Κυριακή, 10 Απριλίου 2011

ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ, ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΤΡΥΓΟΝΙ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΗ ΕΛΙΣΣΑΙΟΥ


Ψάλατε συνετῶς...
ΚΑΘΩΣ ἐσήμαινε ὁ ὄρθρος, Καὶ τὰ νερὰ ἱερουργοῦσαν
ἀκόμη μὲς στὸν ὕπνο του, Ἐκεῖνος φανταζόταν μουσικὲς
ποὺ εἷχε κρυμμένες στὰ δίχτυα τῆς ψυχῆς του.
Φεύγανε φεύγανε οἱ νεκροὶ ὁλοένα Κι ἡ μοναξιὰ
τοῦ χάραζε τὸν ἁρμυρὸ σταυρὸ στὰ χέρια κι ἔγραφε
    κι ἔγραφε
τὸν Ποιητὴ καὶ τὸ Δεσπότη του κατονομάζοντας
ποὺ μὲ τὸν τρόπο του Ἐκεῖνος, λέει, τὸν ἐλεοῦσε,
ὅμως ἐξαργυρώνοντας φυλὴ καὶ γένος
γιὰ ἕνα ζευγάρι κάλτζαις καὶ μιὰ φανέλα
σὲ κίβδηλους καὶ μισεροὺς ἐμπόρους καὶ στιχοποιούς.
Τώρα πῶς νὰ ἐπαναλάβει στὶς ὀρφανὲς τὶς ἀδελφές του
ἀπὸ ντροπὴ καὶ ἀγωνία δὲν σᾶς ἔγραψα
-γιατὶ κοντεύει πιὰ πενήντα πέντε-
καὶ ὁ μεγάλος καημὸς εἷναι ποὺ δὲν παίρνω λεπτὰ
κουράγιο, ἕως νὰ δώσῃ ὁ Θεὸς νὰ οἰκονομήσω λεπτὰ
καὶ ταπεινά, τελειώνοντας, νὰ γράφει καὶ νὰ γράφει
ὅσο ζοῦν-
τὸ Σεβαστέ μοι πάτερ, σᾶς προσκυνῶ ἐν βίᾳ
ἢ Σᾶς ἀσπάζομαι, φιλῶν τὴν χεῖρα ὑμῶν
    καὶ τῆς μητρός μου.
Θὰ τοῦ ἀπαντήσει στὴν ἀρχὴ ὁ ἀγαθὸς λευίτης
νὰ μάθει πὼς οἱ συμβουλές του δὲν εἷναι τὰ δεσμὰ
ποὺ ἔτσι ἀστόχαστα δικάζει καὶ τοῦ καταμαρτυρεῖ
καὶ πὼς αὐτὸς δὲν εἷναι χωροφύλακας, ὅσο κι ἂν
    ὁ καημὸς
κι ἡ στέρηση τὸν κάνουν νὰ ἐλεεινολογεῖ τὴν κόρη του
τὴν Οὐρανία καὶ τοὺς γιούς της, ποὺ ἐνῶ θά ῾πρεπε
νὰ ἧταν στύλοι τοῦ πατρικοῦ του οἴκου
    καὶ νὰ συνδράμουν κατὰ δύναμιν,
ἐκεῖνοι ἀγνοοῦν καὶ περιστάσεις
καὶ συγγένειες (κι αὐτὴ τὴ σαϊτιὰ θὰ τὴν περάσει
στὴν καρδιά του ὁ δικαστὴς πατέρας του
    φαρμακωμένη·
μέχρι τὸν ἄλλο κόσμο θὰ τὸν κυνηγᾶ ὁ Δικαστὴς
    Ἱερέας)
τοῦ γράφει τὸ λοιπόν:
«... ἐγκλείω ἐπιστολὴν πρὸς τὸν ἀρχιεπίσκοπον
ἦς ἀντίγραφον ὄπισθεν ἀνάγνωσον καὶ ἐὰν ἀρεστόν,
ἐγχείρισον. Λάβε τὸ νόημα καὶ μεταχειρίσου
τὸν κολακευτικώτερον τρόπον... καὶ παρακάλεσον
διὰ τὴν ἐνέργειαν κ.λπ. ἄλλως, παράδος
    τὴν ἐσφραγισμένην...»
Καὶ ἀναμένει ἀπάντηση
καὶ ἀσπάζεται
καὶ μένει- ὁ πατήρ.
Πολὺν καιρὸ μετά, χρόνια μετά, στὶς ἀγρυπνίες
τοῦ προφήτη Ἐλισσαίου
κάτι θὰ εἷχε ἡ ψυχή του ἐννοήσει
ἀπὸ τὴν τάξη καὶ τὴ ζυγαριὰ τοῦ κόσμου
γιατὶ ἀλλιῶς δὲν ἐξηγεῖται
πῶς ἀπ᾿ τὰ ψίχουλα ποὺ τοῦ κληρώσανε
    στὴ μοιρασιά του
τὰ μισὰ νὰ τὰ σκορπάει στὰ πουλιὰ
καὶ τ᾿ ἄλλα στοὺς Ἀγγέλους τῆς ὁλονυχτίας.
Φεύγανε φεύγανε οἱ ζωντανοὶ ὁλοένα
δοῦλοι τῆς δόξας ποιητὲς κι ἀνάξια στεφανωμένοι
κι ἄλλοι πολλοὶ στὴ δύση τοῦ αἰώνα
τὸν βλέπανε νὰ τρέχει στὰ μυστικὰ συμπόσια
ἐνῶ ἐμεῖς δὲν εἴδαμε, δὲν ξέρουμε.
Μονάχα στὰ γραπτά μας τὰ εἴδαμε.
Μονάχα ἐκεῖ τὰ μάθαμε.
Κορίτσια ὄνειρα γυμνὰ σκορποῦν στὸν ὕπνο του
    μαργαριτάρια
καὶ στοὺς ἀφροὺς τῆς κλίνης του τρέχουν καὶ
    κολυμποῦν.
Τί ἐννοεῖ ὅταν μιλᾶ γιὰ ἰνδάλματα καὶ νύμφες
γι᾿ αὐτὲς ποὺ μόλις πέρασαν τὰ δεκατρία χρόνια τους
κορίτσια ξανθοπλόκαμα μὲ τὸν μελίχρυσο λαιμὸ
μὲ τὰς λευκὰς ὡς γάλα ὠμοπλάτας-
κνῆμες, ἰσχία, στέρνα καὶ κόλποι γλαφυροὶ
μέθη μιᾶς νιότης νοητῆς παραχθεῖσα διὰ μικρᾶς
δόσεως ρευστοῦ.
Τί ἐννοεῖ καὶ μᾶς τὸ κρύβει γιὰ τὸ νεκρὸ ἐξάδελφό του
τὸν ὁμόψυχο καὶ ὁμόσκηνο
πόσα ἐννοεῖ ὅταν στενάζει γιὰ ἀναμνήσεις παιδικές,
τὰ ἴχνη τὰ ὑγρά, τὰ μαλακὰ πτίλα, ὁ χνοῦς,
ὃν ἐκρίπτει ὁ ἄνεμος
καὶ γιὰ τὸν ἄλλο, πιὸ παλιά, σὰ γράφει ἀπαρηγόρητος
    καὶ ποῦ ἡ θεσπεσία ἐκείνη ἔκφρασις τῆς μορφῆς
    καὶ ἡ ὄψις ἡ νοήμων
    καὶ τὸ ὄμμα τὸ γλυκύτατον; Καὶ ποῦ τὸ ἀμβρόσιον
    νεῦμα τῶν ὀφρύων καὶ τὸ νεκτάρειον τῶν χειλέων
    μειδίαμα; Καὶ ἡ δρόσος καὶ τὸ ἄρωμα καὶ ὁ ἀνθὸς-
γιατὶ ξεχνοῦν ἢ κάνουν πὼς δὲ βλέπουν οἱ πορνοβοσκοὶ
πὼς ἔρχονται οἱ λέξεις ἔπειτα ἁγνότης καὶ ἀθωότης
καθὼς κυνηγημένοι σὲ χρόνια τεθωρακισμένα
    καὶ φασιστικὰ
τί ἐννοεῖ γιὰ τοὺς νεκρούς του, ἐπιμένουν- κι ἄλλα
ὀνόματα κι ὁράματα ποὺ πέρασε κρυφὰ κι ἀπὸ
    τὴν πίσω πόρτα
στὰ γραπτά του ποὺ μύριζαν λιβάνι
    δι᾿ αὐτοὺς καὶ τὰ πουλιὰ δέησιν μινύρονται
    προσευχὴν ἀναστενάζουν
πάλι στὸν ἴδιο τὸ νεκρὸ ἐξάδελφο.
Ἔτσι καὶ κάπως ἔτσι ἡ φαιδρὰ ἐκείνη ἐποχὴ
