ἐπέμενε, ἦρθε καὶ θά ῾ρθει καὶ θὰ ξανάρθει, ἀλ-
λὰ τοῦ ῾λειπε τὸ φῶς, τὸ κάτι, Νὰ κρατάει λάμπα κε-
ρὶ λάβαρο ἢ ἑξαπτέρυγο, Κι ἐκεῖνος πήγαινε πρὸς τὰ
ἐκεῖ νὰ τοῦ δώσει βοήθεια -ποιά βοήθεια- καὶ νὰ κρα-
τάει σκοπιὰ καὶ νὰ δίνει σινιάλο μὲ τὴ βαρκούλα ποὺ
θὰ ῾ρχότανε. Στὸ τέλος τὰ μπέρδευε, μᾶς μπέρδευε, κι
ὁ ἴδιος μπερδευόταν πιὸ πολύ, ἐγὼ εἷμαι μονάχα γιὰ νὰ
γράφω, λέει κάποτε, Ἀλλὰ τὸν ἄλλον, τὸν βρήκανε κά-
ποιοι ἄλλοι, ὅπως γίνεται πάντα μὲ τοὺς ἄλλους γιὰ τὰ
δικά μας, Στὸ δρόμο στεκότανε, σ᾿ ἕνα γεφύρι καὶ συ-
ζητοῦσε μὲ τὰ πουλιά, τώρα ποιά πουλιὰ καὶ ποιά γε-
φύρια μὴν τὰ ρωτᾶς, ἀναπαύσου μονάχα, κοιμήσου, Τὸ
σῶμα του ἔλαμπε, λέει, μαλαματένιο, Πορφύρες καὶ
μουσικὲς ἤτανε τὰ μαλλιά του, τὰ ἄλλα προφάσεις
γιὰ ν᾿ ἀκούγονται θαύματα γιὰ κείνη τὴν Παναγία στὸ λό-
φο, Καὶ γιὰ νὰ γράφουν οἱ κλεπταποδόχοι, Μασοῦσε
μᾶς λένε εὐκάλυπτο καὶ σὰ νὰ παραμιλοῦσε, ντυμένος
τὸν Ἅδη μὲ τὴν παντιέρα γιὰ τὸ βυθὸ ποὺ βούλιαζε
αὐτὸς κι ἐκεῖνος, ἡ ζωγραφιὰ- ὁ ἑτοιμόρροπος αἰώνας,

***

ΧΑΜΟΓΕΛΟΥΣΕ σὰν τ᾿ ἀγάλματα.
Κομμένα δάχτυλα σπασμένα χείλη σὰν ἀπὸ σκόρο
φαγωμένα κι ἀπὸ λέπρα
καὶ μέσα του ἕνα ἄλλο στερέωμα ἤτανε χῶρες
ἄγνωστες μὲ γλῶσσες ἔντρομες καὶ μιὰ γραφὴ
καθὼς τὸ ζῶο τὸ πληγωμένο ποὺ ἀγριεύει.
    Στάθηκε λίγο νὰ φωτογραφηθεῖ,
    Vite, vite, ψιθυρίζει στὸ Νιρβάνα.
    Vite, vite, ψιθυρίζει ἀνήσυχος
μὰ γιὰ ποιόν καὶ τί σημαίνει,
Nous excitons la curiosité du public,
ἴσως γιὰ κεῖνα τὰ παιδιὰ τοὺς γαβριάδες
ποὺ τὸν τριγύριζαν περίεργα νὰ δοῦν τὴν ἀνακάλυψη
πανόραμα ἢ τὸ Μανόλη Αναγνωστάκη ποὺ μοῦ
    τό ῾λεγε
καὶ τ᾿ ἄκουγε κι ὁ Σπύρος Βραχωρίτης τς... τς... τς...
Μὲ τὸ Νιρβάνα πάλι καὶ τὸν πολλὰ ὑποσχόμενο
    Αὐγέρη, τότε-
στὰ μέρη τῆς Ἁγίας τῆς Εἰρήνης, ἐκεῖ στὸ ταβερνάκι
θὰ πεῖ στὸ νεαρὸ τὸ φίλο του ἀπ᾿ τὴν Αἴγυπτο
καθὼς θὰ σκύβει γιὰ νὰ φάει
τί ὡραῖος ποὺ εἷναι ὁ τράχηλός σου
καὶ θὰ τὸ λέει μὲ καμάρι πιὰ ὁ Αὐγέρης
καθὼς ποὺ λένε κάποτε οἱ ἄνθρωποι ὅταν πίνουν
γιὰ ἱστορίες τοῦ στρατοῦ ἢ κατακτήσεις.
Ὅταν μιλοῦν γι᾿ αὐτὸν
μοῦ ῾ρχονται στὸ μυαλὸ μαραγκιασμένοι ἄνθρωποι
στεγνοὶ σὰ στέρνες καὶ μισοὶ ἀπὸ παλιὲς
καὶ κληρονομικὲς ἀρρώστιες, ἀνάπηροι ἀπ᾿ τὶς φυλακές,
τὸν πόλεμο, τὶς ἐξορίες,
ποὺ ἔχουν τυλίξει τὸ λιβάνι σὲ χαρτάκια
καὶ τὸ πουλοῦν στὰ πανηγύρια
κι ἔξω ἀπ᾿ τὰ νεκροταφεῖα.

***

ΠΕΡΝΑΕΙ ἕνας φονιὰς καὶ τὸν ρωτάει κατὰ ποῦ πέφτει
ὁ δρόμος. Αὐτὸς τοῦ δείχνει τὸ δρόμο τῶν ἀθώων.
-Ἐκεῖ ἐκεῖ θὰ πρέπει νὰ σταθεῖς, τοῦ λέει, ἐκεῖ ἐκεῖ
καὶ θὰ τοὺς δεῖς, ἐκεῖ θὰ τοὺς γνωρίσεις. - Ποιούς;
τὸν ρωτάει ὁ φονιάς, - Γιατὶ αὐτοὶ μονάχα, - Μὰ
ποιούς; ξαναρωτάει ὁ φονιάς, - Ἔχουν τὰ μάτια ποὺ
κερδίζεται τὸ φῶς. Κίνησε νὰ φύγει ὁ φονιὰς γελώντας
καὶ τὸν εὐχαρίστησε. Τὸν φίλεψε μιὰ φούχτα ἁλάτι καὶ
ψωμί, - Δὲν ἔχω, λέει, ἄλλα, Κι εἶσαι μωρὲ κι ἀλα-
φροΐσκιωτος. - Ὅλα τὰ ἔχεις, λέει αὐτός. Καθὼς
ἔφευγε ξαναρωτάει ὁ φονιὰς ἀπ᾿ τ᾿ ἄλογό του. - Καὶ
δὲ μοῦ λές, ποιός ἔκανε κουμάντο, κυρ-Ἀλέξαντρε, στὴ
μοιρασιὰ τοῦ κόσμου, γιατὶ ἐγὼ πῆρα μονάχα ἕναν
κλῆρο ἀπονιᾶς κι ἔτσι μὲ ξέρει ὁ κόσμος. Λέει ὁ Ἀλέ-
ξανδρος. - Τὸν οὐρανὸ τὸν βλέπεις καὶ στὴ γῆ, ἂν
βλέποντας τὸ χῶμα, μόνο ἐκεῖνον σκέπτεσαι. Λέει ὁ
φονιάς. - Ἐγὼ κοιτάζω οὐρανὸ καὶ τὰ ματάκια μου
γεμίζουν αἷμα. Κοιτάζω χῶμα, πάλι αἶμα. Τὸ λοιπόν;
Λέει ὁ Ἀλέξανδρος. - Τὸ αἷμα εἶναι ὁ οὐρανός. Ἂν δὲν
τὸν βλέπεις, δὲ φταῖς ἐσύ. Κι εἶπε ὁ φονιάς. - Θέλω
νὰ δῶ. Λέει ὁ Ἀλέξανδρος. - Τὰ μάτια σου. Τὸ αἷμα
δὲ σκορπίστηκε ἀκόμη. Κοίταξε πάλι, κοίταξε, κι ὅταν
ξαναβρεθεῖς ἐδῶ μοῦ λές. Ἐδῶ πάντα θὰ μ᾿ ἕβρεις. Λέει
ὁ φονιάς. - Πάντα μαζί σου ἤμουνα. Μόνο τώρα μὲ βλέ-
πεις; Κι ἔχει παράπονο κι αὐτὸς κι ἔχει μιὰ λύπη τώ-
ρα σὰν ἄνθρωπος ποὺ τοῦ τὰ πῆραν ὅλα ξαφνικά. Λέει
ὁ Ἀλέξανδρος. - Ὑπάρχουμε κι οἱ δυὸ κάτω ἀπὸ κεῖνο
ποὺ πονᾶς καὶ μέσα σὲ κεῖνο ποὺ ὁ ἕνας τὸ κρατάει σφι-
χτὰ κι ὁ ἄλλος τοῦ κρατάει τὸ χέρι μὴν τὸ χάσει. - Δὲν
εἷναι αὐτὸ τὸ δύσκολο, τοῦ λέει ὁ φονιάς. Ἐγὼ σοῦ λέω
ἄλλα. Πάντα μαζί σου καὶ μὲ στέρηση. - Κατάλαβα,
τοῦ λέει ὁ Ἀλέξανδρος. Εἶμαι ὁ φονιάς μου. Γιατὶ ἐσὺ
κρατᾶς ἀπὸ τὸ γένος λουλουδιῶν κι ἀπὸ φυλὲς ποὺ εὐω-
διάζουν τὰ γραπτά τους, γιατὶ κοιμοῦνται μέσα τους που-
λιά. Ἐγὼ φυλάω τὴ σκοπιὰ σὲ τοῦτο τὸν αἰώνα, κι ὁ
κλῆρος μου εἷναι τῶν θυμάτων. Κι εἶμαι αὐτὸ κι αὐτὸς
ποὺ ἐπιθυμεῖς κι ἐγὼ τὸ προσκυνῶ, ὁ Κύριός μου κι ὁ
Δεσπότης μου.
                    Τὸ ρωμαίικο, αὐτὸ ἂς ὄψεται.
                Δὲν ἔχει τέλος ὁ πόνος ὁ ἑλληνικός.