τοῦ αἰῶνος φαντάζομαι θὰ στέναζε
κι ἑξήντα χρόνια ἀργότερα, θὰ τό ῾λεγε χωρὶς ντροπὴ
χωρὶς ντροπὴ (πρόστυχη ράτσα καὶ ἄπονη)
    ὁ Βάρναλης-
μὲς στὰ κρασοπουλειὰ κι αὐτὸς χαϊδεύοντας τὰ πισινὰ
καμιᾶς μικρῆς κοκόνας
πὼς ναὶ μὲν ἅγιος, ἀλλὰ μὲ τ᾿ ἀγοράκια ντέ.
Στὸ περιοδικὸ Ἑστία τοῦ 1892 μὲ ὕλην ἐκλεκτὴν
καὶ ποικιλωτάτην καὶ καλλιτεχνικὰς εἰκόνας
ἐν Γερμανίᾳ ἐκτελουμένας
ἐκεῖ, θυμᾶμαι, πρωτοδιάβασα τὸ πρῶτο μερακλίδικο
στιχάκι ποὺ ἀναφέρει:
«σὰν κλῆμα μὲ κλαδεύουνε καὶ κλαδεμοὺς δὲν ἔχω».
Στὴν καμαρούλα γράφει ἀπ᾿ τὸ ξημέρωμα.
Καὶ χρόνια μετά, μᾶς λέει, τὸ ὅλον 1350 σελίδες,
κάποια μετάφραση τοῦ Φίνλεϋ, μόλις τὴν τέλειωσε
(ποῦ πῆγαν, ποῦ χαθήκανε αὐτὲς οἱ ἅγιες ψηφίδες)
καὶ πάλι ἐκλιπαρεῖ τὸ Βλαχογιάννη
καὶ πάλι ἐκλιπαρεῖ γιὰ χρήματα, σχεδὸν γονατιστὸς
γράφει στὸ Βλαχογιάννη, Κι ἔχει ντροπὴ ὁ ἄμωμος
καὶ ἡ ντροπή του εἶναι ποὺ δὲν ἔχει τρόπο νὰ ξεναγήσει
τὸν Καρκαβίτσα στὸ νησὶ μὲ ἐκδρομὲς καὶ τέτοια
καὶ εὐτυχῶς ὁ Καρκαβίτσας
    -μύρο τὸ κύμα ποὺ τὸν τύλιξε-
ἤτανε κουρασμένος ἀπὸ τὸ μεγάλο
τὸ ὑπηρεσιακὸ ταξίδι.
Κι ἄλλοτε προσπαθεῖ νὰ κάνει, λέει, νόμο-τρόπο,
(Θέ μου, τί λέξη, τί καημός, καὶ δὲν γκρεμίζεσαι)
νὰ στείλει ἐπὶ συστάσει τοὺς δύο τόμους τοῦ Γόρδωνος
κι αὐτὸς ποὺ σκέπασε μὲ τὰ χρυσὰ φτερά του
τὸν οὐρανὸ τοῦ αἰώνα μου
δὲν ξεύρει πῶς νὰ συσκευάσει τὰ χαρτιά.
Δὲν ξεύρει πῶς νὰ τοὺς ταχυδρομήσει.
Φεύγουνε φεύγουνε κι οἱ ζωντανοὶ ὁλοένα
νεκροὶ ποὺ ντύνονται τὰ χρόνια τῶν ἀνέμων
κι ὁ ἀδελφός του πιὰ ἐντύθηκε τὰ δίχτυα
ἴδια μ᾿ ἐκεῖνα ποὺ μαζεύουν οἱ τρελοὶ τὴ νύχτα
    τ᾿ ἄστρα
καὶ κάποιος φίλος του Γεώργιος Χριστοφίλης
εὐπαίδευτος καὶ εὐλαβὴς ἀνὴρ
φόρεσε κι ἐκεῖνος τὸ Ἀγγελικὸ Σχῆμα.
Ὑποστηρίξατέ τον, γράφει στὸν πατέρα του
19 8βρίου τοῦ 1889
καὶ ξανὰ ἡ θλιβερὴ ἐπωδὸς σὰ μαγγανεία
σὰ νὰ διαβάζεις συνταγὲς γιὰ ξόρκια σὲ παλιὲς φυλλάδες:
ἀσπάζομαι τὴν δεξιάν σας καὶ τῆς μητρός.
Παίρνει τὰ λόγια του, λοιπόν, καὶ κάθε λέξη
    τὴ στολίζει
μὲ τ᾿ ἄνθη τοῦ ἐπιτάφιου
κάθε ψηφίο μὲ ἀκριβὴ πορφύρα καὶ μὲ μάλαμα
τοὺς στίχους του μὲ κίτρα τῆς θαλάσσης.
Ρίζα χρυσοπλοκώτατη εἶναι ἡ ψυχή του τώρα.
Ὁ κλῆρος του δὲν ἤτανε γιὰ δεξιώσεις πρὸς τιμήν του
τῆς πριγκίπισσας Μαρίας
μήτε γιὰ τὸ παράσημο τοῦ Σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος
παραμονὴ ποὺ θά ῾φευγε γιὰ τὰ παλάτια
    τῶν οὐρανῶν
ὁ κλῆρος του δὲν ἤτανε γιὰ χοροεσπερίδες
τραπέζωμα στὸ σπίτι τοῦ Συγγροῦ,
τσάι στοῦ Νεγρεπόντη καὶ στοῦ Στρέιτ
ἢ σὲ τοκογλύφυς, τζογαδόρους τῆς πατρίδας,-
στὰ ἐξοχικὰ τὰ μέγαρα ἐκεῖνα μὲ τ᾿ ἀγάλματα
αὐτὸς δὲν κρούει τὰς θύρας τῶν μεγάλων
-ποιῶν μεγάλων-
αὐτός, ὁ βασιλεύς, ποὺ ἡ κτίσις ὅλη τοῦ ἀνήκει
δὲν ἔχει τίποτε νὰ ὁρίσει
οὔτε ἔχει σπίτι στὰ Κοτρώνια, ἀμπέλι στὴν Ἀμμουδιὰ
ἐλαιώνα στὸ Λεχούνι, χωράφι στὸ Στροφλιὰ
τάλιρα, κολονάτα, ρηγίνες, δισχίλια, χίλια, πεντακόσια
ἀδιάφορο-
κι ὅλο ζητάει τὸν κόπο του
κι ὅλο ζητάει νὰ ἐξοφλήσει
πάλι καὶ πάλι ἐκλιπαρεῖ τὸ Βλαχογιάννη,
σχεδὸν γονατιστὸς γράφει στὸ Βλαχογιάννη
Φίλτατε Γιάννη... Ἀγαπητὲ Ἰωάννη...
Φεύγουνε φεύγουνε κι οἱ ζωντανοὶ ὁλοένα
φεύγει ὁ πατέρας του κι ἡ μάνα του
κι ὅλο παρηγορεῖ τὶς ἀδελφές του ὁ κύκνος
ὅτι θὰ δοῦν καλύτερες ἡμέρες ὅταν θὰ ἐκδοθοῦν
    τὰ ἔργα του
(ἄχ, γερο-Μαρασλῆ, μόνο ὑποσχέσεις εἷσαι ἀπὸ
    τὴν Ὀδησσὸ)
καὶ πρὶν σωπάσει, ψάλλει ἀπὸ τὶς Ὧρες
τῆς παραμονῆς τῶν Φώτων
«τὴν χεῖρα σου τὴν ἁψαμένην».
Χαρίκλεια, Σοφούλα, Κυρατσούλα
τρέξετε, φύγετε, πηγαίνετε, φωνάξτε τὸν παπά.
Αὐτός      τὸ σκοτεινὸ τρυγόνι
ποὺ εἷχε χρεωθεῖ ἐτοῦτο τὸν ἀγαρηνὸ αἰώνα
ἦταν γιὰ κάποια νοσοκόμο τοῦ Εὐαγγελισμοῦ
τὴν Πολυξένη Μπούκη
τὸν ἄντρα της μὲ τοὺς ρευματισμοὺς τὸ Νίκο
    τὸ μανάβη
(παρακαλῶ οἱ δίκαιοι ἂς μεσιτέψουνε στὴ Δέσποινα
τοῦ κόσμου ν᾿ ἀναπαυτοῦν κι οἱ δυό τους)
γιὰ τὴ γερόντισσα Συγκλητικὴ γιὰ τὴ μικρὴ
    τὴν Κούλα
τὴ Φιφὴ τὴν Οὐρανία τὸ Σεραϊνὼ
γιὰ τὴ φαμίλια τοῦ Φλασκογιάννη τοῦ αἰγοβοσκοῦ
κι ἄλλους ποὺ πῆρε τὸ ἄδικο κι ἡ νύχτα
κι ἀπὸ τὸ αἷμα τους τὸ χῶμα εὐωδιάζει
κι ἐμένα ἐμένα ἐμένα ποὺ σοῦ γράφω
ἀγαπημένε μου παπποὺ
καὶ θὰ σοῦ δώσω αὐτὸ τὸ γράμμα σὺν Θεῷ
ἰδιοχείρως.

***

ΣΤΙΣ ΕΡΗΜΙΕΣ τοῦ Ἅδη ποὺ κατοίκησε, μονάχα
    τρωκτικὰ τὰ χρόνια ἑτοίμαζαν μελανοχίτωνες
θρόνους νὰ πέφτουν καὶ λαοὺς νὰ ντύνονται
    τὴ στάχτη
κι ἀράχνες ἄγνωστες καὶ πουλιὰ σιδερένια
νὰ κακουργοῦν τὸν οὐρανό.
Τὸ γένος τῶν φονιάδων πιὰ πληθύνεται.
Σὲ μυστικὰ ἐργοστάσια μὲ τὸ κρυφό τους χέρι
ἐκεῖ ἑτοιμάζουνε θανάτους καὶ θανάτους
κι ἐκεῖ τὸ θολωμένο μάτι τους
σφραγίζει τὸν ξανθὸ καιρό.
Ἄγγελοι Ἄγγελοι κολυμποῦν μὲς στὰ πηγάδια
    που ὀνειρεύεται
αὐτὸς μιὰ βρυσούλα μονάχα ἔχει στὰ μάτια του
καὶ τὴν καρδιά του μαῦρο καὶ λιωμένο κουβάρι.
Ὅμως τί ἄλλο νὰ τοῦ κάνει κι ἡ Θεοτόκος.
Μὲ φῶτα χρυσὰ τοῦ στολίζει τὸ μαξιλάρι
ἐκείνη τοῦ ράβει τὰ κουμπιὰ τοῦ σακακιοῦ
μπαλώνει τὰ τριμμένα ροῦχα, τὰ μεταποιεῖ,
ἐκείνη ἀνοίγει τὴν πορτούλα
τάγματα καὶ συντάγματα καὶ στρατιὲς
στὸ καμαράκι ὅπου δὲν ἔχει νὰ πληρώσει ἐνοίκιο.
Φεύγουνε φεύγουνε οἱ νεκροὶ ὁλοένα
κι ἄλλοι ποὺ ζήσανε τὸν κόσμο σὰ νεκροὶ
Νέα Ζωή, Ἑστία, Παναθήναια, Μὴ Χάνεσαι,
δρόμοι τῆς Μυτιλήνης, τῆς Σμύρνης,
    τῆς Κωνσταντινούπολης,
ὀνόματα σὰ χρώματα ποὺ σβήνουν στὸ νερὸ
κι ὁ Αλεξανδρινὸς ποὺ τὸν ὑπερασπίζεται ἡ κορυφὴ
    τῶν κορυφῶν τὸν ὀνομάζει.
Τώρα, δυὸ τρεῖς σαρδέλες, τὸ τυρί, ἐλιές, λακέρδα,
κι ἄλλοτε στὸ χαρτὶ λίγος χαλβὰς ἢ ταραμὰς
καὶ ὁ γενναῖος φίλος του κυρ-Στέφανος ὁ ἁμαξὰς
μαζὶ κι αὐτὸς δεμένος στὸ ἅρμα (εἶχε ἅρμα;)
τοῦ προφήτη Ἐλισσαίου.
Τί νὰ καταλάβει ἀπ᾿ αὐτὰ ὁ δόλιος Κάπα Σκόκος
ὅταν τοῦ γράφει ...ἂν ἔχητε κανὲν εὔμορφον
νησιωτικὸν διηγηματάκι... καὶ εὐθὺς ἅμα τῇ λήψει
θὰ σᾶς ἐμβάσω... τὸ ἐκ δραχμῶν 25 ἰσότιμον...
Πάλι καλὰ ποὺ τὸν ἀσπάζεται μετὰ φιλίας καὶ τιμῆς
ὁ Κάπα Σκόκος.
Ἀλλὰ ὁ καιρὸς εἷναι στενὸς μὲ μιὰ χαραματιὰ μονάχα
ἴσα ἴσα γιὰ νὰ μπαίνουν στὸ σκοτεινὸ κατώι
δυὸ τρεῖς κλωστὲς τοῦ ἥλιου
ἴσα ἴσα γιὰ νὰ βλέπει τὰ καρφιὰ
καὶ νὰ καρφώνει τὰ φέρετρα τῶν φίλων του.