***

ΣΤΑ ΠΟΡΦΥΡΑ τὰ σεντόνια τοῦ ὕπνου
ἐκεῖ διαβάζει μονάχα τὸ ὄνομά του
κιθαρωδὸς τῆς νυκτὸς καὶ οἰνοπότης
Καὶ καθὼς ποὺ τοῦ ἔλαχεν ὁ κλῆρος τῶν θυμάτων
-αὐτὸς ὁ συρράπτης ἐπιφυλλίδων-
ὁλονὲν ἐχανόταν στὰ δαιμόνια τοῦ ρέματος
κι οἱ νεκροὶ ἂς ἀγρυπνοῦν κι ἂς πληθύνονται
στὴν κοίμηση τῶν λουλουδιῶν.
Πῶς νὰ δεῖ τὸ ἀλλιῶς καὶ πῶς νὰ τὸ σφραγίσει
καὶ χωρὶς τὸ σκοινὶ πῶς ν᾿ ἀνεβάσει ἀπ᾿ τὶς στέρνες
    τ᾿ ἀηδόνια
καὶ νὰ νηστεύει πρὶν ζωγραφίσει τὸ μαρτύριο
    τῶν ἀνθρώπων.
Φεύγουνε φεύγουνε οἱ ζωντανοὶ ὁλοένα
νεκροὶ ποὺ ντύνονται τὰ λόγια τῆς θαλάσσης
τὸν κόσμο πιὰ τὸν βλέπει μὲς στὰ χέρια του
    τὸ μαῦρο φάντασμα ποὺ εἷδε στὸ κορμί του
    τὸ μαῦρο φάντασμα ποὺ ἦταν τὸ κορμί του
(κι ὁλοένα πιὸ λίγοι κι ὁλοένα πιὸ μόνοι
ἐκεῖ ποὺ τελειώνει μιὰ ἐγκατάλειψη
καὶ περιμένεις τὴ συκοφαντία).
Τί παρελθὸν καὶ τί κορμὶ  Πάντα τὸ ἴδιο κάνει.