***

ΚΑΘΟΤΑΝ ἡ Φραγκογιαννοῦ στὸ πεζουλάκι τῆς αὐλῆς
καὶ μπάλωνε τὰ ροῦχα τῆς φαμίλιας της
κι ἀπ᾿ τὴν κληματαριά της
χοντρὲς σταγόνες τὸ σκοτάδι σὰ χαλάζι
ἔριχνε ὁ ἥλιος τοῦ μεσημεριοῦ στὴν ποδιά της
ἀλλὰ ἐκεῖνος περιδιάβαζε στὶς ἄλλες ἀμμουδιὲς
κι ἔτρεχε κι ἔτρεχε
λὲς νὰ προλάβει τὸν ἑαυτό του
ἐκεῖ ποὺ ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀγκυλώνει τὸ ἄδικο
καθὼς ὅταν σηκώνεται τὸ χέρι τοῦ φονιᾶ
καὶ τὸ μαχαίρι γράφει ἀπ᾿ τὴν ἀρχὴ τὸν κόσμο.

***

ΧΑΜΟΓΕΛΟΥΣΕ σὰν τ᾿ ἀγάλματα ποὺ εἷναι ἀκόμη
    στὰ ὑπόγεια τῶν μουσείων·
κομμένα δάχτυλα σπασμένα χείλη
(τί ν᾿ ἄγγιξαν τί φίλησαν ποιός τὰ προσκύνησε
κι ἐσὺ ὀνειρεύεσαι πὼς ἄνοιξα τὴν πόρτα,
ποιά πόρτα ποιό παράθυρο
Τὸ σπίτι αὐτό, τὰ χρόνια αὐτά, τὰ λόγια ἐκεῖνα
Μήτε παράθυρο καὶ μήτε πόρτα
μὲ πόλεμο καὶ μ᾿ ἄλλο πόλεμο, ποιὸ πόλεμο
    ποιὰ ἐποχὴ
ἄφησα τὶς ἀρβύλες μου στὸ πεζούλι καὶ προχώρησα
τὸ σπίτι ἄδειο, -Ποιό σπίτι καὶ ποιός κῆπος,
    τί μοῦ λὲς
Αὐτὰ τὰ ὄνειρα δὲν ἔχουν γιατρικὰ
κι αὐτὲς οἱ λέξεις ποὺ ἔχεις γράψει στὰ πατώματα
φαρμακερὲς σαΐτες σημαδεύουν τὴν καρδιὰ
    τοῦ καιροῦ)
ἔλεγα, λοιπόν, γιὰ τ᾿ ἀγάλματα· κομμένα δάχτυλα
σπασμένα χείλη
μπαίνω στὸ σῶμα τους τὴ νύχτα κι ἀπὸ κεῖ
    κατασκοπεύω τὸν αἰώνα μου
τὰ βλέπεις κάποτε μ᾿ ἕνα φεγγάρι τούρκικο
στεφανωμένα μὲ τὶς δάφνες καὶ τὶς προσφορὲς
λείψανα παλαιῶν ἀγνώστων ναυαγίων
«εὐχαριστῶ», κομμένα πόδια καὶ καράβια
τὰ βλέπεις νὰ περνοῦν σ᾿ ἕναν ἀράπικο οὐρανὸ
φόρεσε κάτι, ἕνα μάλλινο στοὺς ὤμους
τρυπάει τ᾿ ἀγιάζι σὰν κι αὐτὸ ποὺ θὲς νὰ πεῖς
πές το λοιπὸν νὰ σώσω τὴν ψυχὴ μου.
Νὰ σώσω αὐτὸ τὸ δέρμα ποὺ μὲ φυλακίζει.
Αὐτὸ τὸ δέρμα καὶ τὸ αἷμα καὶ τὰ κόκαλα.
Τὸ τζακισμένο σῶμα μου ποὺ μ᾿ ἔχει φυλακίσει
    τρεῖς αἰῶνες.

***

Μ᾿ ΕΝΑ ΚΛΑΔΑΚΙ οὐρανοῦ ἀνάμεσα στὰ δόντια του (δῶ-
ρο τῆς νύφης τῆς Φραγκογιαννοῦς, μόνο καὶ μόνο για-
τὶ πέρασε ἀπ᾿ τὴν πόρτα της), Καὶ τὸ κεφάλι σκυμμέ-
νο, Σὰ νά ῾ταν πάνω σὲ ἄλογο, Καὶ νά ῾χε πάρει, λέει,
τοὺς δρόμους, Καθὼς ποὺ βγαίνουν κάποτε στὶς πόρτες
κι ἡ ζητιανιὰ χαράζει τὸν ἁρμυρὸ σταυρὸ στὰ χέρια τ᾽
ἁπλωμένα, Τοῦ λοιμικοῦ καιροῦ τοὺς δρόμους, Ἐκεῖ
ποὺ οἱ ἄνθρωποι δὲ χωρατεύουν μὲ στιχάκια παρὰ μο-
νάχα θέλουν θαύματα-    καὶ θαύματα χειροπιαστά.
Τί νὰ τὰ κάνουν τὰ βιβλία καὶ τὰ λόγια; Καὶ τὰ μηνύ-
ματα τοῦ ἔξω κόσμου, ὁ Παλαμᾶς τὰ διαβάζει ὄρθιος
στὰ βιβλιοπωλεῖα.
Τί νὰ τοῦ δώσει ὁ «Πυγμαλίων» κι ὁ «Ἀλφρέδος»
δεκαεννιὰ χρονῶ καὶ μόνος μὲς στὸν Πειραιὰ
-μὲ τ᾿ ἄδικο καὶ τὸν μπαλτὰ τῆς ἐπαρχίας τὸ παιδί-
τὰ ἔκπληκτα μάτια του ἀνακαλύπτουν τὸ κορμί του
τώρα ποὺ ἡ κάμαρα εἶναι δική του
τώρα ποὺ ἡ σάρκα του εἶναι δική του
κι ἂς μὴν τὸ γράφει πουθενά, κι ἂς μὴν τὸ λέει,
τὸ μαστιγώνει, τὸ σκοτώνει τὸ κορμί του·
βρίσκει μονάχα νὰ μᾶς πεῖ πὼς ἐντὸς τοῦ ἀτμοπλοίου
δὲν ἠμπόρεσε νὰ γλιτώσει τὸν ναῦλον
(πρώτη κατάθεση στὸ Δικαστήριο τοῦ Πατέρα του)
καὶ ἄνω κάτω τρέχει, λέει,
ὡς νὰ ἐπρόκειτο νὰ καταμετρήσει τοὺς δρόμους
τῆς μεγάλης Αθήνας καὶ νὰ χορτάσει κονιορτόν, Καὶ
φυσικά, κι αὐτὸ γραμμένο ἐν ἄκρᾳ βίᾳ.
Καὶ πόνος ἀνεκλάλητος, τριάντα χρόνια ὕστερα,
    θὰ γράψει,
τὸ παρελθόν του θὰ τὸ βλέπει μὲ τὰ ἴδια του τὰ μάτια.
Τὸ εἶδε ὡς μαῦρο φάντασμα.
Τί παρελθὸν καὶ τί κορμὶ- τὸ ἴδιο κάνει.
Μ᾿ ἕνα κλαδάκι οὐρανοῦ, τὸ λοιπόν, καὶ σὰ νὰ περνοῦσε
τὸ σκοτεινὸ καιρὸ ψηλαφώντας, Καὶ Κάποιος Κάποιος
τὸν πλησίασε, καθὼς τὰ ἱστοροῦνε κλαίγοντας καμιὰ φο-
ρὰ οἱ γριὲς πῶς τὶς πλησίασε ἡ Παναγία, Καὶ τὰ μπα-
λωμένα τὰ ροῦχα του λάμπανε στὸ στερέωμα, Καὶ σὰν
Ἄγγελος ἤτανε μὲς στὰ ὁράματά του καὶ ἤτανε, λέει, ζη-
τιάνος, Κι ὁ ἄλλος σκύβει γιὰ νὰ τοῦ χαϊδέψει τὸ κεφάλι,
    ἀλλὰ ὁ καιρὸς εἶναι λίγος καὶ στενὸς καὶ λειψὸς
κι ἡ Οὐρανία χαμένη, ξεχασμένη, σκορπισμένη, ψίχου-
λο μουσικῆς καὶ νύχτα νύχτα, μαζὶ κι ὁ ἀδελφός του ὁ
Γεώργης, καὶ σὰν τὸ ζέον ποὺ ἐκοκκίνισε τὴν γῆν, Κι
ὁ καβαλάρης κατεβαίνει ἀπὸ τ᾿ ἄλογο, Καὶ τοῦ δένει
τὶς πληγές, Καὶ τοῦ προσφέρει κρασί, Καὶ τὸν ξαπλώ-
νει στὴν ἀμμουδιά, Καὶ τὸν ρωτάει τὰ νέα τοῦ κόσμου,
Κι ἐκεῖνος πάλι παίρνει τὸ κερί, Καὶ πάλι τρέχει στὶς
ἐρημιές, Κι ἂς τὸν ζητάει ὁ ἄλλος κι ἂς τὸν φωνάζει ὁ
ἄλλος, Στὶς ἐρημιές, θυμᾶται, τοῦ Ἅδη ποὺ κατοίκησε,
Καὶ ξέρει πὼς ἕνας ἄλλος κιόλας, παρόμοια κάπου ἀλ-
λοῦ θὰ σκύβει ἀπὸ τ᾿ ἄλογό του,
    Ἀφοῦ μόνο οἱ ἄλλοι πάντα καὶ πάντα ἔτσι κάνουν.
        Κι ἔτσι ἀκούγονται οἱ Ὧρες τῆς καρδιᾶς του.