***

Ο ΑΛΕΛΦΟΣ ΤΟΥ πρίγκιπας τῆς Σκιάθου
    καὶ τῆς Σκοπέλου.
Οἱ ἀδελφές του οἱ Μεγάλες Δούκισσες
Οὐρανία, Χαρίκλεια, Σοφία, Κυρατσούλα,
(μεταξωτά, δαντέλες καὶ βελοῦδα καὶ ταφτάδες)
ὁ ἄλλος ποὺ ἔφυγε μικρός, διάδοχος τοῦ θρόνου τῆς ἐλιᾶς
    καὶ πῆρε αὐτὸς τὸν τίτλο,
ὁ ἴδιος Κύριος καὶ Δεσπότης, πῆρε τὸ στέμμα
    καὶ δέκα τίτλους
ἀπὸ τὸν πατέρα του, τὸ Δικαστὴ Ἱερέα, γενιὰ κι αὐτὸς
ἀπὸ τὸ δεντρὶ τοῦ Ἰούδα
-φαρμάκι μὲς στὰ φύλλα τοῦ γιαλοῦ-
καὶ τὴν ἐπικαρπία τῶν κτημάτων τ᾿ οὐρανοῦ
ἀπ᾿ τὴ μητέρα του.
Γενεὲς γενεῶν οἱ πριγκίπισσες λύπες του
    κι ἀπὸ τὴν κούνια του
προφῆτες, ὅσιοι καὶ μάρτυρες
καὶ μοναχοὶ μὲ τὸ τρίχινο ράσο
καὶ τὴν καρδιὰ σὰ γυαλάκι τῆς λάμπας
στὸ ταπεινὸ τὸ γραφεῖο τοῦ ληξιάρχου ἐκεῖ
    θὰ πρωτόγραψαν... Σήμερον, τὴν 4ην τοῦ μηνὸς
    Μαρτίου, τοῦ ἔτους 1851,
    ἐνώπιον ἐμοῦ τοῦ Ληξιάρχου τῆς πόλεως Σκιάθου
    ἐμφανισθεὶς (ποιὸς ἐμφανίστηκε)
κι ἀργότερα, ὅσοι ψηλαφίζουν τὰ σκοτάδια καὶ ζοῦν
    μὲ τὸ φῶς
Κι ὅσοι ψηφίζουν τὴ θάλασσα καὶ ζοῦν στὰ βουνά-
ἄχ, πόσα, πόσα τῶν ἄλλων, δικά μας, καὶ μόνο
    γι᾿ αὐτοὺς-
ὡς σμῆνος ἀπειράριθμον πτερωτῶν ψυχῶν οἱ ἄλλοι.
Καρτερεῖτε κι ἐμέ, νὰ φωνάζει, καρτερεῖτε κι ἐμέ,
    νὰ φωνάζω.
Κάπου, κάπου γίνεται μιὰ δίκη γιὰ μᾶς, ναί,
κάποιοι, ναί, κάπου δικάζουν, μακριὰ μᾶς δικάζουν
    ἐρήμην μας,
πληρωμένοι δικαστές, ψευδομάρτυρες, διάδρομοι, ναί,
    δικηγόροι,
καὶ χρόνια χρόνια, ναί. Τὸ κορμί του θὰ τὸ βλέπει,
    πῶς τὸ βλέπει-
κι ὅλους ποὺ σκύβουν ἀπ᾿ τὸ ξανθό τους τὸ ἄλογο
    καὶ τοῦ δίνουν ἐλεημοσύνη.
Καθώς, λοιπόν, ἐσήμαινε ὁ ὄρθρος
κι ἐνῶ στεκόταν μπρὸς στὴ βρύση νὰ πλυθεῖ
καὶ φανταζόταν μουσικὲς ποὺ εἶχε κλεισμένες
στὰ δίχτυα τῆς ψυχῆς του
καὶ τὰ νερὰ ἱερουργοῦσαν ἀκόμη μὲς στὸν ὕπνο του
ἐκεῖ γιὰ μᾶς σταμάτησε ἡ ζωή του
ἀλλὰ γιὰ τὸ σκοτεινὸ τρυγόνι
La diritta via era smarrita*.
*Δάντης: Ἡ εὐθεία ὁδὸς εἶχε χαθεῖ.


Οἱ δὺο πρῶτες ἐκδόσεις τῆς συλλογῆς «Ἀγρυπνία γιὰ τὸ σκοτεινὸ τρυγόνι στὴν ἐκκλησία τοῦ προφήτη Ἐλισσαίου» κυκλοφόρησαν στὰ 1975 καὶ 1980 σὲ ἐλάχιστα ἀντίτυπα ἐκτὸς ἐμπορίου.
«Σκοτεινὸ τρυγόνι» αὐτοαποκαλεῖται ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης στὸ ποίημά του Πρὸς τὴ μητέρα μου (1874)
Ἡ μικρὴ ταπεινὴ ἐκκλησία τοῦ προφήτη Ἐλισσαίου βρισκόταν στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰώνα στὴν ὁδὸ Ἄρεως, στὸ Μοναστηράκι, καὶ ἐκεῖ πήγαινε ὁ Γέροντας καὶ ἔψαλλε στὶς ὁλονυχτίες.
Τὸ ποίημα εἷναι ἕνας φόρος τιμῆς καὶ συγχρόνως μιὰ παραληρηματικὴ ἀλλὰ κατανυκτικὴ συνομιλία τοῦ Μάνου Ἐλευθερίου μὲ τὸ συγγραφέα τῆς Φόνισσας. Τοιχογραφία μὲ ψηφίδες ἀπὸ γεγονότα, πρόσωπα καὶ συμβάντα τῆς ζωῆς τοῦ μεγάλου πεζογράφου μέσα ἀπὸ ἐπιστολὲς καὶ λογοτεχνικὰ κείμενά του.
Μιὰ ἐσωτερικὴ συνομιλία κι ἕνας διάλογος σὰν νυκτερινὸς ψαλμὸς ὀδύνης, ταπείνωσης καὶ συγχρόνως θαυμασμὸς καὶ προσευχὴ πρὸς τὸν Γέροντα, ποὺ τὸ 2001 ἔκλεισαν 150 χρόνια ἀπὸ τὴ γέννηση καὶ 90 ἀπὸ τὴν κοίμησή του.
Ἡ πρώτη ἔκδοση ἦταν ἀφιερωμένη στὸν Ἀνδρέα Θ. Κίτσο-Μυλωνᾶ καὶ τὸν Εὐγένιο Σώγκα.