***

ΤΟΝ ΕΙΔΑ νὰ τρέχει δίπλα μου πλάι στὸ συρματόπλεγ-
μα, Κρατοῦσε λάμπα καὶ τὸ στόμα του ἀνοιχτό, Σὰν τὴ
νύχτα τὸ στόμα του καὶ μιὰ νύχτα, Καὶ τὰ νύχια του
σὰν τὸ θειάφι, Ποιόν γύρευε; Ποιός τὸν ζητοῦσε; Ἀπὸ
καιρὸ κι ἀπὸ χρόνια μᾶς τό ῾λεγε πὼς Κάποιος, Κά-
ποιος θά ῾ρθει νὰ τὸν ζητήσει, Τὸν ζήτησε ἢ πέρασε καὶ
τὸν ζητοῦσε, Μᾶλλον θὰ τὸν ζητήσει καταλάβαμε, Για-
τὶ τὰ ροῦχα του τὰ καλὰ καὶ τὰ μαῦρα τὰ φύλαγε στὸ
μπαοῦλο διπλωμένα προσεκτικά, Καὶ στὶς ἡλιόλουστες
μέρες τά ῾βγαζε καὶ τὰ κοίταζε καὶ τὰ ξεσκόνιζε-
Ἡ Σοφία δὲν μπορεῖ πιὰ ν᾿ ἀσχολεῖται μὲ δουλειὲς τοῦ
σπιτιοῦ, ἡ Χαρίκλεια τὸ ἴδιο, ἡ Οὐρανία καὶ ὁ Γεώργης
ἔχουν φύγει, ὁ πατέρας καὶ ἡ μάνα ἔχουν φύγει, Κάθε-
ται, ποὺ λές, ἡ Σοφία στὸ περβάζι καὶ κοιτάζει περα-
στικούς, Ποιός, ποιός νὰ περάσει τέτοια ὥρα, Κανεὶς
κανεὶς δὲν περνᾶ, Περισσότερο λογαριάζει πὼς θὰ πε-
ράσει, Τὸν σκέπτεται καὶ τὸν μεταμορφώνει ὅπως ἐ-
κείνη θέλει, Καμιὰ φορὰ τὰ βράδια συζητᾶ μὲ φίλες της
τὰ νέα, Τὰ παλιὰ ἐκεῖνα, ξέρεις, ποὺ παίρνουν ξαφνικὰ
μιὰν ἄλλη διάσταση καὶ τὴν τάξη ποὺ ἐμεῖς τοὺς δίνου-
με, Καὶ δὲν εἶναι πιὰ τὰ δικά μας προβλήματα καὶ μήτε
τῶν ἄλλων καὶ δὲν εἶναι κανενός. Τελικά, μονάχα ἡ Κυ-
ρατσούλα, ἐκείνη ἀντέχει καὶ εἷναι εὔθραυστη καὶ λευ-
κὴ καὶ φέγγει σὰν ὡραῖος βασανισμένος ὄρθιος στίχος.
Αὐτὴ ποτίζει τὸ παρτέρι μὲ τὸ μαϊντανό, τὸν ἄνηθο καὶ
τὰ κουκιά, Κι αὐτὴ πάλι πηγαίνει στὰ χωράφια καὶ μα-
ζεύει τὶς ἐλιές.
Ἔτρεχε κι ἔτρεχε πλάι στὸ συρματόπλεγμα καὶ τὸ στό
μα του ἀνοιχτὸ καὶ σὰν τὴ νύχτα, Μιὰ νύχτα τὸ στόμα
του, Καὶ κάτι ἄλλο, Κάτι σὰ λάβαρο σὰν ἑξαπτέρυγο
 τὸν κυνηγοῦσε ἢ τὸ κρατοῦσε καὶ δὲ φαινότανε στὴν
ἀπόσταση, Τὰ δόντια του κίτρινα κι ἕνα χρυσό, στὸ βά-
θος, γυάλιζε μέχρι τὸν Κάτω Κόσμο, Ἀλλὰ ἐκεῖνος
ποὺ περίμενε δὲν ἦρθε καὶ μήτε ὡς μαῦρο φάντασμα-
Κι ἴσως ἐμεῖς μονάχα δὲν τὸν εἴδαμε, ἂν καὶ νὰ ῾ρχό-
ταν πῶς θὰ τὸν βλέπαμε, Καὶ πῶς θὰ γνωρίζαμε τὸ κορ-
μί του χωρὶς τὰ σημάδια τοῦ Ἀθώου ποὺ παιδεύτηκε;
Ἦρθε, ἐπέμενε, ἦρθε καὶ θά ῾ρθει καὶ θὰ ξανάρθει, ἀλ-
λὰ τοῦ ῾λειπε τὸ φῶς, τὸ κάτι, Νὰ κρατάει λάμπα κε-
ρὶ λάβαρο ἢ ἑξαπτέρυγο, Κι ἐκεῖνος πήγαινε πρὸς τὰ
ἐκεῖ νὰ τοῦ δώσει βοήθεια -ποιά βοήθεια- καὶ νὰ κρα-
τάει σκοπιὰ καὶ νὰ δίνει σινιάλο μὲ τὴ βαρκούλα ποὺ
θὰ ῾ρχότανε. Στὸ τέλος τὰ μπέρδευε, μᾶς μπέρδευε, κι
ὁ ἴδιος μπερδευόταν πιὸ πολύ, ἐγὼ εἷμαι μονάχα γιὰ νὰ
γράφω, λέει κάποτε, Ἀλλὰ τὸν ἄλλον, τὸν βρήκανε κά-
ποιοι ἄλλοι, ὅπως γίνεται πάντα μὲ τοὺς ἄλλους γιὰ τὰ
δικά μας, Στὸ δρόμο στεκότανε, σ᾿ ἕνα γεφύρι καὶ συ-
ζητοῦσε μὲ τὰ πουλιά, τώρα ποιά πουλιὰ καὶ ποιά γε-
φύρια μὴν τὰ ρωτᾶς, ἀναπαύσου μονάχα, κοιμήσου, Τὸ
σῶμα του ἔλαμπε, λέει, μαλαματένιο, Πορφύρες καὶ
μουσικὲς ἤτανε τὰ μαλλιά του, τὰ ἄλλα προφάσεις
γιὰ ν᾿ ἀκούγονται θαύματα γιὰ κείνη τὴν Παναγία στὸ λό-
φο, Καὶ γιὰ νὰ γράφουν οἱ κλεπταποδόχοι, Μασοῦσε
μᾶς λένε εὐκάλυπτο καὶ σὰ νὰ παραμιλοῦσε, ντυμένος
τὸν Ἅδη μὲ τὴν παντιέρα γιὰ τὸ βυθὸ ποὺ βούλιαζε
αὐτὸς κι ἐκεῖνος, ἡ ζωγραφιὰ- ὁ ἑτοιμόρροπος αἰώνας,

***

ΧΑΜΟΓΕΛΟΥΣΕ σὰν τ᾿ ἀγάλματα.
Κομμένα δάχτυλα σπασμένα χείλη σὰν ἀπὸ σκόρο
φαγωμένα κι ἀπὸ λέπρα
καὶ μέσα του ἕνα ἄλλο στερέωμα ἤτανε χῶρες
ἄγνωστες μὲ γλῶσσες ἔντρομες καὶ μιὰ γραφὴ
καθὼς τὸ ζῶο τὸ πληγωμένο ποὺ ἀγριεύει.
    Στάθηκε λίγο νὰ φωτογραφηθεῖ,
    Vite, vite, ψιθυρίζει στὸ Νιρβάνα.
    Vite, vite, ψιθυρίζει ἀνήσυχος
μὰ γιὰ ποιόν καὶ τί σημαίνει,
Nous excitons la curiosité du public,
ἴσως γιὰ κεῖνα τὰ παιδιὰ τοὺς γαβριάδες
ποὺ τὸν τριγύριζαν περίεργα νὰ δοῦν τὴν ἀνακάλυψη
πανόραμα ἢ τὸ Μανόλη Αναγνωστάκη ποὺ μοῦ
    τό ῾λεγε
καὶ τ᾿ ἄκουγε κι ὁ Σπύρος Βραχωρίτης τς... τς... τς...
Μὲ τὸ Νιρβάνα πάλι καὶ τὸν πολλὰ ὑποσχόμενο
    Αὐγέρη, τότε-
στὰ μέρη τῆς Ἁγίας τῆς Εἰρήνης, ἐκεῖ στὸ ταβερνάκι
θὰ πεῖ στὸ νεαρὸ τὸ φίλο του ἀπ᾿ τὴν Αἴγυπτο
καθὼς θὰ σκύβει γιὰ νὰ φάει
τί ὡραῖος ποὺ εἷναι ὁ τράχηλός σου
καὶ θὰ τὸ λέει μὲ καμάρι πιὰ ὁ Αὐγέρης
καθὼς ποὺ λένε κάποτε οἱ ἄνθρωποι ὅταν πίνουν
γιὰ ἱστορίες τοῦ στρατοῦ ἢ κατακτήσεις.
Ὅταν μιλοῦν γι᾿ αὐτὸν
μοῦ ῾ρχονται στὸ μυαλὸ μαραγκιασμένοι ἄνθρωποι
στεγνοὶ σὰ στέρνες καὶ μισοὶ ἀπὸ παλιὲς
καὶ κληρονομικὲς ἀρρώστιες, ἀνάπηροι ἀπ᾿ τὶς φυλακές,
τὸν πόλεμο, τὶς ἐξορίες,
ποὺ ἔχουν τυλίξει τὸ λιβάνι σὲ χαρτάκια
καὶ τὸ πουλοῦν στὰ πανηγύρια
κι ἔξω ἀπ᾿ τὰ νεκροταφεῖα.

***

ΠΕΡΝΑΕΙ ἕνας φονιὰς καὶ τὸν ρωτάει κατὰ ποῦ πέφτει
ὁ δρόμος. Αὐτὸς τοῦ δείχνει τὸ δρόμο τῶν ἀθώων.
-Ἐκεῖ ἐκεῖ θὰ πρέπει νὰ σταθεῖς, τοῦ λέει, ἐκεῖ ἐκεῖ
καὶ θὰ τοὺς δεῖς, ἐκεῖ θὰ τοὺς γνωρίσεις. - Ποιούς;
τὸν ρωτάει ὁ φονιάς, - Γιατὶ αὐτοὶ μονάχα, - Μὰ
ποιούς; ξαναρωτάει ὁ φονιάς, - Ἔχουν τὰ μάτια ποὺ
κερδίζεται τὸ φῶς. Κίνησε νὰ φύγει ὁ φονιὰς γελώντας
καὶ τὸν εὐχαρίστησε. Τὸν φίλεψε μιὰ φούχτα ἁλάτι καὶ
ψωμί, - Δὲν ἔχω, λέει, ἄλλα, Κι εἶσαι μωρὲ κι ἀλα-
φροΐσκιωτος. - Ὅλα τὰ ἔχεις, λέει αὐτός. Καθὼς
ἔφευγε ξαναρωτάει ὁ φονιὰς ἀπ᾿ τ᾿ ἄλογό του. - Καὶ
δὲ μοῦ λές, ποιός ἔκανε κουμάντο, κυρ-Ἀλέξαντρε, στὴ
μοιρασιὰ τοῦ κόσμου, γιατὶ ἐγὼ πῆρα μονάχα ἕναν
κλῆρο ἀπονιᾶς κι ἔτσι μὲ ξέρει ὁ κόσμος. Λέει ὁ Ἀλέ-
ξανδρος. - Τὸν οὐρανὸ τὸν βλέπεις καὶ στὴ γῆ, ἂν
βλέποντας τὸ χῶμα, μόνο ἐκεῖνον σκέπτεσαι. Λέει ὁ
φονιάς. - Ἐγὼ κοιτάζω οὐρανὸ καὶ τὰ ματάκια μου
γεμίζουν αἷμα. Κοιτάζω χῶμα, πάλι αἶμα. Τὸ λοιπόν;
Λέει ὁ Ἀλέξανδρος. - Τὸ αἷμα εἶναι ὁ οὐρανός. Ἂν δὲν
τὸν βλέπεις, δὲ φταῖς ἐσύ. Κι εἶπε ὁ φονιάς. - Θέλω
νὰ δῶ. Λέει ὁ Ἀλέξανδρος. - Τὰ μάτια σου. Τὸ αἷμα
δὲ σκορπίστηκε ἀκόμη. Κοίταξε πάλι, κοίταξε, κι ὅταν
ξαναβρεθεῖς ἐδῶ μοῦ λές. Ἐδῶ πάντα θὰ μ᾿ ἕβρεις. Λέει
ὁ φονιάς. - Πάντα μαζί σου ἤμουνα. Μόνο τώρα μὲ βλέ-
πεις; Κι ἔχει παράπονο κι αὐτὸς κι ἔχει μιὰ λύπη τώ-
ρα σὰν ἄνθρωπος ποὺ τοῦ τὰ πῆραν ὅλα ξαφνικά. Λέει
ὁ Ἀλέξανδρος. - Ὑπάρχουμε κι οἱ δυὸ κάτω ἀπὸ κεῖνο
ποὺ πονᾶς καὶ μέσα σὲ κεῖνο ποὺ ὁ ἕνας τὸ κρατάει σφι-
χτὰ κι ὁ ἄλλος τοῦ κρατάει τὸ χέρι μὴν τὸ χάσει. - Δὲν
εἷναι αὐτὸ τὸ δύσκολο, τοῦ λέει ὁ φονιάς. Ἐγὼ σοῦ λέω
ἄλλα. Πάντα μαζί σου καὶ μὲ στέρηση. - Κατάλαβα,
τοῦ λέει ὁ Ἀλέξανδρος. Εἶμαι ὁ φονιάς μου. Γιατὶ ἐσὺ
κρατᾶς ἀπὸ τὸ γένος λουλουδιῶν κι ἀπὸ φυλὲς ποὺ εὐω-
διάζουν τὰ γραπτά τους, γιατὶ κοιμοῦνται μέσα τους που-
λιά. Ἐγὼ φυλάω τὴ σκοπιὰ σὲ τοῦτο τὸν αἰώνα, κι ὁ
κλῆρος μου εἷναι τῶν θυμάτων. Κι εἶμαι αὐτὸ κι αὐτὸς
ποὺ ἐπιθυμεῖς κι ἐγὼ τὸ προσκυνῶ, ὁ Κύριός μου κι ὁ
Δεσπότης μου.
                    Τὸ ρωμαίικο, αὐτὸ ἂς ὄψεται.
                Δὲν ἔχει τέλος ὁ πόνος ὁ ἑλληνικός.

***

ΣΤΑ ΠΟΡΦΥΡΑ τὰ σεντόνια τοῦ ὕπνου
ἐκεῖ διαβάζει μονάχα τὸ ὄνομά του
κιθαρωδὸς τῆς νυκτὸς καὶ οἰνοπότης
Καὶ καθὼς ποὺ τοῦ ἔλαχεν ὁ κλῆρος τῶν θυμάτων
-αὐτὸς ὁ συρράπτης ἐπιφυλλίδων-
ὁλονὲν ἐχανόταν στὰ δαιμόνια τοῦ ρέματος
κι οἱ νεκροὶ ἂς ἀγρυπνοῦν κι ἂς πληθύνονται
στὴν κοίμηση τῶν λουλουδιῶν.
Πῶς νὰ δεῖ τὸ ἀλλιῶς καὶ πῶς νὰ τὸ σφραγίσει
καὶ χωρὶς τὸ σκοινὶ πῶς ν᾿ ἀνεβάσει ἀπ᾿ τὶς στέρνες
    τ᾿ ἀηδόνια
καὶ νὰ νηστεύει πρὶν ζωγραφίσει τὸ μαρτύριο
    τῶν ἀνθρώπων.
Φεύγουνε φεύγουνε οἱ ζωντανοὶ ὁλοένα
νεκροὶ ποὺ ντύνονται τὰ λόγια τῆς θαλάσσης
τὸν κόσμο πιὰ τὸν βλέπει μὲς στὰ χέρια του
    τὸ μαῦρο φάντασμα ποὺ εἷδε στὸ κορμί του
    τὸ μαῦρο φάντασμα ποὺ ἦταν τὸ κορμί του
(κι ὁλοένα πιὸ λίγοι κι ὁλοένα πιὸ μόνοι
ἐκεῖ ποὺ τελειώνει μιὰ ἐγκατάλειψη
καὶ περιμένεις τὴ συκοφαντία).
Τί παρελθὸν καὶ τί κορμὶ  Πάντα τὸ ἴδιο κάνει.

***

Ο ΑΛΕΛΦΟΣ ΤΟΥ πρίγκιπας τῆς Σκιάθου
    καὶ τῆς Σκοπέλου.
Οἱ ἀδελφές του οἱ Μεγάλες Δούκισσες
Οὐρανία, Χαρίκλεια, Σοφία, Κυρατσούλα,
(μεταξωτά, δαντέλες καὶ βελοῦδα καὶ ταφτάδες)
ὁ ἄλλος ποὺ ἔφυγε μικρός, διάδοχος τοῦ θρόνου τῆς ἐλιᾶς
    καὶ πῆρε αὐτὸς τὸν τίτλο,
ὁ ἴδιος Κύριος καὶ Δεσπότης, πῆρε τὸ στέμμα
    καὶ δέκα τίτλους
ἀπὸ τὸν πατέρα του, τὸ Δικαστὴ Ἱερέα, γενιὰ κι αὐτὸς
ἀπὸ τὸ δεντρὶ τοῦ Ἰούδα
-φαρμάκι μὲς στὰ φύλλα τοῦ γιαλοῦ-
καὶ τὴν ἐπικαρπία τῶν κτημάτων τ᾿ οὐρανοῦ
ἀπ᾿ τὴ μητέρα του.
Γενεὲς γενεῶν οἱ πριγκίπισσες λύπες του
    κι ἀπὸ τὴν κούνια του
προφῆτες, ὅσιοι καὶ μάρτυρες
καὶ μοναχοὶ μὲ τὸ τρίχινο ράσο
καὶ τὴν καρδιὰ σὰ γυαλάκι τῆς λάμπας
στὸ ταπεινὸ τὸ γραφεῖο τοῦ ληξιάρχου ἐκεῖ
    θὰ πρωτόγραψαν... Σήμερον, τὴν 4ην τοῦ μηνὸς
    Μαρτίου, τοῦ ἔτους 1851,
    ἐνώπιον ἐμοῦ τοῦ Ληξιάρχου τῆς πόλεως Σκιάθου
    ἐμφανισθεὶς (ποιὸς ἐμφανίστηκε)
κι ἀργότερα, ὅσοι ψηλαφίζουν τὰ σκοτάδια καὶ ζοῦν
    μὲ τὸ φῶς
Κι ὅσοι ψηφίζουν τὴ θάλασσα καὶ ζοῦν στὰ βουνά-
ἄχ, πόσα, πόσα τῶν ἄλλων, δικά μας, καὶ μόνο
    γι᾿ αὐτοὺς-
ὡς σμῆνος ἀπειράριθμον πτερωτῶν ψυχῶν οἱ ἄλλοι.
Καρτερεῖτε κι ἐμέ, νὰ φωνάζει, καρτερεῖτε κι ἐμέ,
    νὰ φωνάζω.
Κάπου, κάπου γίνεται μιὰ δίκη γιὰ μᾶς, ναί,
κάποιοι, ναί, κάπου δικάζουν, μακριὰ μᾶς δικάζουν
    ἐρήμην μας,
πληρωμένοι δικαστές, ψευδομάρτυρες, διάδρομοι, ναί,
    δικηγόροι,
καὶ χρόνια χρόνια, ναί. Τὸ κορμί του θὰ τὸ βλέπει,
    πῶς τὸ βλέπει-
κι ὅλους ποὺ σκύβουν ἀπ᾿ τὸ ξανθό τους τὸ ἄλογο
    καὶ τοῦ δίνουν ἐλεημοσύνη.
Καθώς, λοιπόν, ἐσήμαινε ὁ ὄρθρος
κι ἐνῶ στεκόταν μπρὸς στὴ βρύση νὰ πλυθεῖ
καὶ φανταζόταν μουσικὲς ποὺ εἶχε κλεισμένες
στὰ δίχτυα τῆς ψυχῆς του
καὶ τὰ νερὰ ἱερουργοῦσαν ἀκόμη μὲς στὸν ὕπνο του
ἐκεῖ γιὰ μᾶς σταμάτησε ἡ ζωή του
ἀλλὰ γιὰ τὸ σκοτεινὸ τρυγόνι
La diritta via era smarrita*.
*Δάντης: Ἡ εὐθεία ὁδὸς εἶχε χαθεῖ.


Οἱ δὺο πρῶτες ἐκδόσεις τῆς συλλογῆς «Ἀγρυπνία γιὰ τὸ σκοτεινὸ τρυγόνι στὴν ἐκκλησία τοῦ προφήτη Ἐλισσαίου» κυκλοφόρησαν στὰ 1975 καὶ 1980 σὲ ἐλάχιστα ἀντίτυπα ἐκτὸς ἐμπορίου.
«Σκοτεινὸ τρυγόνι» αὐτοαποκαλεῖται ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης στὸ ποίημά του Πρὸς τὴ μητέρα μου (1874)
Ἡ μικρὴ ταπεινὴ ἐκκλησία τοῦ προφήτη Ἐλισσαίου βρισκόταν στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰώνα στὴν ὁδὸ Ἄρεως, στὸ Μοναστηράκι, καὶ ἐκεῖ πήγαινε ὁ Γέροντας καὶ ἔψαλλε στὶς ὁλονυχτίες.
Τὸ ποίημα εἷναι ἕνας φόρος τιμῆς καὶ συγχρόνως μιὰ παραληρηματικὴ ἀλλὰ κατανυκτικὴ συνομιλία τοῦ Μάνου Ἐλευθερίου μὲ τὸ συγγραφέα τῆς Φόνισσας. Τοιχογραφία μὲ ψηφίδες ἀπὸ γεγονότα, πρόσωπα καὶ συμβάντα τῆς ζωῆς τοῦ μεγάλου πεζογράφου μέσα ἀπὸ ἐπιστολὲς καὶ λογοτεχνικὰ κείμενά του.
Μιὰ ἐσωτερικὴ συνομιλία κι ἕνας διάλογος σὰν νυκτερινὸς ψαλμὸς ὀδύνης, ταπείνωσης καὶ συγχρόνως θαυμασμὸς καὶ προσευχὴ πρὸς τὸν Γέροντα, ποὺ τὸ 2001 ἔκλεισαν 150 χρόνια ἀπὸ τὴ γέννηση καὶ 90 ἀπὸ τὴν κοίμησή του.
Ἡ πρώτη ἔκδοση ἦταν ἀφιερωμένη στὸν Ἀνδρέα Θ. Κίτσο-Μυλωνᾶ καὶ τὸν Εὐγένιο Σώγκα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: